Για την περίπτωση του Φαλμεράϋερ, στην Ελλάδα όπου η
ιστορία θεωρείται ένα βαρετό θέμα να ασχοληθεί κανείς, διδάσκεται ότι ξεσήκωσε
θύελλα αντιδράσεων (στο τότε Ελληνικό κράτος) αλλά και από «φιλέλληνες» της
εποχής και… άντε το πολύ - πολύ ότι έγινε η αιτία να συγγράψει την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
ο Παπαρρηγόπουλος και να «γεννηθεί» (στην Ελλάδα) η λαογραφία με τον Νικόλαο
Πολίτη…
Ωστόσο ο Φαλμεράυερ δεν ήταν άλλος ένας περιηγητής που
έκατσε κι έγραψε μια ιστοριούλα και «τα βρήκε μπαστούνια» από τους «φιλέλληνες»
της Ευρώπης όπως θέλουν να μας το παρουσιάσουν εδώ (γιατί μάλλον σου λένε οι
κρατικοί λειτουργοί, «αν πούμε κάτι άλλο θα ανοίξουμε άλλα θέματα και που να
τρέχουμε τώρα να εξηγούμε»…).
Ο Φαλμεράϋερ παρά το ότι γεννήθηκε το 1790 σε ένα φέουδο
της οικογένειας των Αψβούργων στη σημερινή Βόρειο Ιταλία (τότε Αυστρία) και
ήταν τσομπάνης, στα 19 του αποφοίτησε από το γυμνάσιο με γνώσεις πάνω σε
μεταφυσική, μαθηματικά και θεολογική φιλοσοφία. Γνώσεις που συν τω χρόνω τις
«εμπλούτισε». Ωστόσο σε όλα αυτά κατ αρχήν υπάρχει μια σχετικότητα και μια
πρακτική αλήθεια.
Κατά πρώτον το βλακώδες του πράγματος, ένα άτομο στα 19
του χρόνια (σημειωτέον μέχρι την ηλικία των 11 ήταν ακόμα τσομπάνης), δηλαδή,
μέσα σε 7 άντε το πολύ 8 χρόνια το άτομο έλαβε υποτίθεται γνώσεις για 4
επιστημονικά πεδία. Μάλιστα. Ουδέν σχόλιον.
Αντιπαρέρχομαι το ότι εκείνη την εποχή ακόμα δεν είχαν
αναπτυχθεί καλά -καλά οι επιστήμες με αποτέλεσμα πχ η ιατρική να μοιάζει
περισσότερο με βοτανολογία (χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ύπαρξη των
σανατόριων στα λιμάνια όπου όποιος ερχόταν από ταξίδι έμενε επί ένα μήνα εκεί
μέχρι να βεβαιωθούν οι αρχές ότι… δεν έπασχε από κάτι… Και όποιος έχει
αντίρρηση ας θυμηθεί τι έπαθε η Ελληνική αντιπροσωπεία που εστάλη να
εκπροσωπήσει τους Έλληνες στη σύνοδο της Βερόνας κατά την Επανάσταση του
1821…). Από τσομπάνης λοιπόν διδάχθηκε στην τρυφερή ηλικία των 11 ετών τον
«ρασιοναλισμό» και ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με κείμενα των «διαφωτιστών».
Ωστόσο από πολύ νωρίς τα όσα άκουγε και διάβαζε, έρχονταν
σε πλήρη αντίθεση με την χριστιανική ηθική και φιλοσοφία την οποία έβλεπε
ολόγυρά του (άλλωστε ρασοφόροι τον σπούδασαν και στο «Λαϊκό σχολείο» όπου
πρωτοσπούδασε).
Επίσης ρασοφόροι (Βενεδικτίνοι μοναχοί για την ακρίβεια)
τον δίδαξαν και μετά τα 19 του Ανατολίτικη φιλολογία, λογοτεχνία, ιστορία και
φιλοσοφία (όλα αυτά υποτίθεται ότι τα έμαθε μέσα σε… ένα χρόνο με σεμινάριο!).
Εν τω μεταξύ ξέσπασαν οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι και τότε
του ήρθε η επιθυμία να αποκτήσει στρατιωτική φήμη. Πολέμησε ως ανθυπολοχαγός
και μάλιστα διακρίθηκε στη μάχη του Χάναου που διεξήχθη στις 30 Οκτωβρίου του
1813. Αλλά έλαβε αργά μέρος στον πόλεμο, ο πόλεμος τελείωσε και παρά το ότι
παρέμεινε για 6 επιπλέον μήνες στην Ορλεάνη της Γαλλίας (με τις δυνάμεις
κατοχής) και μετά άλλα 2 χρόνια σε φυλάκιο της λίμνης Κωνσταντίας, κατάλαβε ότι
δεν… υπάρχει δόξα και αποστρατεύθηκε.
Κατόπιν η Βασιλική Ακαδημία Επιστημών και των Γραμμάτων
διεξάγει διαγωνισμό ζητώντας να παρουσιαστεί μια μελέτη για τους βασιλείς της
Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντος και ο Φαλμεράϋερ καταβάλλει επίπονες προσπάθειες
(συνεργαζόμενος και με άλλους λόγιους). Το 1824 βραβεύεται και το Φθινόπωρο
εκμεταλλευόμενος την επιτυχία του διορίζεται καθηγητής στο Γυμνάσιο του Λάντσχουτ.
Παρά τις επίμονες επιστολές του στον Μαξιμιλιανό l (1756-1825)
και αργότερα (μετά το θάνατο του Μαξιμιλιανού) στον Λουδοβίκο l δεν καταφέρνει να αποσπάσει ούτε
κονδύλια για τις έρευνές του ούτε να επαναδιοριστεί καθηγητής.
Ωστόσο διορίζεται στο Μόναχο όπου οι διαλέξεις του προς
τους μαθητές διαπνέονται από αντικληρικαλισμό και
«μεταρρυθμιστικές»-«φιλελεύθερες» θέσεις.
Το 1827 εκδίδεται το έργο του «Η ιστορία της
Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντος», με πολλούς να την επαινούν αλλά τις κρατικές
αρχές να κρατούν επιφυλακτική στάση λόγω του προλόγου του στον οποίο γράφει
εναντίον του χριστιανικού κλήρου: «Είναι
νόμος της φύσης ότι η επικράτηση των ιερωμένων οδηγεί στην βαθύτατη ταπείνωση
του ανθρώπινου γένους».
Παράλληλα με την έκδοση του έργου του για την
Τραπεζούντα, ασχολείται και με ένα άλλο μέρος του Ελλαδικού χώρου, την
Πελοπόννησο (Μοριά) διατυπώνοντας τη γνωστή (φυλετική) θεωρία ότι οι αρχαίοι
Έλληνες «αντικαταστάθηκαν» κατά την περίοδο των μεγάλων μεταναστεύσεων (3ος-7ος
αιώνας μκχ) με Σλαβικούς λαούς. Τη θεωρία του αυτή την υποστήριξε με ζήλο.
Στον πρώτο τόμο του, η θεωρία του συνοψίζεται στην
παρακάτω πρόταση:
«Η
φυλή των Ελλήνων εξαφανίστηκε από την Ευρώπη. Η φυσική ομορφιά, η διανοητική
λαμπρότητα, η έμφυτη αρμονία και απλότητα, η τέχνη, η ευγενής άμιλλα, η πόλη,
τα χωριά, το μεγαλείο των κιόνων και των ναών – πραγματικά ακόμα και το όνομα
εξαφανίστηκε από την επιφάνεια της Ελληνικής γης. Ούτε η παραμικρή σταγόνα
καθαρού Ελληνικού αίματος δεν κυλά στις φλέβες των χριστιανικών πληθυσμών που
κατοικούν σήμερα στην σύγχρονη Ελλάδα».
Αυτό αποδόθηκε από τον Φαλμεράϋερ (σε μια εποχή που η
επιστήμη της γενετικής ήταν άγνωστη) στην «φυλετική» ικανότητα των Σλάβων να
επικρατούν των Λατίνων και των Γερμανών. Αυτές του τις σκέψεις αργότερα θα τις
καταγράψει στην πολιτική του θεωρία.
Επίσης υποστήριξε ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις που υποστήριξαν
την Ελληνική Επανάσταση, «δηλητηριάστηκαν από τον κλασσικισμό» και… παρεννόησαν
τον χαρακτήρα του νέου Ελληνικού κράτους.
Και εδώ είναι που παρεννόησαν όσοι μιλούν για φιλελληνισμό.
Παρά το ότι ήρθε σε σύγκρουση με κάποιους «φιλέλληνες» λόγιους της εποχής, ο
Φαλμεράϋερ συν τω χρόνω δικαιώθηκε!
Κατά πρώτον η σύγκρουσή του με έναν περιορισμένο αριθμό
λογίων αλλά και «φιλελλήνων» (έτσι κι αλλιώς η Ελληνική Επανάσταση είχε
τελειώσει και ο «φιλελληνισμός» είχε αρχίσει να… «ξεθωριάζει») ήταν παροδική
και κυρίως είχε να κάνει με την στάση του Λουδοβίκου της Βαυαρίας ο οποίος
εκτός από «φιλέλληνας» (βέβαια οι Βαυαροί του Όθωνα άλλα μας έδειξαν), είχε
κίνητρο διότι στο νεότευκτο Ελληνικό κράτος βασίλευε ο… γιος του!
Ωστόσο αυτό είναι το λιγότερο. Ο Φαλμεράϋερ απέναντι στην
πολιτική της Idealpolitik (δηλαδή
της πολιτικής των ιδεών) που εξέφραζε ο Λουδοβίκος και οι «φιλέλληνες» λόγιοι
όπως ο Friedrich
Wilhelm Thiersch, ο Φαλμεράϋερ αντιπαρέβαλε
την Realpolitik
(ρεαλιστική πολιτική).
Το 1833 και το 1834 αναστατωμένος από την κριτική που
δέχθηκε το έργο του για τους Έλληνες, ταξίδεψε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία αλλά
και στην Πελοπόννησο όπου έμεινε ένα μήνα και αργότερα στην Αττική όπου πήγε
για να μάθει περισσότερα για τις Αρβανίτικες διαλέκτους από Αρβανίτες που
διαβιούσαν σε αυτές τις περιοχές.
Αργότερα φεύγοντας φτάνει μέσω Ιταλίας και Τεργέστης στο
Μόναχο, όπου βρίσκει το Γυμνάσιο που δίδασκε να έχει μεταφερθεί και τη θέση του
να έχει καταργηθεί. Παράλληλα του αρνήθηκαν εκ νέου τοποθέτησή του ως καθηγητή
στο Φράϊζινγκ.
Ωστόσο του δίδεται πόστο στην Βαυαρική Ακαδημία, όπου
εκεί διδάσκει την Αλβανοποίηση των κατοίκων της Αττικής.
Οι θέσεις του «αντικρούστηκαν» (ρητόρικά μόνο) απο τον Thiersch (Τιρς),αλλά δίχασαν τους
Ακαδημαϊκούς κύκλους.
Σύμφωνα με την Idealpolitik, έπρεπε να υποστηριχθεί το νεότευκτο
Ελληνικό κράτος, ενώ σύμφωνα με τον Φαλμεράϋερ έπρεπε να μην υπάρχει ανάμιξη.
Αλλά αυτό ακούγεται πολύ απόμακρο και πολύ ουδέτερο.
Παρακάτω θα εξηγήσω τι εννοούσε.
Επίσης στη «ιστορία» του που συνέγραψε το 1836,
υποστήριζε ότι η Επανάσταση ήταν εξ ολοκλήρου Αλβανική και καθόλου Ελληνική.
Τώρα τι πραγματικά συνέβη; Ο Φαλμεράϋερ όταν μιλάει για
ρεαλιστική πολιτική την εννοεί με την Μακιαβελική έννοια.
Κατά πρώτον θεωρεί μέγα κίνδυνο για τους Γερμανούς τους
Σλάβους εκ των οποίων πρώτος και μέγας κίνδυνος θεωρεί ότι είναι οι Ρώσοι οι
οποίοι ως Σλάβοι είναι και πολυπληθείς αλλά και κατέχουν ένα αχανές γεωγραφικά
κράτος.
Παράλληλα οι Ρώσοι έχουν αναπτύξει τεχνολογία και δομές
τέτοιες που αποτελούν θανάσιμο κίνδυνο όχι μόνο για τα Γερμανικά κρατίδια, αλλά
για όλη την (Γερμανική και Γερμανοκρατούμενη) Ευρώπη και συνολικά για το Δυτικό
πολιτισμό.
Ο Φαλμεράϋερ (όπως και ο κάθε Γερμανός της εποχής του)
έβλεπε την κατάσταση όπως περίπου στην αρχαία Ελλάδα του 5ου αιώνα
πκχ. Μικρές πόλεις κράτη και Ανατολικά μια υπερεκτεταμένη Περσική Αυτοκρατορία.
Το... "στόρυ" αυτό βέβαια τους βολεύει και γι αυτό φαντάζονται
τον εαυτό τους ως νέο Λεωνίδα ή νέο Θεμιστοκλή με… μουστάκια.
Όμως αυτό δεν αρκεί. Μεγαλύτερο ίσως κίνδυνο και απ τους
Ρώσους θεωρούν το ότι μερικά χιλιόμετρα Ανατολικά του Βερολίνου και γύρω – γύρω
από τη Βιέννη υπάρχουν και άλλοι Σλάβοι που κατοικούν εκεί πάνω από μια
χιλιετία.
1.Τι θα γίνει λοιπόν αν αυτοί επαναστατήσουν κατά των
Γερμανών και ταχθούν με τους ομοεθνείς τους Ρώσους; Αυτό είναι το πρώτο
πρόβλημα.
2.Πρέπει να τους εξαλείψουν ή να τους προσεταιριστούν;
3.Τι θα γίνει αν η Τουρκία συμμαχήσει ή (ακόμα χειρότερα)
διαλυθεί και καταληφθεί από τους Ρώσους;
4.Και αφού υπάρχουν όλα αυτά τα προβλήματα, ποια θα πρέπει
να είναι η στάση μας (των Γερμανών) έναντι των Ελλήνων;
Κατ αρχήν:
1.Εαν επαναστατούσαν οι Σλάβοι αυτό θα ήταν ολέθριο (για τους
Γερμανούς πάντα). Ουσιαστικά κατά τους Γερμανούς θα σήμαινε το θάνατό τους αφού
θα τους έφερνε στην Κεντρική Ευρώπη και θα διέλυε τα δυό Γερμανικά κράτη
(Πρωσσία - Αυστρία) και θα σήμαινε πλέον την παγκόσμια επικράτηση της Ρωσίας
και φυσικά των Σλάβων.
2.Να τους εξαλείψουν το θεωρούν «καλή ιδέα» (όχι δηλαδή
ότι δεν προσπάθησαν ακόμα και πολύ πριν τον Χίτλερ, με τον Βίσμαρκ). Αλλά η
παγκόσμια κατακραυγή και η ένοπλη επέμβαση της Ρωσίας αποτελεί… αποθαρρυντικό
παράγοντα. Συνεπώς η μόνη λύση είναι ο προσεταιρισμός και η μερική ικανοποίησή
τους. «Προσεταιρισμός» σημαίνει προπαγάνδα και πρακτορίστικες τακτικές (έτσι κι
αλλιώς μεγάλο μέρος των Σλάβων της Ανατολικής Ευρώπης ήταν για αιώνες κάτω από
Γερμανική κυριαρχία, επικυριαρχία ή έστω επιρροή). «Ικανοποίηση» σημαίνει για τους
Γερμανούς ότι «μου δίνεις υπακοή κι εγώ ικανοποιώ διεκδικήσεις σου που
στρέφονται εις βάρος εχθρών μου». Αυτό σημαίνει ότι εγώ μπορεί πχ να καταπιέζω
τους Πολωνούς, να κατέχω εδάφη τους, να πολεμάω την κουλτούρα τους, τη γλώσσα
τους, τα έθιμά τους, τον τρόπο ζωής τους, να μην τους δίνω ίσα δικαιώματα, αλλά
όταν διεκδικούν από τους Ρώσους… τους στηρίζω.
3.Η Τουρκία ακόμα και αν θεωρείται από κάποιος Γερμανούς
αντιπαθητική ως πολιτισμός (πολλοί Γερμανοί ήταν από παλιά φιλότουρκοι βέβαια,
όπως ο Γκαίτε, Μότσαρτ κλπ), θεωρούν ότι πρέπει να την «συμπαθήσουν» διότι «φράζει»
τους Ρώσους. Αυτό μεταξύ πολλών άλλων σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει και
ικανοποίηση των επιθυμιών της. Βέβαια η αλήθεια είναι πιο βαθειά. Οι Γερμανοί
έτσι κι αλλιώς έλκονται από τους Τούρκους γιατί έλκονται από την ωμή βία και τη
βαρβαρότητα που θεωρούν ότι κάνει έναν λαό «ανίκητο». Ο ίδιος ο Χίτλερ άλλωστε
το ομολογεί στον «αγώνα» του ότι θα ταν καλύτερο οι Γερμανοί να ήταν
Μουσουλμάνοι για να έχουν περισσότερη ορμή και επιθετικότητα ενώ για όσους
διαβάζουν ιστορία είναι γνωστό ότι την πολιτική του την εμπνεύστηκε από τον
Κεμάλ, όπως την εμπνεύστηκε και ο Μουσσολίνι. Με άλλα λόγια ήταν απομιμήσεις
δικτατόρων και ο Κεμάλ το πρωτότυπο.
4.Άρα λοιπόν το όποιο «κλασσικιστικό» πνεύμα των
προηγούμενων αιώνων πρέπει να εγκαταλειφθεί. Κατά πρώτον είναι αδύνατον να
μπορεί να υποστηριχθούν και οι Τούρκοι και οι Σλάβοι της Ανατολικής Ευρώπης και
οι Έλληνες. Κάποιοι θα έπρεπε να δυσαρεστηθούν. Ε! Ας είναι οι Έλληνες! Έτσι κι
αλλιώς ούτε ιστορικά και πολιτισμικά ήταν ποτέ «κοντά» στους Γερμανούς, ούτε
πληθυσμιακά εξυπηρετούν (σε σύγκριση με όλους τους άλλους), ούτε οικονομικά
συμφέρει να έχουν στα πόδια τους ανθρώπους που μπορούν να διαχειριστούν άξια
την οικονομία, τη ναυτιλία, το εμπόριο, τις τέχνες, τα γράμματα, την
τεχνολογική εξέλιξη κλπ. Και στην τελική, πολιτικά εμποδίζουν τις γερμανικές
φιλοδοξίες. Διότι εάν δημιουργηθεί ένα ισχυρό Ελληνικό κράτος που θα δεσπόζει
σε Βαλκάνια, Αιγαίο και Μικρά Ασία, η όποια προσπάθεια διείσδυσης θα αποβεί
άκαρπη ενώ πέραν αυτού είναι πολύ πιθανό ένα τέτοιο κράτος να συμμαχήσει με
τους προαιώνιους (για τους Γερμανούς) εχθρούς τους Ρώσους.
Για όλους αυτούς τους λόγους λοιπόν η θεωρία του
Φαλμεράϋερ βρήκε ευήκοα ώτα στην Γερμανική ελίτ και την αστική τάξη.
Το ωραίο είναι ότι στην Ελλάδα οι μαθητές διδάσκονται
ακόμα και σήμερα ότι η θεωρία πολεμήθηκε ακόμα και στη Γερμανία. Τέτοιες
προπαγάνδες ούτε οι Γερμανοί στους αλλοδαπούς δεν τις λένε. Πολύ περισσότερο
στους εαυτούς τους.
Η θεωρία «πολεμήθηκε» μεν (ρητορικά μόνο βέβαια) από έναν
περιορισμένο αριθμό «κλασσικιστών» διανοουμένων (πολλοί εκ τωμ οποίων ήταν έτσι
κι αλλιώς παγγερμανιστές), αλλά στην πραγματικότητα δίχασε τον Γερμανικό
Ακαδημαϊκό κόσμο αφού πολλοί εκφράστηκαν υπέρ του και κυρίως προβλημάτισε τους
Γερμανούς.
Οι Γερμανοί έτσι κι αλλιώς ασχέτως το αν έχτιζαν κτίρια
με κίονες, μετόπες και έφτιαχναν αρχαιοελληνικά αγάλματα, ουδέποτε αγάπησαν
πραγματικά τον Ελληνορωμαϊκό και στην πραγματικότητα τον Ελληνικό πολιτισμό.
Οι άνθρωποι είναι υπερήφανοι για τον Αρμίνιο που έστησε
ενέδρα και έσφαξε δύο Ρωμαϊκές Λεγεώνες στον Τευτοβούργιο Δρυμό, είναι
υπερήφανοι για τον αγράμματο Καρλομάγνο που πχ έγδαρε τους Βεστφαλούς
προκειμένου να τους εκχριστιανίσει και είναι υπερήφανοι ακόμα και για τον Ulrich (Αλάριχο), τον κατακτητή (και
καταστροφέα) της Ελλάδας και της Ιταλίας. Γιατί; Γιατί είναι Γερμανοί και αυτοί
είναι οι πρόγονοί τους.
Το ότι χτίζουν αντίγραφα του Παρθενώνα δεν σημαίνει ότι
είναι και φιλέλληνες. Είναι σαν να λέμε εμείς σήμερα ότι όποιος φοράει τζιν,
πίνει κόκα κόλα ή βλέπει αμερικάνικες ταινίες είναι φιλοαμερικανός. Όμως και ένας
τζιχαντιστής μπορεί να φοράει τζιν, να πίνει αμερικάνικα αναψυκτικά και να
βλέπει ταινίες του Hollywood. Και
τι μ’ αυτό;
Συνεπώς ότι λάμπει δεν είναι χρυσός.
Επανερχόμενος στον Φαλμεράύερ, η θεωρία του πραγματικά
πρέπει να ταρακούνησε τους Γερμανούς διανοούμενους και πολιτικούς της εποχής οι
οποίοι ξυπνώντας από τον «λήθαργο» του κλασσικισμού θυμήθηκαν ξανά τον Αλάριχο,
τον Θεϋδέριχο και τον Γελίμερο.
Βέβαια ο Φαλμεράύερ ούτε ο πρώτος ήταν ούτε ο
τελευταίος Γερμανός εθνικιστής που διατύπωνε τη δική του εθνικιστική
κινδυνολογία.
Απλά οι Γερμανοί επειδή δεν είναι Έλληνες οι οποίοι και
στον πιο μεγάλο κίνδυνο νομίζουν ότι αυτός θα εκλείψει από μόνος του (βλέπε
Περσικά, Κάτω Ιταλία επί Πύρρου, Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κλπ), λαμβάνουν
στα σοβαρά τις κινδυνολογίες και κυρίως είναι μεθοδικοί και επίμονοι στους
στόχους τους.
Γι αυτό λοιπόν θεώρησαν σωστές τις επισημάνσεις του
Γερμανού κι εκτός του ότι του έδωσαν καθηγητικό πόστο (αν ήταν σωστή η άποψη
ότι η θεωρία του ήταν τόσο απόβλητη θα τον είχαν διώξει άλλωστε όπως κατ’
επανάληψη έγινε στο παρελθόν για τον αντικληρικαλισμό του και τον
«φιλελευθερισμό» του).
Αλλά όχι μόνο δεν συνέβη αυτό. Οι Γερμανοί μέχρι θέση στο
Κοινοβούλιο του έδωσαν...
Η
αντισλαβική και φιλοτουρκική θεωρία του Φαλμεράϋερ
Το 1839 ήταν έτος σταθμός για την καριέρα του, διότι
έγινε ανταποκριτής της Allgemeine
Zeitung (=«γενική
εφημερίδα») στην οποία αρθρογραφούσε μέχρι το θάνατό του. Έτσι λοιπόν από το
1839 μέχρι το 1942, ο Φαλμεράύερ ξεκίνησε μια σειρά ταξιδιών, από το Δούναβη
και τη Μαύρη Θάλασσα, μέχρι την Κωνσταντινούπολη, την Χαλκδική-Άθω, τη
Μακεδονία, την Αθήνα κλπ όπου μεταξύ άλλων ζωγράφιζε και τοπία της τότε
Οθωμανικής Αυτοκρατορίας την οποία από τις περιγραφές του μάλλον αγάπησε.
Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Οθωμανική
Αυτοκρατορία, ο Φαλμεράϋερ, δεν σταμάτησε να στέλνει άρθρα στην εφημερίδα του
καλώντας τους Ευρωπαίους να υποστηρίξουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία σαν φραγμό
στον Ρωσικό «επεκτατισμό».
Τα άρθρα αυτά το 1845 τα συνέλλεξε σε ένα βιβλίο υπό τον
τίτλο «Αποσπάσματα από την Ανατολή».
Εδώ παραδίδεται ένα περιστατικό το οποίο όμως είναι
άγνωστο αν ευσταθεί ή αν επινοήθηκε για να δικαιολογήσει την ρωσοφοβία του και βασικά
τον παγγερμανισμό του.
Έτσι λοιπόν λέγεται ότι όταν το 1842 γύρισε από κάποιο
ταξίδι του στην Ανατολή, φαίνεται πως ακόμα τα αντιρωσικά του συναισθήματα δεν
είχαν αναπτυχθεί πλήρως (μάλλον ψευδές) και «πλησιάστηκε» απο το Ρώσο ποιητή
και διπλωμάτη Φίοντορ Τιούτσεφ ο οποίος ήταν έμπιστος του Ρώσου υπουργού
Εξωτερικών Νέσελροδ και του Ρώσου Στρατηγού Αλεξάντερ φον Μπέκεντορφ. Υποτίθεται
οτι ο Τιούτσεφ αναζητούσε έναν εκπρόσωπο και όργανο των Ρωσικών συμφερόντων
στην Γερμανία. Με άλλα λόγια του ζήτησε να γίνει ένας δημοσιογράφος που θα
προωθεί την Ρωσική προπαγάνδα.
Ο Φαλμεράυερ αρνήθηκε και λέγεται ότι η αντιρωσική του
στάση εντάθηκε μετά από αυτό το περιστατικό.
Αλλά ο Φαλμεράϋερ γνωρίζουμε ότι πολύ πριν αυτό το
περιστατικό εκτός του ότι κατετάγη στο στρατό για να πολεμήσει για τη Γερμανία,
ήταν αντικληρικαλιστής, «φιλελεύθερος» και φυσικά ρωσοφοβικός αφού καλούσε τους
Ευρωπαίους να ενωθούν κατά των προαιώνιων εχθρών Ρώσων.
Συνεπώς με αυτό το παρελθόν είναι δύσκολο να γίνει
πιστευτό ότι έτσι απλά τον πλησίασε ένας ρώσος για να τον κάνει πράκτορα κι
αυτός αρνήθηκε κι έγινε αντιρώσος.
Το 1845 τα «Αποσπάσματα» εκδόθηκαν όπου εκφράζεται η
προκατάληψή του εναντίον τω Σλάβων, μια προκατάληψη που την καλύπτει με τον
μανδύα του «φιλελευθερισμού».
Δηλαδή δεν πιστεύει στον ιδεαλισμό και την πρόοδο
του πνεύματος που φέρνει αλλαγή στις ιδέες, αλλά θέτει ένα πολωτικό πνεύμα, ότι
δηλαδή υπάρχει από αιώνων ένας πόλεμος ανάμεσα στην «απόλυτη αυθεντία του
δεσποτισμού της Ανατολής» που εν προκειμένω την εκφράζουν οι Τσάροι (οι οποίοι από
τον 16ο αιώνα ήταν Γερμανικής καταγωγής και όχι Ρωσικής) και από την
άλλη το «ελεύθερο πνεύμα» της Δύσης.
Τι
πραγματικά πίστευε ο Φαλμεράϋερ και πώς επηρέασε τα πολιτικοκοινωνικά ρεύματα
της εποχής του.
Όπως είδαμε, ο Φαλμεράϋερ από σχετικά νεαρή ηλικία
ανέπτυξε έναν ακτικληρικαλισμό, δηλαδή μια γενικότερη αντιπάθεια στα ιερατεία.
Ο αντικληρικαλισμός δεν στρέφεται εναντίον θρησκειών,
αλλά εστιάζει στο ανθρώπινο στοιχείο το οποίο υποτίθεται ότι εκμεταλλεύεται την
ανθρώπινη προκατάληψη και τον πόνο για να επικρατεί στις κοινωνίες.
Από την άλλη ο «φιλελευθερισμός» (όπως ψευδώς τον
αποκαλούν) είναι σχετικός. Ζει σε μια εποχή που οι Γερμανοί ζουν σε
πολυδιασπασμένα ομόσπονδα κρατίδια ή κράτη (πχ Βαυαρία) κατάλοιπα των
μεσαιωνικών φέουδων και μάλιστα ακόμα και στην εποχή του κυβερνώνται από
φεουδάρχες, βαρώνους, κόμητες και πρίγκιπες τους οποίους βλέπει ως εμπόδιο στην
ενοποίηση του Γερμανικού χώρου.
Είναι μια εποχή όπου η βιομηχανική επανάσταση εξελίσσεται
ραγδαία, δρόμοι και σιδηρόδρομοι αρχίζουν να ενώνουν τις Γερμανικές χώρες
φέρνοντας πιο κοντά έτσι τους Γερμανούς και φυσικά τη διακίνηση των ιδεών.
Ήταν θέμα χρόνου λοιπόν να αρχίσει να τίθεται το ζήτημα
της ένωσης των Γερμανών σε ένα κράτος. Ωστόσο το μεσαιωνικό σύστημα
διακυβέρνησης αρχίζει σιγά-σιγά και θεωρείται εμπόδιο σε αυτό το σκοπό.
Όταν μετά από δεκαετίες οι Γερμανοί ενώθηκαν κάτω από τον
Κάιζερ Βίλχελμ και τον Βίσμαρκ, αυτοί οι «φιλελευθεριστές»… εξαφανίστηκαν κι
έγιναν καθαρά εθνικιστές ζητώντας περισσότερη «σιδηρά πυγμή» εκ μέρους των
κυβερνόντων και περισσότερη υπακοή από τους υπηκόους των Γερμανικών κρατών.
Ωστόσο εκείνη την εποχή τα διάφορα πολιτικά δόγματα που
θα σχηματοποιηθούν πλήρως στα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του
20ου ακόμα είτε δεν έχουν σχηματοποιηθεί, είτε δεν υπάρχουν καν.
Στην πραγματικότητα ουδέποτε υπήρξαν πολιτικά δόγματα τα
οποία δεν επηρέασαν το ένα το άλλο.
Εν προκειμένω, οι θεωρίες του Φαλμεράϋερ, έπαιξαν αρκετά
σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη και άλλων δογμάτων που ολοκληρώθηκαν μέσα από
αλλεπάλληλες ιδεολογικές ζυμώσεις μέσα στο 19ο αιώνα.
Οι Γερμανοί, κοιμώμενοι από τον 5ο αιώνα μκχ πάνω
στις δόξες της κατάκτησης του προαιώνιου εχθρού τους της Ρώμης και βέβαιοι για
την μονοκρατορία τους μετά και την Άλωση της δεύτερης Ρώμης, «ζήλεψαν» όταν
είδαν τους επίσης Γερμανούς Φράγκους να επανασυστήνουν το κράτος του
Καρλομάγνου με δικές τους σημαίες, γλώσσα, εθνικό ύμνο, Αυτοκράτορα και να
φτάνουν μέχρι τη Μόσχα. Πολύ περισσότερο ανησύχησαν, όταν όχι μόνο μετά την
ήττα του Ναπολέοντα βρέθηκαν ανάμεσα σε μια υπερεκταμένη Ρωσία που έφτανε μέχρι
την Πολωνία και τη Μολδοβλαχία και μια πιο δυνατή Ναυτικά Αγγλία, αλλά ακόμα
και η ηττημένη Φραγκία ζήτησε και πέτυχε την διατήρηση της πολυδιάσπασης της
Γερμανίας, (πλην βέβαια της Πρωσσίας).
Ήθελαν μια γεωπολιτική αναδιάταξη για να διορθώσουν αυτή
την «αδικία» αλλά δεν ήξεραν πώς να το διατυπώσουν.
Η δε πολυεθνική Αυστρία αν και μεγάλη δύναμη της
Κεντρικής Ευρώπης, δεν εκπροσωπούσε το συναίσθημα των Γερμανών της σημερινής
Γερμανίας που αισθάνονταν έρμαια της πολιτικής των άλλων Ευρωπαίων και ήθελαν
να ζήσουν σε ένα μεγάλο κράτος όπως και οι λαοί των άλλων μεγάλων δυνάμεων της
εποχής (Φραγκία, Αγγλία, Ρωσία, Αυστρία κλπ).
Για να συμβεί αυτό έπρεπε αρχικά να δημιουργηθεί ένας
εχθρός ώστε να υπάρχει λόγος ένωσης. Έτσι λοιπόν, επιλέχθηκε η Ρωσία, η οποία
παρά το ότι από το «Μέγα» Πέτρο και μετά θεωρείται Ευρωπαϊκή δύναμη και παρά το
γεγονός ότι οι βασιλείς της ήταν έτσι κι αλλιώς Γερμανικής καταγωγής εμπόδιζε
την περαιτέρω επέκταση των Γερμανών προς την Ανατολική Ευρώπη ώστε ολόκληρη η
Ευρώπη πλέον να θεωρείται «Γερμανική Ήπειρος».
Στο πλαίσιο αυτό λοιπόν, ο Φαλμεράϋερ καταπολεμά το
«κατεστημένο» της εποχής του στις βασικές δομές του δηλαδή την χριστιανική
θεοκρατία και την απολυταρχική εξουσία.
Αυτό βέβαια δεν το κάνει βασιζόμενος πάνω σε κάποιο δήθεν
διεθνιστικό και «κοσμοπολίτικο» Μαρξιστικό σκεπτικό (όπως δηλαδή θέλουν να
πιστεύουν οι Μαρξιστές ότι εκφράζει το δόγμα τους) αλλά το αντίθετο.
-Θεοκρατία. Ο
Φαλμεράϋερ ως «φιλότιμος» Γερμανός δεν δέχεται την σύγχυση της πολιτισμικής
ταυτότητας των Γερμανών. Αυτό με απλά λόγια σημαίνει ότι δεν μπορεί από τη μια
να μαθαίνει και να νιώθει υπερήφανος για τους κατακτητές της Ρώμης προγόνους
του και από την άλλη να πρέπει να διδάσκεται να τιμά Ρωμαίους αγίους και να
αποδίδει πίστη στον Πάπα της Ρώμης (ασχέτως αν από τον 11ο αιώνα και
μετά η Παπική έδρα σχεδόν Γερμανοκρατείται ή είναι έρμαιο του κάθε Γερμανού ή
Φράγκου Βασιλιά). Θεωρεί ότι αυτό πρέπει να σταματήσει.
Η στάση του αυτή θα βρει τέτοια απήχηση ώστε ο Βίσμαρκ 40
χρόνια μετά θα προσπαθήσει να εκπαραθυρώσει τον Καθολικισμό και τον «Ρωμαϊσμό» από
την Γερμανία με τον περίφημο Kulturkampf (πολιτισμικό αγώνα), αν και
ανεπιτυχώς αφού εκτός από τις εξωτερικές παρεμβάσεις είχε να αντιμετωπίσει και
τις εσωτερικές αντιδράσεις των Καθολικών Γερμανών οι οποίοι ενώθηκαν σε ένα
«Κόμμα Κέντρου» και τους οποίους χρειαζόταν εναντίον των Σοσιαλιστών που τους
αντιπαθούσε περισσότερο.
-Αντικληρικαλισμός.
Για το λόγο αυτό δεν θεωρεί ως πρόβλημα τον χριστιανισμό αλλά τον κλήρο. Εάν
δηλαδή ο κλήρος δίδασκε έναν χριστιανισμό πιο… Γερμανικό αυτός δεν θα είχε
πρόβλημα όπως και οι μετέπειτα Γερμανοί οι οποίοι τον θεωρούν «πιο δικό τους»
σε σχέση με τον πιο «Ρωμαϊκό» Καθολικισμό.
-Αντιρωμαϊσμός.
Φυσικά στην εποχή του δεν υπήρχαν ούτε καν ερείπια Ελληνορωμαϊκά αφού τα
περισσότερα ήταν θαμμένα, γκρεμισμένα ή εξαφανισμένα.
Πως λοιπόν θα πολεμούσε μια Ρώμη που πλέον δεν υπήρχε; Η
απάντηση είναι συνδέοντας την αρχαία Ρώμη με μια νέα «νοητή» Ρώμη η οποία
περνώντας μέσα απο την μεσαιωνική «Νέα Ρώμη» του Κωνσταντίνου έφτανε μέχρι την
Τρίτη Ρώμη δηλαδή τη Μόσχα. Βέβαια σκοπίμως ξεχνά ότι και οι πάσης φύσεως
Γερμανοί αρέσκονταν να παριστάνουν τους Καίσαρες (Kaiser) ή να ονομάζουν το κράτος τους Ρώμη
(Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους), αλλά αυτό δεν παίζει ρόλο
αφού «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα»…
Γι αυτό και μιλά για μια «αιώνια Ρώμη» που θα αντιμάχεται
την πολιτισμένη Δύση. «Πολιτισμένη Δύση» βέβαια εννοεί τα Γερμανικά κράτη της
Δύτικής Ευρώπης που μετά την κατάρρευση της Ρωμαίκής Αυτοκρατορίας εποίκησαν
την Δυτική Ευρώπη σχηματίζοντας κράτη που πήραν το όνομα των Γερμανικών φύλων
που ήρθαν από την Κεντρική ή και Ανατολική Ευρώπη (Φράγκοι, Σάξονες, Άγγλοι,
Φρίσιοι, Γότθοι, Λομβαρδοί, Βουργουνδοί κλπ).
Εδώ βέβαια υπάρχει άλλη μια υποκρισία. Ο Φαλμεράϋερ ως εθνικιστής
Γερμανός απεχθάνεται τόσο τον Καθολικισμό του Πάπα (προτιμά τον «πιο Γερμανικό»
προτεσταντισμό) αλλά και την Ρωμαϊκή ιστορία για τον απλούστατο λόγο ότι η Ρώμη
πολέμησε του Γερμανούς και άρα είναι ιστορικός εχθρός.
Αλλά αφού η Ρώμη δεν αποτελεί πλέον πολιτικό κίνδυνο την
περιλαμβάνει στο «Δυτικό» Γερμανικό συνονθύλευμα γιατί υπάρχουν και πολλοί
Γερμανοί Καθολικοί (Φράγκοι, Αυστριακοί, Γερμανοί κλπ) και δε θέλει να
δημιοργήσει θρησκευτικές έριδες ανάμεσα σε Γερμανούς ξέροντας ότι οι Θρησκευτικοί
πόλεμοι του 16ου αιώνα αιματοκύλησαν την Ευρώπη με εκατοντάδες
χιλιάδες νεκρούς.
Για το λόγο αυτό άλλωστε στο «Δυτικό πολιτισμό»
περιλαμβάνει και την Ιταλία. Γιατί; Μα γιατί η Ιταλία εκτός του ότι στην εποχή
του διοικείται από Γερμανούς, εκλέγει Πάπες Γερμανούς ή έστω βρίσκεται υπό
Γερμανική επικυριαρχία. Οπότε όπως προανέφερα δεν αποτελεί κίνδυνο για τους
Γερμανούς. Τι γίνεται όμως εάν δημιουργηθεί ένα νέο ελληνόγλωσσο κράτος στην
Ανατολή με σύνορα ανάλογα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας; Αυτό βέβαια θα
ήταν πρόβλημα για τους Γερμανούς.
Χαρακτηριστική είναι η θεωρία του όπως διατυπώνεται από
τον ίδιο, οτι:
«Για
σχεδόν δεκαοκτώ αιώνες, όλη η ιστορία ήταν αποτέλεσμα της πάλης δύο βασικών
στοιχείων που χωρίζονται από την πολύ αρχή στα δύο από μια θεϊκή δύναμη: Μια
ευέλικτη ανάπτυξη της ζωής από τη μια πλευρά και μια άμορφη ανεξέλικτη στάση
από την άλλη. Σύμβολο της πρώτης είναι η Ρώμη με όλη τη Δύση να απλώνεται πίσω
της. Ενώ σύμβολο της τελευταίας είναι η Κωνσταντινούπολη με την αποστεωμένη
Ανατολή… Το ότι οι Σλάβοι μπορούν να γίνουν ένας από τους δύο παγκόσμιους
παράγοντες ή αν προτιμάτε, το είδωλο της αστράπτουσας εικόνας της Ευρωπαϊκής
ανθρωπότητας και ως εκ τούτου το ότι η γη δεν μπορεί να προχωρήσει σε
φιλοσοφική ανασυγκρότηση χωρίς τη συγκατάθεσή τους είναι η ακαδημαϊκή αίρεση τη
εποχής μας…»
Με άλλα λόγια μας λέει ότι οι Έλληνες είναι
οπισθοδρομικοί σε σχέση με τους Γερμανούς και φυσικά το ίδιο είναι και οι
Σλάβοι. Και τους δυό τους ενώνει η Ορθοδοξία. Και αυτός κατά τ’ άλλα είναι
«φιλελεύθερων απόψεων».
Το ότι βέβαια είχαμε μια Ορθόδοξη εκκλησία που σιχαινόταν
τους Δυτικούς (όχι βέβαια για τη Φραγκοκρατία αλλά για τους «άθεους
Διαφωτιστές») όπως σιχαινόταν και τον όρο Ελλάδα γενικότερα, είναι γεγονός.
Αλλά οι βιβλιστές Δυτικοί δεν μπορούν να παραδίδουν μαθήματα… προοδευτισμού.
Το αν το Ελληνικό κράτος δεν προόδευσε δεν έχει να κάνει
με τους παπάδες. Στα αποκαΐδια της Επανάστασης
με το ζόρι έδωσαν σύνορα μέχρι τον Παγασητικό (και αυτό εξαιτίας της πανάξιας
διακυβέρνησης του Καποδίστρια) και μάλιστα στενοχωρήθηκαν γι’ αυτό γιατί ήθελαν
αρχικά τα Ελληνικά σύνορα μέχρι τον Ισθμό!
Συνεπώς
με ένα κράτος όσο περίπου η Κορσική, κατεστραμμένο και ερημωμένο από δεκάχρονη
κανονική γενοκτονία (μέχρι να εποικήσουν την Πελοπόννησο με τον Ιμπραήμ
προσπάθησαν οι Τούρκοι και παρολίγο θα το κατάφερναν), με έναν πληθυσμό ο
οποίος ζούσε σε ένα καθυστερημένο μεσαιωνικό κράτος όπου όποιος γνώριζε γραφή
και ανάγνωση εθεωρείτο… «μορφωμένος», με μια Τουρκία έτοιμη να το «κατασπαράξει»,
με δανειστές που του δάνεισαν 2 και του χρέωσαν 5 και με τρεις δυνάμεις που όχι
απλά ανέλαβαν να το διοικούν εργολαβικά αλλά και σχημάτισαν τα δικά τους
κόμματα (Αγγλικό, Γαλλικό, Ρωσικό)… δηλαδή πώς ακριβώς περιμένουν οι επικριτές
του νεοελληνικού κράτους, κάτω από τέτοιες συνθήκες ένα κράτος να αναπτυχθεί
και να ευημερήσει;
Το ότι η Ανατολική Εκκλησία έπαιξε υπονομευτικό ρόλο στο
νέο κράτος είναι αποδεκτό (τουλάχιστον από τους μη φανατικούς). Αλλά από αυτό
μέχρι να πούμε ότι για όλα φταίει η εκκλησία, την ώρα που οι Ρωσοαγγλογάλλοι
κυβερνούσαν στη Βουλή, οι Βαυαροί βασίλευαν με φιρμάνια, οι μεγάλες δυνάμεις
ζήταγαν και έπαιρναν ότι ήθελαν (μέχρι και συγγνώμη από τη σημαία μας ζήτησαν
οι Άγγλοι επί Τρικούπη επειδή… προσβλήθηκε ο πρέσβης τους).
Στην παραπάνω θεωρία λοιπόν του Φαλμεράϋερ του απαντάει ο
κατά τ’ άλλα… φιλέλληνας και λάτρης της Ελληνικής αρχαιότητος Τιρς. Και τι του λέει; Του απαντάει ότι
«η
τοποθέτηση Δυτικών βασιλέων στους θρόνους των Σλαβικών Βαλκανικών κρατών είναι
επαρκής για την μη αναβίωση μιας ‘Βυζαντινοελληνικής’ παγκόσμιας Αυτοκρατορίας»…
Ουδέν σχόλιον!
Ο γιος και διάδοχος του Λουδοβίκου Μαξιμιλιανός II (1811-1864)
που ήταν πιο «ρεαλιστής» υπήρξε μαθητής του και του ανέθεσε να κάνει πολιτικές
αναλύσεις επί των Βαλκανικών θεμάτων τις οποίες και διατήρησε.
To
1847 o
Φαλμεράϋερ
θα ξεκινήσει το τρίτο ταξίδι του όπου θα φτάσει ξανά στην Αττική και θα έχει
συνάντηση με τον Βαυαρό βασιλιά της Ελλάδος τον Όθωνα και μετά θα βρεθεί στην
Κωνσταντινούπολη στο Μπουγιούκ Ντερέ, όπου παραθέριζε η Οθωμανική αριστοκρατία
και από κει θα ταξιδέψει μέσω Προύσσας και Σμύρνης στους «Αγίους Τόπους» (για
να μην ξεχνιόμαστε για τον «προοδευτισμό» του). Από κει γράφει για το πόσο
εντυπωσιασμένος είναι για την Γερμανική δύναμη και τις μεταρρυθμίσεις που
προωθεί η Οθωμανική κυβέρνηση σε σχέση με το «ερημωμένο» Βασίλειο της Ελλάδος.
Ο Μαξιμιλιανός II του προσφέρει Ακαδημαϊκή
έδρα στο Μόναχο και αυτός το μαθαίνει με χαρά όσο βρίσκεται στη Σμύρνη απ’ όπου
αναχωρεί αμέσως. Αν και δεν κάνει όπως αναφέρεται ούτε μια διάλεξη, συμμετέχει
στην Επαναστατική Βουλή του 1848 ως εκπρόσωπος των επαναστατών η οποία τελικά
όμως και καταπνίγεται.
Παρά τον πόλεμο που δέχτηκε από πολλούς δεν κατάφεραν να
τον αποπέμψουν από τα δημόσια φόρα, ενώ ο Φαλμεράϋερ μέχρι τα τέλη της ζωής του
δεν σταμάτησε τον αντιρωσικό του αγώνα. Ακόμα και προς τα τέλη της ζωής του
συμμετείχε με προθυμία ως ανταποκριτής στον Κριμαϊκό πόλεμο υποστηρίζοντας
θερμά την συμμαχία των Ευρωπαίων με τους Τούρκους και (για να μην ξεχνιώμαστε)
το τελευταίο του βιβλίο ήταν η «Αλβανική Μεσαιωνική Ιστορία»…
Επίλογος
Εν κατακλείδι ο Φαλμεράϋερ ήταν παγγερμανιστής και
θεωρούσε ότι κάθε απειλή (ακόμα και πιθανή) έναντι αυτής της πολιτικής πρέπει
να εξαλείφεται. Καταπολέμησε κάθε εξουσία στην πατρίδα του που εμπόδιζε την
ενοποίηση της Γερμανίας, ώστε ενωμένη να προσηλωθεί στην επέκταση και την
κυριαρχία όχι απλά στην Ευρώπη αλλά και στον κόσμο.
Θεωρούσε τους Σλάβους κύριο εχθρό και τους Τούρκους ως
απαραίτητο σύμμαχο όχι «γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς» αλλά γιατί οι
Γερμανοί έτρεφαν πάντα μια μύχια αγάπη σε αυτό το λαό που τους θύμιζε το παρελθόν
τους και τους θεωρούσαν ως «πολεμικό» λαό, πρότυπο για τους Γερμανούς.
Θεώρησε τους Έλληνες σοβαρό εχθρό διότι εάν ποτέ
δημιουργούσαν κράτος στις δυό πλευρές του Αιγαίου θα αποτελούσε γεωπολιτικό ανταγωνιστή
για τους Γερμανούς.
Για το λόγο αυτό απέρριπτε τον φιλελληνισμό και στη θέση
του προώθησε τον φιλοτουρκισμό και τον φιλοαλβανισμό που εξυπηρετούσαν καλύτερα
τα συμφέροντα του λαού του.
Ο βασικότερος όμως λόγος δεν ήταν τα συμφέροντα, αλλά το
ότι όπως ο μέσος Γερμανός σιχαινόταν τον Ελληνικό Πολιτισμό και ότι αυτός
εκπροσωπεί.
Τη μια κατηγορεί τους Έλληνες ότι είναι θεοκράτες, ενώ
και ο ίδιος είναι πιστός χριστιανός και την ίδια στιγμή μιλάει για την ανάγκη
καταπολέμησης της πιθανότητας να δημιουργηθεί ένα ελληνόφωνο κράτος στα
γεωγραφικά όρια του βυζαντίου.
Ως Γερμανός βλέπει γύρω του τον Γερμανικό απολυταρχισμό
σε όλη του την έκταση, αλλά δεν τον ενοχλεί και τον ενοχλεί ο Τσαρικός
απολυταρχισμός.
Διαλαλεί ότι τον ενοχλεί η Ρωσία γιατί δήθεν έχει
απολυταρχισμό, αλλά από την άλλη καλεί τους Ευρωπαίους να βοηθήσουν την Τουρκία
γιατί φράζει τη Ρωσία και θεωρεί εχθρούς τους Σλάβους.
Τη μια μιλά για φιλελευθερισμό και για πόλεμο κατά της
δεσποτείας και μετά απορρίπτει το δικαίωμα να απελευθερωθούν οι Έλληνες επειδή
δεν τους θεωρεί Έλληνες αλλά Σλάβους και
ας μιλάνε Ελληνικά.
Τον ενδιαφέρει το μέλλον των Γερμανών της Ευρώπης λες και
μόνο Γερμανοί ζουν στην Ευρώπη, αλλά σωπαίνει για οποιονδήποτε άλλο λαό ζει
εντός ή εκτός συνόρων της Αυστρίας και της Πρωσσίας και μάλιστα αν τύχει και
αναφερθείς ε Σλάβους ή άλλη μειονότητα/πλειονότητα τους θεωρεί εχθρούς, αλλά από
την άλλη θεωρεί ότι η Ελλάδα δεν είναι Ελλάδα αλλά Αλβανία επειδή κάτοικοί της
μιλούν ΚΑΙ τα Αρβανίτικα (ασχέτως αν οι περισσότεροι από αυτούς λένε ότι αισθάνονται
Έλληνες ) ή έστω επειδή υπάρχουν Αρβανίτες. Αλλά για τους παραδίπλα που μιλάνε
Ελληνικά και είναι Έλληνες δεν δίνει δεκάρα.
Φυσικά η Οθωμανική Αυτοκρατορία έχει κάθε δικαίωμα να θεωρείται
ομοιογενής και ας έχει μέσα από Βέρβερους και Άραβες, μέχρι Έλληνες και
Ούγγρους.
Ο Φαλμεράϋερ λοιπόν είναι ένας προπαγανδιστής και από
τους κύριους διαμορφωτές του Παγγερμανισμού. Δεν επηρέασε μόνο τους κατοπινούς
και μέλλοντες Γερμανούς εθνικιστές, αλλά και τους Μαρξιστές (ο Λένιν ανήκει σε
άλλη κατηγορία και θα αναφερθώ γι αυτόν σε άλλο άρθρο).
Ο ίδιος ο Μαρξ επηρεάστηκε από τις ιδέες του Φαλμεράϋερ
και αυτό φαίνεται από το ότι ενώ μέχρι το 1846 θεωρεί την Ελληνική Επανάσταση
δίκαιη και τον Τουρκικό ζυγό απάνθρωπο, με την έκδοση των βιβλίων του
Φαλμεράϋερ και ειδικά μετά το δεύτερο (1845), ο Μαρξ αλλάζει στάση και υιοθετεί
την παγγερμανική στάση ότι… οι Έλληνες είναι εμπόδιο.
Από αυτά πρέπει να γίνει κατανοητό από εμάς τους Έλληνες ότι δεν υπάρχει καμία εθνικιστική και διεθνιστική ιδεολογία.
Πρόκειται για
δόγματα που έχουν κοινή «μήτρα» τον παγγερμανισμό και γεννήθηκαν με κοινό σκοπό
την ένωση όλων των (λευκών) Γερμανών εναντίον όλων των μη Γερμανών.
Αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι η Δύση είναι κατά
κύριο λόγο «Γερμανική υπόθεση» συνεπώς μπορούν να μιλούν και να ακούγεται σαν
να επρόκειτο για όλους τους ανθρώπους.
Ο
όρος «Δύση» όμως δεν περιγράφει για τους Γερμανούς (όπως νομίζουν πολλοί
Έλληνες) μια γενική και αόριστη (και άρα «αθώα») γεωγραφική γενικότητα, αλλά
μια εθνολογική πραγματικότητα. Ένα Γερμανικό συνονθύλευμα στο οποίο «θέση έχουν
μόνο οι Γερμανοί»…



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου