Σάββατο 25 Νοεμβρίου 2017

Περί Μικρασιατικής εκστρατείας 1919-1922 Β' Μέρος

Για ποιό λόγο αναφέρομαι σε όλα αυτά;

Η Ελλάδα δεν είχε καν το περιθώριο να επιλέξει «με ποιόν θα ταχθούμε».
Από τη μια πλευρά ευρίσκοντο οι Γερμανοί που ήταν φύσει και θέσει αντίπαλοι των Ελλήνων, με τους οποίους δεν ήταν αντίπαλοι μόνο λόγω πολιτισμικού χάσματος, αλλά κυρίως γιατί (οι Γερμανοί) θεωρούσαν (και όχι άδικα) ότι οι Έλληνες οι οποίοι έβαιναν όχι απλά να κατισχύσουν, αλλά να αντικαταστήσουν σχεδόν πλήρως την Οθωμανική Αυτοκρατορία σε Ευρώπη και Μικρά Ασία, εμπόδιζαν τα σχέδιά τους.

Από την άλλη, ασχέτως του αν υπήρχαν διχογνωμίες, έριδες και μυστικές συνεννοήσεις μεταξύ των Δυνάμεων της Συνεννοήσεως, η συμμαχία μαζί τους αποτελούσε την μόνη δυνατή επιλογή για την Ελλάδα, από τη στιγμή που τα συμφέροντα Τούρκων αλλά και Βούλγαρων συνέκλιναν και στο τέλος (αν όχι εξ αρχής) ταυτίστηκαν με τους έτσι κι αλλιώς εχθρικούς (προς τους Έλληνες) Γερμανούς.

Ακόμα και αν ο Βενιζέλος είχε να αντιμετωπίσει σε επίπεδο διπλωματικό την αμφιταλάντευση της Βουλγαρίας και την μη επίσημη προσχώρηση της Τουρκίας στον πόλεμο υπέρ των Αυστρογερμανών, η ήδη διαμορφωθείσα κατάσταση θα έπρεπε να βρει ενωμένη την πολιτική ηγεσία της εποχής, παρουσιάζοντας μια ενιαία πολιτική που υποτίθεται ότι θα βασιζόταν σε μια ενιαία εθνική στρατηγική.

Οι Γερμανοί συνειδησιακά, τίθενται φύσει και θέσει εχθρικά προς τους Έλληνες, διότι μισούν οτιδήποτε θυμίζει Ελλάδα ή Ρώμη αφού είναι οι πρόγονοί τους που κατέστρεψαν μαζί με τον χριστιανισμό τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό.

Για το λόγο αυτό ενώ κατηγορούσαν τους Ανατολικορωμαίους αποκαλώντας τους «μειωτικά» Έλληνες, τους Έλληνες, από ιδρύσεως του Ελληνικού κράτους, τους αποκαλούν συνονθύλευμα λαών (βλέπε Φαλμεράϋερ).

Βέβαια αυτή την οπτική, δεν την έχουν μόνο οι Γερμανοί, αλλά και οι Γάλλοι, οι Άγγλοι και άλλοι παρατρεχάμενοι των Γερμανών, όπως υπάρχουν και Γερμανοί που σέβονται και αγαπούν τους Έλληνες και αυτό που αντιπροσωπεύουν.

Αλλά εδώ μιλάμε για το γενικό, το «κοινό» συναίσθημα και κυρίως για την πάγια εφαρμοσμένη πολιτική ενός κράτους. Συνεπώς οι όποιες εξαιρέσεις, δεν σημαίνει ότι παίζουν κάποιο ρόλο… απλά επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Οι Γερμανοί εν προκειμένω, ενώ για δεκαετίες προ του ξεσπάσματος του Α ΠΠ αναδιοργάνωναν τον Οθωμανικό στρατό, ενώ απειλούσαν και εκβίαζαν τους Έλληνες πρωθυπουργούς για τα δάνεια καθιστώντας τη χώρα έρμαιο των ορέξεών τους, ενώ ώθησαν τους Τούρκους να προβούν σε προκλήσεις ώστε να ξεσπάσει ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 με τις ολέθριες συνέπειες που όλοι ξέρουμε και την επιβολή διεθνούς οικονομικού ελέγχου.

Και αυτά είναι λίγα μόνο και αφορούν το Ελληνικό κράτος.

Η πολιτική της Γερμανίας γενικά στα Βαλκάνια δεν ήταν κατ’ ανάγκη μόνο ανθελληνική. Τα Βαλκάνια για τους Γερμανούς δεν θεωρούσαν καν ότι θα αποτελέσουν μέτωπο σε έναν πόλεμο.

Η Συμμαχία Γερμανών Αυστριακών, αφορούσε κυρίως την διεξαγωγή ενός διμέτωπου αγώνα, για την Γερμανία εναντίον της Γαλλίας και για τη δε Αυστρία, εναντίον της Ρωσίας.
Το ξέσπασμα του πολέμου στα Βαλκάνια μεταξύ Αυστρίας-Σερβίας ξάφνιασε τους Γερμανούς, οι οποίοι δεν το περίμεναν.

Για το λόγο αυτό παρατηρούμε ότι μόλις προ μηνών κατά τον Β Βαλκανικό πόλεμο ο οποίος κράτησε μόλις 39 μέρες, οι Γερμανοί συμφωνούσαν ε την παραχώρηση της Καβάλας στους Έλληνες.

Αυτό τώρα μας κάνει εντύπωση, αλλά τότε οι Γερμανοί (πλην Αυστριακών που δεν ήθελαν ούτε η Θεσσαλονίκη να ανήκει σε Ελληνικά χέρια) δεν ήταν αναγκαστικά εναντίον των Ελλήνων.

Εκτός του ότι ο φιλογερμανισμός των δύο κρατών ήταν περίπου εξασφαλισμένος αφού τόσο ο «Βούλγαρος», όσο και ο «Έλληνας» βασιλιάς, ήταν Γερμανικής καταγωγής (Χόχενστάφουφεν ο μεν, Γκλύξμπουργκ ο δε) και τα δύο κράτη, μαζί με την (χωρίς Γερμανό ηγεμόνα) Σερβία αλλά και την (μέχρι το 1911) αμφιταλαντευόμενη Οθωμανική Αυτοκρατορία (αμφιταλαντευόμενη ανάμεσα σε ουδετερότητα και προσχώρηση στην Τριπλή Συμμαχία και όχι βέβαια στην προσχώρηση στην Τριπλή Συνεννόηση αφού εκεί υπήρχε ο προαιώνιος εχθρός η Ρωσία…) αποτελούσαν πιόνια ενός πολύπλοκου γεωπολιτικού παιχνιδιού ισορροπιών ανάμεσα στην Τριπλή Συμμαχία και την Τριπλή Συνεννόηση, όπου το κύριο πρόβλημα δεν ήταν βέβαια το ποιος έχει το δίκαιο με το μέρος του αλλά το πώς θα είναι όλοι αδύναμοι ώστε κανένας να μην έχει την πρωτοκαθεδρία στα Βαλκάνια δημιουργώντας προβλήματα στους ίδιους σε ενδεχόμενη συμμαχία με τον εχθρό τους.

Αυτά βέβαια σε γεωπολιτικό επίπεδο. Σε πολιτικό επίπεδο όμως τα πράγματα ήταν ήδη πολύ χειρότερα και πριν το ξέσπασμα του Α’ ΠΠ.

Όπως προανέφερα οι Νεότουρκοι (ή Young Turks)  δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα συνωμοτικό κίνημα το οποίο βασισμένο πάνω σε εθνικιστικές αρχές και οράματα για ένα νέο καθαρά τουρκικό κράτος, έφτασαν από απλές αρχικά ομάδες αξιωματικών που μαζεύονταν κρυφά και μιλούσαν για τους πόθους τους, μέσα σε δεκαετίες, απέκτησαν δυναμική τέτοια ώστε να στελεχώνουν το κράτος, ενώ παράλληλα η προπαγάνδα τους διαχεόταν και στις μέχρι τότε ακόμα αδιάφορες και αστράτευτες μουσουλμανικές μάζες.

Συγκεκριμένα, οι Νεότουρκοι, οπαδοί, του Τούρκου Πρωθυπουργού Μιδάτ, οι οποίοι το 1908 επαναστάτησαν το 1908 με αρχηγούς τους Εμβέρ, Ταλάατ και Τζεμάλ, εκθρόνισαν τον Σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ Β΄ και αμέσως έθεσαν ένα σχέδιο εξοθωμανισμού του πληθυσμού της Αυτοκρατορίας. Αυτό το σχέδιο εξοθωμανισμού του πληθυσμού, είχε αποφασισθεί επισήμως από το 1911 σε συνεδρίαση του Κομιτάτου: «Όσο το δυνατόν γρηγορότερα, πρέπει να ολοκληρωθεί ο εξοθωμανισμός όλων των Τούρκων υπηκόων. Είναι σίγουρο βέβαια ότι αυτό δεν μπορεί ποτέ να επιτευχθεί με την πειθώ και θα πρέπει να προσφύγουμε στην ένοπλη βία».

Με το ξέσπασμα του Α’ Βαλκανικού πολέμου και την τουρκική ήττα, φάνηκε (για τους τούρκους) και το πόσο ευάλωτη είναι η Κωνστατινούπολη από μια εχθρική κατάληψη (η ίδια έντονη ανησυχία επανήλθε και κατά τη διάρκεια του Α’ ΠΠ, περίπτωση που όταν την αναφέρουν αργότερα στον Μεταξά στη συνομιλία του με τον Γούναρη τον Μάρτιο του 1921, ο Μεταξάς προσπαθεί να το υποβαθμίσει με βλακώδη επιχειρήματα εθνικιστικού τύπου όπως «οι πολιτικοί φοβήθηκαν… οι στρατιωτικοί πολεμούν…» κλπ). Για το λόγο αυτό ο Εμβέρ είχε δώσει εντολή για εκκένωση του υπουργείου Πολέμου (=υπουργείο Άμυνας) και για μεταφορά του στην Ανατολία (κάτι που θα έκανε αργότερα πράξη ο Κεμάλ), πράγμα όμως που σήμαινε ότι θα έπρεπε να «εκκενωθεί» (τουλάχιστον η Ανατολία) από στοιχεία που «μπορούσαν να προδώσουν»…



Για τους λόγους αυτούς ελήφθη και η απόφαση για τις εκτοπίσεις/σφαγές.

Η παράδοση της Αδριανουπόλεως (πρώτης πρωτεύουσας των Τούρκων στην Ευρώπη και άρα… «ιερής») αποτέλεσε την αφορμή για το ξέσπασμα του κινήματος της 23ης Ιανουαρίου 1913 οπότε οι κινηματίες εισήλθαν στην Υψηλή Πύλη άνευ αντιστάσεως μετά από συνεννόηση των κινηματιών με τον φρούραρχο ο οποίος αντί να στείλει την (μικρή έτσι κι αλλιώς) φρουρά να φυλάει, τους έστειλε στο ισόγειο να κοιμηθούν!

Οι συνωμότες φτάνοντας έξω από την κλειστή πόρτα του συμβουλίου που εκείνη την στιγμή συνεδρίαζε. Ακούγοντας το θόρυβο έξω ο Ναζίμ Πασάς (στρατιωτικός που είχε στο βιογραφικό του καταγεγραμμένη μια συνωμοσία ανατροπής του καθεστώτος, οπότε και συνελήφθη και καταδικάστηκε σε 5ετή φυλάκιση στο Ερζερούμ απ όπου δραπέτευσε στη Ρωσία και επανήλθε μετά την επανάσταση του 1908 αναλαμβάνοντας την επιτυχή άμυνα και σωτηρία της Κωνσταντινούπολης έναντι των Βουλγάρων στην Τσατάλζα) βγήκε έξω, όπου βλέποντας τους συνομώτες έβγαλε το όπλο του λέγοντας «τώρα θα ιδήτε», αλλά μια σφαίρα τον βρήκε και τον άφησε νεκρό. Φημολογείται ότι ο πυροβολήσας ήταν ο Ταλάατ ή ο Εμβέρ οι οποίοι ήταν δεινοί σκοπευτές. Σε κάθε περίπτωση μαζί με τον Ναζίμ, εκτελούνται και οι παριστάμενοι κλητήρες ώστε να μην υπάρχουν μάρτυρες ενώ ανάγκασαν τον Μέγα Βεζύρη (πρωθυπουργό) Κιαμήλ – Μπέη να υπογράψει σε ένα μικρό χαρτί την παραίτησή του…
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η δικτατορική τριανδρία υπό το όνομα «Κομιτάτο Ένωσης και Προόδου» των Μεχμέτ Ταλάατ Πασά, του Εμβέρ Πασά (υπουργός στρατιωτικών) και του Τζεμάλ πασά, κυβέρνησαν στυγνά την Οθωμανική Αυτοκρατορία από το 1913 έως το 1918.

Η απόφαση για συμμετοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α’ ΠΠ στο πλευρό της Γερμανίας, ήταν επιλογή της Τριανδρίας, η οποία ελήφθη σε μυστική συμφωνία που επετεύχθη την 2α Αυγούστου 1914 στη Γερμανία υπο τις ευλογίες της τελευταίας.

Από κει και πέρα ξεκινά ένα όργιο σφαγών, λεηλασιών, βιασμών, κακοποιήσεων και εκτοπίσεων με σκοπό τον αφανισμό όσων υπήρχε έστω και υποψία ότι μπορεί να ήταν ελληνογενείς ή Αρμένιοι, πολιτική που εφαρμόστηκε καθ όλη τη διάρκεια του Α ΠΠ και συνεχίστηκε και μετά από αυτόν μέχρι και το 1923.

Οι τρεις τους με το τέλος του πολέμου φυγαδεύτηκαν στη Γερμανία (ο Ταλάατ εκτελέστηκε το 1921 στο Βερολίνο από τον νεαρό Αρμένιο Σοχομόν Τεχλιριάν, ο οποίος είχε δει την οικογένειά του να ξεκληρίζεται κατά τις εκτοπίσεις Αρμενίων από τη Σεβάστεια τον Ιούνιο του 1915 και δικάστηκε σε Γερμανικό δικαστήριο όπου αθωώθηκε λόγω της επιληπτικής κρίσης που είχε υποστεί λόγω της οικογενειακής του τραγωδίας. Ο Εμβέρ σκοτώθηκε στη Σαμακαράνδη του Αφγανιστάν από περίπολο Αρμενίων-κομμουνιστών τον Αύγουστο του 1922…)

Στις 26 Ιουλίου 1909 ο ίδιος ο Γερμανός πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη Μiguel στέλνει αναφορά στο Βερολίνο σχετικά με τη συνάντηση του πατριάρχη Ιωακείμ Γ’ με τον Τούρκο πρωθυπουργό Σεφκέτ πασά. Για πρώτη φορά ένας Τούρκος πρωθυπουργός απειλούσε αυτοπροσώπως τον θρησκευτικό ηγέτη της μεγαλύτερης μειονότητας λέγοντας μεταξύ άλλων
 
«Θα σας κόψουμε τα κεφάλια. θα σας εξαφανίσουμε. Ή εμείς θα επιζήσουμε ή εσείς».

Οι Τούρκοι χωρίς προσχήματα πια περνούν στην επίθεση. Από κάθε γωνιά του Πόντου και της Μ. Ασίας έρχονται καταγγελίες. Στις 30 Μαΐου 1911 ο μητροπολίτης Αμασείας Γερμανός Καραβαγγέλης καταγγέλλει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και στο υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας τις βαρβαρότητες οργάνων της τουρκικής κυβέρνησης στην περιοχή του.

Οι Νεότουρκοι κηρύττουν οικονομικό πόλεμο σε καθετί ελληνικό. Απαγορεύουν τα ελληνικά προϊόντα και δεν επιτρέπουν στα ελληνικά πλοία να αγκυροβολούν σε τουρκικά λιμάνια. Αυτό το εμπορικό μποϊκοτάζ πραγματοποιείται σ’ ολόκληρη την Τουρκία και φυσικά και στον Πόντο. Η μισαλλόδοξη και αντιχριστιανική πολιτική των Νεότουρκων οδηγεί στους Βαλκανικούς Πολέμους, με ενωμένες τις χώρες της Βαλκανικής εναντίον της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου οι διωγμοί αυξήθηκαν. Στην Τραπεζούντα, οι Τουρκικές εφημερίδες παρακινούσαν τους αναγνώστες ν’ αρχίσουν τους διωγμούς και τις σφαγές. Οι σποραδικές δολοφονίες αρχίζουν να αυξάνονται. Χωρικοί που πήγαιναν να δουλέψουν στα χωράφια τους βρίσκονταν καθημερινά δολοφονημένοι. Οργανωμένες τουρκικές συμμορίες, κατά τη διάρκεια της νύχτας, λεηλατούσαν πόλεις και χωριά.

Οι διωγμοί εκδηλώθηκαν αρχικά με τη μορφή σποραδικών κρουσμάτων βίας, καταστροφών, απελάσεων και εκτοπισμών. Φαίνονταν σαν να προέρχονταν από ανεύθυνα κυρίως στοιχεία. Πολύ γρήγορα, όμως, έγιναν πιο συστηματικοί, πιο οργανωμένοι και εκτεταμένοι και στρέφονταν τόσο κατά των Ελλήνων όσο και κατά των Αρμενίων. Εμπνευστής και εγκέφαλος αυτής της επιχείρησης γενοκτονίας ήταν ο Μεχμέτ Ταλαάτ, υπουργός των Εσωτερικών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Με δικές του εντολές, που καλούσαν τις αρχές να μη δείχνουν κανένα έλεος και για τους χριστιανούς, εξαπολύθηκαν οι διωγμοί κατά των «ανεπιθύμητων» εθνοτήτων σε μια τεράστια έκταση. Οι εντολές αυτές δόθηκαν με τη μορφή απορρήτων τηλεγραφημάτων προς όλους τους πολιτικούς και στρατιωτικούς διοικητές των διαφόρων νομών, έπειτα από μια σύσκεψη που είχε ο Ταλαάτ στις 8 Μαΐου του 1914 με τους συνεργάτες του, Εμβέρ, Τζεμάλ, Νουρεντίν και άλλους ηγέτες των Νεότουρκων.

Ένα απ’ αυτά τα τηλεγραφήματα κατόρθωσε να το αποκτήσει έπειτα από δυο χρόνια η γαλλική εφημερίδα «Le Temps» και το δημοσίευσε στις 29 Ιουλίου 1916. Έλεγε τα εξής:
«Γιλντίζ 14-5-1914.

Προς τον διοικητή της Σμύρνης Ραχμή μπέη. Οι Έλληνες Οθωμανοί υπήκοοι της περιφέρειας σας αποτελούν πλειονότητα, η οποία δυνατόν να αποβεί επικίνδυνη. Γενικότερα, όλοι όσοι ζουν στα παράλια της Μικρασίας συμπεριλαμβανομένων και αυτών της Νομαρχίας σας πρέπει να εξαναγκαστούν  να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και να μεταφερθούν στους νομούς Ερζερούμ, Ερζιγκιάν και αλλού. Τούτο επιβάλλουν πολιτικοί και στρατιωτικοί λόγοι. Αν αρνηθούν να εκκενώσουν τις περιοχές τους, δώστε οδηγίες στους Μουσουλμάνους αδελφούς μας να τους εξαναγκάσουν μεταχειριζόμενοι προς τούτο κάθε μέσον και κάθε είδους έκτροπα. Οι Έλληνες πρέπει ακόμα να υποχρεωθούν να υπογράψουν βεβαίωση, στην οποία να δηλώνουν ότι φεύγουν και εγκαταλείπουν τις εστίες τους με δική τους θέληση και πρωτοβουλία. Η βεβαίωση αυτή είναι αναγκαία για να μη δημιουργηθούν αργότερα πολιτικά ζητήματα. Υπογραφές: Υπουργός Εσωτερικών Ταλαάτ, Διευθυντής υπουργείου Εσωτερικών Χιλμή».

Ήδη από το 1914, χιλιάδες πρόσφυγες είχαν καταφύγει στην Ελλάδα από τη Μικρά Ασία ενώ χιλιάδες άλλοι σκοτώθηκαν σε σημείο τέτοιο ώστε ακόμα και αν εφηρμόζετο η Συνθήκη των Σεβρών, οι πληθυσμιακοί συσχετισμοί θα ήταν έτσι κι αλλιώς αλλοιωμένοι.

Την ώρα λοιπόν που όχι απλά η Ελλάδα αντιμετώπιζε τη γενική σφαγή των εν Οθωμανική Αυτοκρατορία πληθυσμών της, όχι απλά είχε ληφθεί από τους Οθωμανούς ήδη προ ετών η απόφαση γι’ αυτή (για την οποία γενοκτονία ήταν ήδη ενήμερες όπως είπαμε οι Ελληνικές υπηρεσίες και εξαιρώ το τι μπορεί να γνώριζαν οι κυβερνόντες μέσω άλλων μυστικών διαύλων κλπ) αλλά ήδη επραγματοποιούντο σφαγές και χιλιάδες πρόσφυγες κατέφταναν στα λιμάνια της χώρας ενημερώνοντας (αν μη τι άλλο) το τι γινόταν στη Μικρά Ασία. Ο Κωνσταντίνος και ο μυστικοσούμβουλός του ο Μεταξάς ηρνούντο ακόμα και τότε να θέσουν τη χώρα σε επιστράτευση και εθνικό συναγερμό με το σκεπτικό ότι εάν μπει η Ελλάδα σε πόλεμο θα καταστραφεί…

Εννοείται ότι μόνο ένας ψυχικά τυφλός, τότε όπως και τώρα, δεν αναγνωρίζει το τι συμβαίνει. Μόνο ένας γερμανόφιλος μπορεί να βλέπει τη γενιά του να σφάζεται και αυτός όχι απλά να εφευρίσκει προσχήματα για να μην στρατευθεί, αλλά και να κατεργάζεται τρόπους για το πώς θα εμποδίσει τους συμπατριώτες του από το να πράξουν το αυτονόητο, δηλαδή να κατευθυνθούν στο πλησιέστερο στρατολογικό γραφείο να στρατευθούν.

Βέβαια οι γερμανόφιλοι δεν είναι οι μόνοι. Υπάρχουν και οι Μαρξιστές. Οι Μαρξιστές οι οποίοι αφενός μεν θεωρούν ότι έπρεπε να αφήσουμε τους Έλληνες της Μικράς Ασίας να σφαχτούν μέχρι ενός για να μη γίνουμε ιμπεριαλιστές και απ την άλλη παριστάνουν και τους τιμητές για το ποιος φταίει για την μικρασιατική καταστροφή!

Αυτοί που έπρεπε να έχουν θέση μαζί με πλήθος άλλων δίπλα στους έξι…

Που οι πάτρωνές τους της Ρωσίας εφοδίαζαν τον Κεμάλ για να αποτελειώσει το έργο του… έρχονται τώρα να μας πουν ότι η ελληνική πολιτεία φέρθηκε βάναυσα στους πρόσφυγες γιατί τους θεωρούσε τουρκόσπορους!

Που όταν ήρθαν οι πρόσφυγες και πριν συνειδητοποιήσουν οι κομμουνιστές ότι οι πρόσφυγες δεν θα μείνουν προσωρινά στην Ελλάδα (όπως το 1914), ζητούσαν να μην εγκαθίστανται στην Βόρειο Ελλάδα γιατί αλλοιώνουν τον πληθυσμό!

Βέβαια δεν τους πείραξε όταν ο Κεμάλ έβαλε σε ένα καράβι τους ηγέτες του ΚΚ της Τουρκίας και τους βύθισε στον Εύξεινο Πόντο γιατί ως σύμμαχος των Μπολσεβίκων ήταν πιο σημαντικός ο «αντιιμπεριαλιστικός πόλεμος» κατά των Ελλήνων παρά οι ζωές των συντρόφων τους…

Αναρωτιέμαι πόσες σαμπάνιες να άνοιξαν οι «σύντροφοι» της Σοβιετίας όταν κατέρρευσε το μέτωπο…

Ως απόγονος προσφύγων μικρασιατών λοιπόν, πρέπει κι εγώ να αναφέρω με τη σειρά μου ότι και μόνο σαν αστείο αν ελέγετο το ότι καλώς «ηττήθηκαν οι αστοτσιφλικάδες στην Μικρά Ασία», συντασσόμενοι πλήρως με τους διαπράξαντες τέτοιο έγκλημα, θα έπρεπε δια παντός να απαγορεύσουν την ύπαρξη κόμματος με το όνομα ΚΚ στην Ελλάδα…

Ωστόσο την διακυβέρνηση της χώρας στην εποχή που αναφερόμαστε, δηλαδή λίγο πριν το ξέσπασμα του Α ΠΠ, όσο και αρκετά αργότερα, δεν την είχαν οι Βενιζελικοί, αλλά ο βασιλιάς. Ο Βενιζέλος ήταν μεν πρωθυπουργός, αλλά προφανώς ο Κωνσταντίνος θεωρούσε ότι ο πρωθυπουργός της χώρας δεν πρέπει να αποτελεί τίποτα παραπάνω απο ένα φερέφωνο του βασιλιά, όπως ακριβώς ακόμα και τότε γινόταν στην Πρωσία και την Αυστρία.

Με άλλα λόγια ο λαός ότι κι αν ψήφιζε έπρεπε να άρχει Γερμανός.

Αυτό όμως δεν συνέβη χωρίς συνέπειες. Και ποιες ήταν οι συνέπειες του Διχασμού; Εδώ εννοούμε βέβαια σε επίπεδο Διεθνών σχέσεων και γεωπολιτικών ισορροπιών, πέραν των οικονομικών, κοινωνικών, στρατιωτικών κλπ προβλημάτων που αντιμετώπισε βέβαια η χώρα εξαιτίας της Γερμανοφιλίας των Κωνσταντίνου-Μεταξά:

1.Η κατάρρευση της Σερβίας
2.Η συνθηκολόγηση της Ρουμανίας
3.Η αποτυχία της Συνεννόησης στα Δαρδανέλια
4.Η κατάρρευση της Ρωσίας
5.Η ενίσχυση των υπολοίπων μετώπων των Κεντρικών Δυνάμεων
6.Ο αφανισμός/διωγμός των Ελλήνων από Οθωμανική Αυτοκρατορία και Βουλγαρία με ότι αυτό συνεπάγεται…

7.την έχθρα των χωρών της Αντάντ η οποία έτσι κι αλλιώς δεν είναι και απαραίτητο να μετετρέπετο σε «αγάπη» εάν λαμβάναμε μέρος στην πόλεμο εξ αρχής, αλλά με τόσους νεκρούς, τόσες χαμένες μάχες, τόση καταστροφή και με μια χώρα που είχε αξιώσεις σε περιοχές που είχαν κι αυτοί, ήταν λογικό να επισύρει όχι απλά το μίσος, αλλά και να τους δώσει το κίνητρο να σαμποτάρουν την Συνθήκη των Σεβρών, η κατάρρευση της οποίας μετά δεν πρέπει να προκαλεί την απορία, αλλά το ερώτημα «ποιος κατίσχυσε την διαπραγματευτική θέση της χώρας»… και φυσικά όταν μιλάμε για «χώρα» δεν μιλάμε για κάτι απρόσωπο αλλά για το λαό της…

Όταν στην αρθρογραφία Βενιζέλου-Μεταξά, ο Βενιζέλος θα κατηγορήσει τον Μεταξά ότι στην ουσία αυτός είναι ο υπαίτιος για την παράταση του πολέμου, για το πλήθος των νεκρών κλπ κλπ, ο Μεταξάς με θράσος θα παραστήσει και τον ανίδεο λες και η υπόθεση αφορά τη συζήτηση δυό γερόντων σε καφενείο ή λες και είπε κανείς ότι η Ελλάδα θα μπορούσε με το στρατό της να καταλάβει τον κόσμο. Ο Βενιζέλος κάθεται και αναλυτικά εξηγεί το τι ΔΕΝ θα γινόταν εάν ελάμβανε ευθύς εξ αρχής η Ελλάδα μέρος και φυσικά δεν εννοεί η Ελλάδα μόνη της, αλλά μαζί με τα στρατεύματα της Ανταντ, πράγμα που έγινε και που ο Βενιζέλος ως ο καθ’ ύλην αρμόδιος είχε εξασφαλίσει από το 1914. Ο δε γερμανός (Μεταξάς) κάθεται και του «αναλύει» γιατί δεν θα μπορούσαν… Δηλαδή ένας λοχαγός Α τάξεως του 1914, κάθεται και κάνει… μαθήματα στον πρωθυπουργό και του λέει ότι εκείνος δεν ήξερε, οι σύμμαχοι του έλεγαν ψέματα και οι Γερμανοβούλγαροι με τους Τούρκους (οι οποίοι είχαν θανατώσει χιλιάδες ελλήνων ενώ ακόμα ήμασταν ουδέτεροι!) μας έλεγαν την αλήθεια…


Στρατιωτικά αίτια

Τα στρατιωτικά λάθη ήταν πολλά. Ωστόσο η Ελλάδα φρόντισε «αριστοτεχνικά» να απεμπολήσει κάθε στρατιωτικό τέχνασμα προκειμένου να προστατεύσει τους μικρασιατικούς πληθυσμούς

1.Ο Ελληνικός στρατός δεν ξεκίνησε τους πολέμους οργανωμένος κατά τα πρότυπα τα Δυτικά. Το ωραίο είναι ότι ακόμα και τα σχολικά βιβλία, ενώ μιλούν για αναδιοργανωμένο Ελληνικό στρατό το 1912-1913, μετά από 8-9 χρόνια μιλούν για έναν αποδιοργανωμένο στρατό με παρωχημένο εξοπλισμό και πολεμικό δόγμα.

Οι ιστορικοί που γράφουν τέτοιες μπαρούφες στα παιδάκια καλά θα ήταν να ασχοληθούν με ψήσιμο καφέ παρά με την ιστορική επιστήμη!

Ο Ελληνικός στρατός μπορεί μεν να είχε μια οργανωμένη πολεμική προπαρασκευή την τριετία 1909-1912 και ίσως και λίγο πιο πριν, αλλά όλα έγιναν εκ του προχείρου.

Για να είμαι ακριβής στρατιωτική προπαρασκευή σχετικά ικανοποιητική, υπήρξε από το 1897 μέχρι το 1909. Ωστόσο αυτή, καθιστούσε την Ελλάδα σημαντική δύναμη σε συνδασμό με άλλες δυνάμεις της περιοχής ή της Συνεννόησης. Μόνη της δεν μπορούσε να εγείρει σοβαρές αξιώσεις. Παράλληλα υπάρχει και προπαρασκευή που δεν αρκεί να έχεις λεφτά για να την αγοράσεις, αλλά θέλει σοβαρή εκπαίδευση και φυσικά χρόνο. Και τέτοιο η Ελλάδα δεν είχε, σε αντίθεση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία που είχε ξεκινήσει όπως προέγραψα ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα την στρατιωτική της αναδιοργάνωση.

Απλά τα όποια προβλήματα του Ελληνικού στρατού, δεν φάνηκαν κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών, διότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία πολεμούσε σε πολλά μέτωπα, τόσο κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων, όσο και κατά τη διάρκεια του πολέμου της Λιβύης.

Παράλληλα οι Οθωμανοί δεν είχαν προλάβει να οργανώσουν στρατό ανοικτού πεδίου, αρκούμενοι σε έναν στατικό πόλεμο οχυρώσεων-χαρακωμάτων, τον οποίο όμως τον είχαν προτείνει οι ίδιοι οι Γερμανοί στους Οθωμανούς σαν μια πρόχειρη λύση, αφού έβλεπαν ότι οι τούρκοι ακόμα δεν ήταν ικανοί να προβούν σε πόλεμο σε ανοικτά πεδία.

Όλα αυτά βέβαια έχουν την ιδιαίτερη σημασία τους, διότι αργότερα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, εκμεταλλευόμενη τον υπάρχοντα εξοπλισμό (+ ότι πολεμοφόδια τους άφησαν οι Γερμανοί στις αποθήκες τους στην Μικρά Ασία) μαζί με την τεράστια πολεμική πείρα που απέκτησαν τα στρατιωτικά στελέχη της σε διάφορα μέτωπα από τη Μεσοποταμία και την Αίγυπτο, μέχρι την Ευρώπη και τον Καύκασο χρησίμευσε στον πόλεμο εναντίον των Ελλήνων, των οποίων οι αξιωματικοί όχι μόνο δεν είχαν πολεμήσει την τελευταία δεκαετία, αλλά ανέλαβαν πόστα ακόμα και σε επίπεδο Συντάγματος αναδρομικά, δηλαδή με το βαθμό που θα είχαν εάν δεν απετάσσοντο από την διακυβέρνηση Βενιζέλου.

2.Ο Εθνικός Διχασμός προκάλεσε πλήθος προβλημάτων. Ωστόσο το κυριότερο ήταν ο ψυχολογικός πόλεμος. Είναι ψυχοφθόρο για έναν πολίτη και ακόμα περισσότερο για έναν στρατιώτη, να βλέπει την πολιτική και εν προκειμένω τη στρατιωτική ηγεσία να διαχωρίζεται στο εάν πρέπει ή δεν πρέπει να βγει σε πόλεμο. Ο στρατιώτης υποτίθεται ότι ακολουθεί τις διαταγές των ηγεσιών του, οι οποίες με τη σειρά τους (υποτίθεται) ότι πράττουν για το δημόσιο συμφέρον.

Φανταστείτε όμως την ψυχοσύνθεση που διαμορφώνει ένας στρατευμένος όταν πχ ο λοχαγός του θεωρεί ότι ο πόλεμος στον οποίο συμμετέχουν είναι δίκαιος και ο συνταγματάρχης θεωρεί ότι είναι άδικος ή το αντίστροφο!

Σε μια τέτοια περίπτωση, όπου το ηθικό κάμπτεται και αφού επικρατεί η γενική στασιμότητα, η αβελτηρία και οι εσωτερικές συγκρούσεις, λογικό είναι, ακόμα και εάν διαθέτει την αντίληψη και το σθένος να αγωνιστεί για έναν δίκαιο για τη χώρα του σκοπό, να μην θέλει αφού… ποιος θα τον οδηγήσει;

Από την άλλη η συνδυασμένη προπαγάνδα των Γερμανών με τους φιλομοναρχικούς στην Ελλάδα, έδρασε όπως ακριβώς στην Σοβιετική Ένωση.

Αφού οι Γερμανοί είχαν σχηματίσει το μπλοκ της συμμαχίας τους, δεν ήθελαν πλέον την Ελλάδα η οποία θα δημιουργούσε προβλήματα στον μελλοντικό διαμοιρασμό των εδαφών, όταν δηλαδή οι Γερμανοί θα κέρδιζαν τον πόλεμο, όπως τουλάχιστον υπολόγιζαν.
Για το λόγο αυτό θεωρούσαν ότι οι Έλληνες έπρεπε πάση θυσία να μείνουν αμέτοχοι για… όταν έρθει η ώρα…

Το θέμα όμως είναι ότι το γερμανικό «δηλητήριο», (το οποίο θα ξαναδοκιμαστεί κατά τον Β’ ΠΠ στους Γάλλους με το pour quoi = Για ποιόν να πολεμήσουμε) συνέχισε να επιδρά, όχι απλά και μετά την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο, αλλά και μετά το πέρας αυτού, κατά τη Μικρασιατική εκστρατεία.

Απόηχος εκείνων των γερμανικών προπαγανδιστικών συνθημάτων του τύπου «τι θέλουμε εμείς σε αυτόν τον πόλεμο», ακούγονταν όχι μόνο κατά την διάρκεια της εκστρατείας εναντίον του Κεμάλ αλλά μέχρι και σήμερα.

Το σύνθημα αυτό, χρησιμοποιήθηκε βέβαια κατά κόρον από τους οπαδούς του Δανού μονάρχη αλλά και τους κομμουνιστές… «όλως περιέργως»…

3.Η απώλεια (=εξόντωση) πλήθους ελλήνων των μη απελευθερωμένων περιοχών που θα μπορούσαν να επιστρατευθούν αλλά και η μη χρησιμοποίησή τους από το ελληνικό κράτος για άγνωστους λόγους. Το δε επιχείρημα που χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα από διάφορους ιστορικούς (και μη) ότι «δεν ήταν εφικτό» χωρίς επιπλέον εξήγηση ούτε καινούργιο είναι σαν επιχείρημα ούτε στέκει (ακόμα και αν γινόταν προσπάθεια να εξηγηθεί).

Ο ίδιος ο Λίμαν Φον Σάντερς δίνει εντολή για «απομάκρυνση» (=εξόντωση) των Ελλήνων απο τα παράλια και την Δυτική Μικρά Ασία, ενώ ψέγει τους Τούρκους διοικητές επειδή δεν τους εξόντωσαν αλλά «απλά» τους έδιωξαν, με το σκεπτικό ότι «αυτοί θα μπορούσαν να εξοπλιστούν και να χρησιμοποιηθούν τάχιστα» σε περίπτωση ένοπλης σύγκρουσης. Και το ωραίο είναι ότι αυτό δεν αποτελεί κάποιο αβάσιμο φόβο, αφού και οι Αρμένιοι σχημάτισαν σώματα και πολέμησαν με τους Ρώσους και για το λόγο αυτό οι Τούρκοι ξεκίνησαν γενικευμένες σφαγές εναντίον τους από το 1915 και την ήττα τους στη μάχη του Σαρίκαμις.

Άλλωστε αυτό έκανε και ο Κεμάλ. Ο στρατός του δεν απετελείτο ολόκληρος από μάχιμες μονάδες παρά μόνο τον αρχικό πυρήνα (περίπου 30-35.000) και από κει και πέρα λιποτάκτες του Σουλτανικού στρατού και οι περισσότεροι επίστρατοι.

Αλλά για να ληφθούν τέτοιες αποφάσεις χρειάζεται σθένος, μυαλό και φυσικά οργανωτικό πνεύμα τα οποία ουδόλως διέθεταν οι κυβερνόντες της «Ηνωμένης Αντιπολίτευσης» η οποία μάλιστα παραδέχεται ότι δεν γνωρίζει «περί στρατιωτικών θεμάτων» κατά τη συνομιλία τους με το Μεταξά.[8]

4.Η απώλεια του Δ Σώματος στρατού μαζί με τον εξοπλισμό του το οποίο δε γύρισε ποτέ ολόκληρο παρά μόνο όσοι κατάφεραν να δραπετεύσουν από το Γκαίρλιτς… Το σώμα αυτό ξαναέστησε ο Θεόδωρος Πάγκαλος στον Έβρο το 1922…

5.Η απομάκρυνση των αξιωματικών που υπήρχαν μέχρι τον Νοέμβριο του 1920 και η στελέχωσή του στρατού με άτομα μειωμένης στρατιωτικής αντίληψης και ικανοτήτων μέχρι και σε επίπεδο Συνταγμάτων με βαθμούς που πήραν αναδρομικά (!) επειδή «τους τα στέρησε ο Βενιζέλος»… Κατ αυτόν τον τρόπο, με εξαίρεση κάποιους αξιωματικούς μέσης βαθμίδος, οι υπόλοιποι, όταν δεν ήταν παντελώς άσχετοι με βαθμούς και γαλόνια που τα πήραν ελέω γνωριμιών, ήταν απόλεμοι επί δέκα χρόνια. Κυρίως όμως ας μην γελιόμαστε… οι άνθρωποι ήταν άσχετοι όσο και αυτοί του Επιτελείου…
  
6.Απο κει και πέρα έχουμε να κάνουμε με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της περιόδου 1919-1922 όπου η κάθε μια θα μπορούσε να επιτύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα παρά τις βλακείες που λέγονται σήμερα ότι «ανέλαβε έργο που δεν μπορούσε να φέρει σε πέρας» ή ότι «ήταν λάθος η εκστρατεία στην Άγκυρα» ή «οι Έλληνες στρατιώτες ήταν κουρασμένοι γιατί πολεμούσαν δέκα χρόνια» και άλλες τέτοιες μπαρούφες.

Οι ισχυρισμοί δεν είναι μόνο ανιστόρητοι και αβάσιμοι αλλά ξεπερνώντας και τα όρια του γραφικού θα μπορούσαν να είναι γελοίοι αν το αποτέλεσμα δεν έφερνε όλεθρο.

Τι πραγματικά έπρεπε να γίνει και δεν έγινε – Ποια τα σημεία «κλειδιά» της περιόδου 1912-1922

1.Η ύπαρξη των Κωνσταντίνου – Μεταξά στο τιμόνι της εξουσίας και η υποτίμηση εκ μέρους του Βενιζέλου της Γερμανικής κατασκοπείας και επιρροής.

Κακά τα ψέμματα… Η όλη συμπεριφορά του βασιλιά και του περιβάλλοντός του, δεν μαρτυρούν ανθρώπους που «απλά» δεν θέλουν να βάλουν την πατρίδα τους σε κίνδυνο. 

Εδώ βλέπουμε ότι υπάρχει οργανωμένη πολιτική σε κάθε επίπεδο με σκοπό όχι απλά να μπλοκάρει έναν «πολεμοχαρή» πολιτικό (όπως έλεγαν τον Βενιζέλο) αλλά να καταστήσει τη χώρα άχρηστη στον πόλεμο με κάθε τρόπο.

Από την άλλη τα πράγματα είναι οφθαλμοφανή. Η Γερμανία ούτε δίκαιους σκοπούς είχε και πολύ περισσότερο δεν είχε καλές προθέσεις για την Ελλάδα.

Οι Γερμανοί ξεκίνησαν έναν πόλεμο για να αντικαταστήσουν στην παγκόσμια πρωτοκαθεδρία την Αγγλία βάζοντας στο «θρόνο» τους ίδιους.

Παράλληλα ήταν γνωστές από δεκαετιών οι παγγεμανικές «ονειρώξεις» των δογματικών του Γερμανικού εθνικισμού οι οποίοι δεν περιορίζοντο μόνο σε ποιήματα, τραγούδια και ομιλίες, αλλά ανέπτυσσαν θεωρίες και κατίρτιζαν και χάρτες για το πώς θα ήταν η Γερμανία όταν θα αποκαθιστούσε την παγκόσμια τάξη.

Επίσης πασίγνωστη ήταν και η Γερμανική πολιτική της μικρής (αλλά φυλετικά καθαρής…) Γερμανίας (Klein Deutschland=Μικρή Γερμανία) που μάλιστα επέβαλε ο Βίσμαρκ επί της Αυστροουγγαρίας με πόλεμο, η οποία Αυστροουγγαρία ήθελε μια Μεγάλη Γερμανία (Gross Deutschland).

Από κει και πέρα Γερμανοί και Αυστριακοί, σε ότι αφορά τα Βαλκάνια έπαιζαν το παιχνίδι του «καλού και του κακού αστυνομικού» με σκοπό αφενός μεν να αποσπούν θετικές για τις χώρες τους εντυπώσεις από τους Βαλκανικούς λαούς σε σχέση με τις άλλες Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) ώστε να μην έχουν ερείσματα και αφετέρου καμιά χώρα της περιοχής (ούτε και οι Τούρκοι) να αποκτήσει τέτοια δύναμη ώστε να μην έχει ανάγκη κανέναν.

Για το λόγο αυτό ήταν η Γερμανία που «έδωσε τη συγκατάθεσή της» να σχηματιστεί η συμμαχία Βούλγαρων-Σέρβων και Μαυροβουνίων λίγο πριν ξεσπάσει ο Α Βαλκανικός πόλεμος.

Όταν είναι αδύναμοι όλοι, τότε υπάρχει μεγαλύτερη ζήτηση για συμμαχία με τη Γερμανία. Σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσονται «φιλελληνικές» κινήσεις των Γερμανών που αλλιώς δεν θα μπορούσαν να εξηγηθούν όπως η συγκατάνευση για τις ελληνικές αξιώσεις στη Συνθήκη του Βερολίνου το 1878, η συμφωνία στην παραχώρηση της Καβάλας στην Ελλάδα κ.ά.
Από την άλλη πρέπει να γίνει κατανοητό ότι οι Γερμανοί, μετά από μια σειρά νικών το β μισό του 19ου αιώνα εναντίον Δανών, Αυστριακών, Γάλλων κλπ, είχαν δημιουργήσει εκ των πραγμάτων έναν μύθο γύρω απ’ τον «αήττητο Πρωσικό στρατό» δίνοντας περαιτέρω βάρος στις πολιτικές της χώρας αυτής.

Κατ΄ αυτόν τον τρόπο, πέραν του ότι με το ξέσπασμα του πολέμου, όλοι νόμιζαν ότι αυτός θα κρατούσε λίγο (δεν είχαν άδικο στο να το νομίζουν αυτό… άλλο αν δεν συνέβη) θεωρούσαν επίσης ότι ούτε υπήρχε η πιθανότητα δημιουργίας μετώπου στα Βαλκάνια, όπως και επίσης δεν καταλάβαιναν την χρησιμότητά του αν ποτέ αποφάσιζαν κάτι τέτοιο οι σύμμαχοι… Στον Β’ ΠΠ βέβαια οι Γερμανοί θα λάβουν τα μέτρα τους αφήνοντας τους Έλληνες να νομίζουν μέχρι σήμερα ότι ο πόλεμος μπορούσε να είχε αποφευχθεί αν δεν υπήρχαν οι… «καταραμένοι Άγγλοι»…

Αυτά και πολλά ακόμα θα έπρεπε να είχαν δημιουργήσει στην κοινή γνώμη αλλά και την πολιτική σκέψη της εποχής (πέραν του Βενιζέλου) την πεποίθηση ότι πάσα στασιμότητα της Ελλάδος σε θέματα που αφορούσαν την εσωτερική αλλά και εξωτερική πολιτική αποτελούσε κίνδυνο – θάνατο για την ύπαρξη του κράτους έναντι δύο τεράστιων κρατικών οντοτήτων με εθνικιστικούς προσανατολισμούς, πολύ κοντά στα εθνικά σύνορα και με παρελθόν συμμαχίας με γειτονικά ανταγωνιστικά κράτη.

Και όλα αυτά, την ίδια ώρα που ο πρωθυπουργός καλεί την ανώτατη ηγεσία της χώρας σε συναγερμό και τα λιμάνια γεμίζουν με πρόσφυγες των απέναντι ακτών.
Φανταστείτε μόνο μια άλλη χώρα όχι απλά από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, αλλά έστω και γειτονικές, να είχε να αντιμετωπίσει ανάλογη κατάσταση, ποια θα ήταν η απόφασή της…

Και αντί Κωνσταντίνος και περιβάλλον να ταχθούν με τους εκ των πραγμάτων συμμάχους, δηλαδή τους Αγγλογάλλους, παρέβαλε βλακώδη επιχειρήματα, προκειμένου να πείσουν ως προς τι; Ότι αν κέρδιζαν οι Γερμανοί θα βγαίναμε κερδισμένοι; Ή μήπως ότι καθήμενοι με σταυρωμένα χέρια το πρόβλημα θα έμενε έξω από την πόρτα μας, όταν με Σερβία κατεκτημένη και τους Γερμανοβούλγαρους με λυμένα χέρια, έπρεπε πλέον απερίσπαστοι να δουν τι θα κάνουν με την Ελλάδα; Θα την αφήσουν «ακέραια» για να κάνει ο Κάϊζερ το χατήρι του γαμπρού του Κωνσταντίνου ή μήπως θα τη μοιράσουν στους συμπολεμούντες συμμάχους τους;

Αλλά εδώ τα λόγια είναι περιττά. Προσωπικά θεωρώ ως πιστές τις καταγραφές του Βενιζέλου και πολλών άλλα και έγκριτων ιστορικών της εποχής περί συνεννοήσεων Κωνσταντίνου-Γερμανών.

Έτσι κι αλλιώς, ακόμα και οι δικαιολογίες του Μεταξά στην κατά Βενιζέλου αρθρογραφία το 1934 είναι βλακώδης κι θα αναφερθώ παρακάτω σε αυτή.

Ο Βενιζέλος όφειλε λοιπόν να περιορίσει ή καλύτερα να πατάξει τον Κωνσταντίνο, να κάνει δηλαδή ότι θα έκανε οποιοδήποτε κράτος της εποχής «για λόγους εθνικής ασφάλειας».
Το να συζητάς τις προθέσεις σου με ένα άτομο το οποίο, σε μια κατάσταση καταφανή, αρνείται να ακολουθήσει το αυτονόητο προβάλλοντας συνεχώς προσκόμματα ενώ υποπτεύεσαι κιόλας (σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο Βενιζέλος), σε κάνει έστω και άθελα, συνεργό σε εθνικό έγκλημα. Πολύ περισσότερο που εδώ δεν έχουμε να κάνουμε εθνικό συμφέρον για πετρελαιοπηγές, πετρελαιαγωγούς, δολάρια και ορυχεία χρυσού, αλλά για ζωές ανθρώπων εκ των οποίων όσοι επιβιώνουν από πορείες εξόντωσης στα βάθη της Ανατολίας ή στην Ανατολική Ρωμυλία, καταφτάνουν εξαθλιωμένοι ως πρόσφυγες στα λιμάνια που διοικείς.

Με άλλα λόγια δηλαδή και λαμβάνοντας υπόψη το τι γίνεται σε άλλες χώρες, το λάθος εν προκειμένω ήταν του Βενιζέλου και όχι του Κωνσταντίνου και του κάθε Μεταξά που έπαιζαν το (Γερμανικό) παιχνιδάκι τους πάνω στις πλάτες των Ελλήνων και των δυό πλευρών του Αιγαίου…

2.Το δεύτερο κρίσιμο λάθος ήταν η μη είσοδος της Ελλάδος μέχρι το 1916. Αποτέλεσμα της συνεννοημένης αυτής πολιτικής Κωνσταντίνου-Γερμανών ήταν η κατάρρευση της Σερβίας (6-7/1/1916) του Μαυροβουνίου(25/1/16), της Ρωσίας (3/3/18) και της Ρουμανίας (είσοδος 27/8/1916-κατάπαυση πυρός 9 Δεκεμβρίου 1917),η καταστροφή των συμμάχων στα Δαρδανέλλια (25 Απριλίου 1915 - 9 Ιανουαρίου 1916). Το κάθε γεγονός από αυτά ξεχωριστά, πέραν του ότι συνέβησαν αλληλοδιαδόχως, επηρέασαν όχι μόνο ώστε το ένα να οδηγήσει στο άλλο αλλά και σε πολλές άλλες παραμέτρους οι οποίες επηρέασαν τότε και επηρεάζουν και σήμερα καταστάσεις.

Η κατάρρευση της Σερβίας σήμαινε θάνατο και εκτελέσεις από τους Αυστριακούς, ομοίως όπως και στο Μαυροβούνιο το οποίο αντέστη γενναία έναντι πολλαπλάσιων αυστριακών. Η πτώση της Ρουμανίας συνέβη για ους ίδιους λόγους ενώ η αποτυχία στα Δαρδανέλια οδήγησε στην αδυναμία να ενισχυθεί η Ρωσία, με αποτέλεσμα να ενταθούν οι συνέπειες της έλλειψης αγαθών, η εξαθλίωση, η δυσαρέσκεια του πληθυσμού έναντι της κυβέρνησης και στο τέλος η (χρηματοδοτημένη από τους Γερμανούς) εξέγερση των Μπολσεβίκων του Λένιν.

3.Οι σύμμαχοι δεν συγχώρεσαν ποτέ τον Κωνσταντίνο και φυσικά τους Έλληνες για την ήττα τους στα Δαρδανέλλια. Ακόμα και με οχυρωμένα τα Στενά, με τη συμμετοχή της Ελλάδος, η πτώση τους θα ήταν σχεδόν εξασφαλισμένη. Πολύ περισσότερο, εάν η επιχείρηση γινόταν πιο οργανωμένη και με μια Τουρκία να έχει να αγωνιά για επίθεση σε όλο το παραθαλάσσιο μέτωπο του Αιγαίου. Άλλωστε το πρώτο διάστημα τα Στενά ήταν ανεπαρκώς επανδρωμένα. Τα όσα αναφέρει ο Μεταξάς περί αδυναμίας των συμμάχων να τα καταλάβουν είναι της ίδιας αξίας να λέγαμε αν θα επιτύγχανε η έφοδος των συμμάχων στο Σκρα Ντι Λέγκεν χωρίς την Ελλάδα. Εν συντομία δηλαδή οι σύμμαχοι χρέωσαν στον Κωνσταντίνο την παράταση του πολέμου για ακόμα 3-4 χρόνια με πολλαπλάσιους νεκρούς και καταστροφές. Αυτόν τον άνθρωπο επέλεξαν οι Έλληνες ψηφοφόροι το 1920 να τον επαναφέρουν στο θρόνο…

4.Σε ότι αφορά την Μικρασιατική Εκστρατεία, επειδή σε αυτήν αναφέρεται το άρθρο, όλοι οι παραπάνω λόγοι, πολιτικοί και στρατιωτικοί αντισταθμίζονταν με έναν και μόνο. Το γεγονός ότι ο Βενιζέλος δεν τέλειωσε την Εκστρατεία ήδη από το καλοκαίρι του 1919. Εάν οι επιχειρήσεις, οι οποίες εν πολλοίς μέχρι τότε ήταν απλές καταλήψεις πόλεων και θέσεων, προχωρούσαν μέχρι την Άγκυρα, τίποτα δεν θα χρειαζόταν για την Συνθήκη των Σεβρών.
Εδώ οι ανιστόρητοι και οι επιτήδειοι βέβαια «πετάνε» το βλακώδες «επιχείρημα» ότι «τι δουλειά είχαμε στην Άγκυρα»…

Ο Κεμάλ αποβιβάστηκε στις 19 Μαίου του 1919 στην Σαμψούντα και αντί να εκτελέσει το έργο για το οποίο εστάλη από τους Βρετανους και με τη σύμφωνη γνώμη του Σουλτάνου, εκτέλεσε πληθυσμούς εφαρμόζοντας το έργο της μυστικής οργάνωσης της οποίας ήταν μέλος από ετών.

Οι Τσέτες (=συμμορίες) περιδιάβαιναν από χρόνια την ύπαιθρο καίοντας, σκοτώνοντας, βιάζοντας και λεηλατώντας χριστιανούς (και γενικώς κάθε αντφρονούντα), είτε με την εντολή των κυβερνόντων, είτε και αυτόνομα. Εξαιτίας των βίαιων αυτών ενεργειών άλλωστε εδόθη και η εντολή στην Ελλάδα (κατόπιν συμφωνίας του Βενιζέλου με Αγγλία και ΗΠΑ βέβαια) να αποβιβαστούν στην Μικρά Ασία για να προστατέψουν τον ειρηνικό βίο των εν Μικρά Ασία πληθυσμών, οι οποίοι γινόταν συστηματική προσπάθεια αφενός μεν να εξεγείρουν τους μουσουλμάνους εις βάρος των χριστιανών και αφετέρου να αφανίσουν ή έστω να διώξουν το χριστιανικό στοιχείο[5]. Ακόμα όμως και με την αποβίβαση, ένα μεγάλο μέρος του χριστιανικού πληθυσμού είχε ήδη εξοντωθεί/διωχθεί (Αρμένιοι, Έλληνες, Ασσύριοι κλπ).
Άρα λοιπόν έτσι κι αλλιώς λόγοι προέλασης προς την Άγκυρα υπήρχαν όχι απλά από τις 19 Μαίου του 1919 αλλά και πιο πριν.

Η Σουλτανική κυβέρνηση στην Κωνσταντινούπολη διετείνετο, ήδη από την εποχή την διαπραγματεύσεων στις Σέβρες της Γαλλίας, ότι δεν είχε έλεγχο στην Ανατολή, όπως άλλωστε συνέβη και με την άρνηση αποστρατείας μονάδων ή και ολόκληρων στρατιών, όπως αυτής του Καυκάσου, η οποία λίγο αργότερα συνενώθηκε με τον Κεμάλ.

Ωστόσο ο Κεμάλ το 1919 ήταν πολύ πιο αδύναμος από τον Κεμάλ του 1920, σοβαρά πιο αδύναμος από το 1921 και απείρως πιο αδύναμος από το 1922. Όχι μόνο στρατιωτικά, αλλά και πολιτικά, αφού δεν είχε ακόμα  πραγματοποιήσει εθνοσυνελεύσεις, συμβούλια και συγκεντρώσεις ώστε να συσπειρώσει κι άλλους γύρω του. Γενικά ο πολιτικός ρόλος του Κεμάλ δεν περιορίζετο μόνο στο να συγκεντρώνει εξουσία και δύναμη.

Ο Κεμάλ εκείνη τη στιγμή υλοποιούσε τα όσα συζητούσε το Κομιτάτο στη Θεσσαλονίκη χρόνια πριν, περί τουρκοποίησης του πληθυσμού της Αυτοκρατορίας.

Συνεπώς όποιος πέρναγε το «κατώφλι» του Κεμάλ, δεν συμμαχούσε και συμπολεμούσε απλά μαζί του. Αποδεχόταν κατά κύριο λόγο τις αρχές που αυτός και οι ομοϊδεάτες του εκπροσωπούσαν, δηλαδή «βαφτιζόταν» τούρκος, ακόμα και αν ανήκε σε άλλη φυλετική ομάδα.

Για το λόγο αυτό μαζί με τον Κεμάλ δεν πολέμησαν μόνο οι Τούρκοι, αλλά συν τω χρόνω (θέλοντας και μη) οι περισσότεροι μουσουλμάνοι της σημερινής Τουρκίας. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος που οι σημερινοί Τούρκοι δεν αναγνωρίζουν καμία άλλη φυλετική ομάδα εντός των συνόρων τους. Γιατί πολύ απλά θεωρούν ότι όσοι βρίσκονται στην Τουρκία, είναι αυτοί που συνέπραξαν με τον Κεμάλ, με άλλα λόγια όσοι «υπέγραψαν» με τη θέλησή (εντός ή εκτός εισαγωγικών) τους τότε την τουρκοποίησή τους. Σαν να λέμε δηλαδή «μετά την απομάκρυνση εκ του ταμείου ουδέν λάθος αναγνωρίζεται»…

Αν λοιπόν υπάρχει μια ημερομηνία μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών που υπήρξε κρίσιμη. Αυτή ήταν ο Μάϊος και οι καλοκαιρινοί μήνες του 1919.

Ωστόσο ο Βενιζέλος, αφού έφτασε που έφτασε μέχρι εκεί, αφού έβαλε το στρατό να φτάσει μέχρι τη Νικομήδεια, μετά τιμώρησε τους επιτελείς του επειδή αυτοί προωθήθηκαν πέρα από τις διεκδικήσεις της Ελλάδος…

Η κίνηση βέβαια αυτή πέρα από βλακώδης θα αποβεί και μοιραία. Όταν κάνεις πόλεμο και εν προκειμένω ανορθόδοξο με τους Τσέτες, οι οποίοι τρομοκρατούν σκοτώνουν και επιτίθενται αιφνιδιαστικά εκεί που βλέπουν ότι «τους παίρνει», δεν είναι δυνατόν να καθορίσεις ότι «θα πάω μέχρι ένα σημείο και θα σταματήσω» διότι κύριος σκοπός είναι να σταματήσεις την τρομοκρατία και όχι να σταματήσεις την τρομοκρατία μέχρι ένα σημείο, την ώρα μάλιστα που στο εσωτερικό της Τουρκίας η κατάσταση όχι απλά δεν ελέγχεται από την νόμιμη κυβέρνηση που βρίσκεται στις διαπραγματεύσεις, αλλά σχηματίζεται μια άλλη!
Αντιθέτως. Η Ελλάδα εκείνη τη στιγμή όφειλε και έπρεπε, αφού η Σουλτανική κυβέρνηση δεν δύναται να ελέγξει την κατάσταση, να το κάνει με κάθε τρόπο η Ελληνική, μιας και Ιταλοί και Γάλλοι «περί άλλων ετύρβαζαν».

Εν πάση περιπτώσει οι Έλληνες αντί να προχωρήσουν ταμπουρώνονται στην Προύσσα και την Ζώνη της Σμύρνης και περιμένουν να υπογραφεί η συνθήκη, η οποία υπογράφεται τελικά πάνω από ένα χρόνο μετά!

Ως εκ τούτου ο Βενιζέλος όχι απλά δεν προωθήθηκε, αλλά δεν έπραξε ούτε το αυτονόητο, να αφοπλίσει εν τη πράξει τους μη αφοπλισθέντας της Μικράς Ασίας.

Βέβαια η μη περαιτέρω προώθηση δεν σημαίνει ότι θα ήταν και ολέθρια. Την απόφαση για «ταμπούρωμα» στη γραμμή της Συνθήκης των Σεβρών θα την προτείνει αργότερα στο Γούναρη και ο ίδιος ο Μεταξάς αλλά οι κυβερνόντες του απαντούν με υπεκφυγές (οικονομική αδυναμία, στρατολογικά προβλήματα κλπ) και ουσιαστικά του λένε ότι δεν μπορούν λόγω πολιτικού κοστους…

5 Και σαν να μην έφταναν αυτό μετά την υπογραφή και την εναντίον του απόπειρα, αντί να προχωρήσει στην εφαρμογή της, προχωρά στη διεξαγωγή εκλογών! Μετά από τόσο αγώνα να απομακρυνθούν οι φιλογερμανοί από την εξουσία, που προκάλεσαν τόσα προβλήματα, αφήνονται ανεξέλεγκτα να προπαγανδίζουν τις προκλητικές αιτιάσεις τους περί «αποστράτευσης» και ειρήνης με την Τουρκία του Κεμάλ!

Με άλλα λόγια μια χώρα μπαίνει σε εκλογές, όπου η μια παράταξη ολοκληρώνει το έργο της εθνικής ενότητας των Ελλήνων και της ειρηνικής σταθεράς στη Μεσόγειο, με αντίπαλο μια πολιτική παράταξη που φωνάζει και ωρύεται ότι κακώς συρρικνώνεται η Τουρκία, ότι ο πόλεμος εναντίον της είναι ιμπεριαλιστικός, ότι όταν βγει θα υπογράψει ειρήνη με τον Κεμάλ και αποστράτευση για τους Έλληνες επίστρατους και που πιστεύει ότι Έλληνες είναι οι κάτοικοι της Σμύρνης και άντε δυό τριών άλλων πόλεων της Μικράς Ασίας ενώ όλοι οι άλλοι τούρκοι ή τουρκόσποροι…

Με εξαίρεση την Τσαρική Ρωσία και τους μπολσεβίκους, δεν υπήρξε προηγούμενο χώρας που εν ώρα πολέμου λειτουργούσε μέσα στο κοινοβούλιο μια αντιπολίτευση που ήθελε ειρήνη με τον εχθρό…

Εννοείται ότι αυτό ήταν κατ’ εξοχήν λάθος του Βενιζέλου. Την ώρα που Άγγλοι, Γάλλοι (για Γερμανούς, Αυστριακούς δεν θα αναφερθώ καν…) και πλήθος άλλων λαών, όχι πολιτικούς, αλλά ούτε ζητιάνους δεν αφήναν να διακηρύττουν  εχθρική προπαγάνδα επί ποινή εκτελέσεως, στην Ελλάδα τους περίμεναν να τελειώσει ο πόλεμος και να τους ανοίξουν τις πόρτες της κυβέρνησης!

Για την απόφαση Βενιζέλου για την διενέργεια των εκλογών έχουν γραφτεί πολλά κι έχουν ειπωθεί περισσότερα. Ωστόσο με βάση και το δεδομένο ότι ο Βενιζέλος αρνήθηκε να προχωρήσει το 1919 πέρα από τα όρια που (θα) όριζε η Συνθήκη θεωρώ ως πολύ πιθανό επίσης και κάτι άλλο που διαφέρει ως προς το αν ήθελε ή δεν ήθελε να φύγει «για να γλιτώσει από το βάρος του πολέμου που ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να φέρει εις πέρας» (αυτό είναι επίσης ένα βλακώδες επιχείρημα…). Θεωρώ ως πολύ πιθανό ο Βενιζέλος να θεωρούσε ως «τελειωμένη υπόθεση» την εφαρμογή της Συνθήκης που είχε μόλις υπογραφεί, υποτιμώντας παράλληλα αν όχι τις ικανότητες του Κεμάλ (οι οποίες τότε ήταν σημαντικά μειωμένες) τουλάχιστον τις προθέσεις του…

Για μένα η αφέλεια αυτή των πολιτικών και των δύο παρατάξεων αντικατοπτρίζεται τόσο όπως προέγραψα στο γεγονός ότι ο Βενιζέλος όχι μόνο επέπληξε την προέλαση του Παρασκευόπουλου σε Ουσάκ και Προύσσα, αλλά και… τιμώρησε το Επιτελείο (!) γυρνώντας το στην Αθήνα, απόφαση που ανέστειλε λίγο μετά βλέποντας το βλακώδες της πράξεώς του.

Παράλληλα, σε ότι αφορά την αντιπολίτευση, πέραν από τις ιδεολογικές αγκυλώσεις σε μια πολιτική ουτοπική (βλέπε ιδέες Ι. Δραγούμη), ακόμα και ως φιλογερμανοί, οι προγραμματική δήλωση περί άμεσης αποστράτευσης και ειρήνης με τον Κεμάλ δεν θα μπορούσε να κατατεθεί στη δημόσια συζήτηση εάν υπήρχαν απτά δείγματα της πολιτικής του.

Ασχέτως αν ο Κεμάλ δήλωσε ή όχι ότι «εάν φύγει ο Βενιζέλος, θα μπει η ταφόπλακα της μικρασιατικής επέμβασης της Ελλάδας», είναι βέβαιο πώς η «Ηνωμένη Αντιπολίτευση» θα χρησιμοποιούσε άλλα επιχειρήματα προκειμένου να τρωθεί η πολιτική Βενιζέλου.

Βέβαια δεν αποκλείεται, λόγω του παρελθόντος των φιλομοναρχικών, να θεωρούσαν ότι εάν έβγαιναν είχαν διαύλους επικοινωνίας με τον Κεμάλ προκειμένου «να τα βρουν».

Αλλά όλα τα σενάρια σχετικά με την αντιπολίτευση είναι απλά πιθανότητες. Το βέβαιο είναι ότι ο Βενιζέλος από κακή εκτίμηση δεν προχώρησε στην εφαρμογή της Συνθήκης και προχώρησε σε εκλογές πριν από αυτήν.

6 Ακόμα κι έτσι όμως, ακόμα και με την Ηνωμένη Αντιπολίτευση στο τιμόνι, υπήρχαν ακόμα οι δυνατότητες.

Οι δυνατότητες μάλιστα αυτές, δεν είναι όπως τις καθορίζει ο Μεταξάς στα υπομνήματά του ή στην συνομιλία του με τον Γούναρη και την κυβέρνησή του το Μάρτιο του 1921. Αλλά για να υπήρχαν, έπρεπε να υπάρχουν κυβερνόντες (όπως και τώρα, όπως και πάντα) που θα κατανοούσαν την έννοια του ρητού «των πολέμων οι καιροί οι μενετοί»…

Ενώ όμως ο Κεμάλ φρόντιζε κυριολεκτικά να αξιοποιεί την κάθε μέρα του ώστε να μην είναι έρμαιο του κάθ’ ενός, η Ελληνική κυβέρνηση λειτουργώντας σε… γραφειοκρατικούς χρόνους αποφάσιζε συμβούλια και κόντρα συμβούλια σε βάθος ημερών και εβδομάδων, για να αποφασίσει επιχειρήσεις σε… βάθος μηνών…

Αποτέλεσμα λογικό ήταν λοιπόν, το γεγονός ότι κάθε φορά που αναλαμβανόταν μια επιχείρηση για να αντιμετωπίσει μια διαμορφωθείσα κατάσταση που συνάντησε ο στρατός κάποια στιγμή, μετά από μήνες, αντί να αντιμετωπίσει αυτό που συνάντησε πριν, να αντιμετωπίσει κάτι εντελώς καινούργιο το οποίο πάλι θα αντιμετώπιζε μετά από μήνες, όπου πάλι θα αντιμετώπιζε κάτι εντελώς καινούργιο κ.ο.κ. με αποτέλεσμα να φτάσει σε ένα σημείο όπου θα σταματήσει να έχει το ενεργητικό προβάδισμα έναντι του αντιπάλου και να περιέλθει σε κατάσταση άμυνας…

7 Ακόμα κι έτσι όμως, δηλαδή σε κατάσταση άμυνας, η κατάσταση μπορούσε να σωθεί. Αλλά ούτε αυτό δεν έγινε. Ούτε έκαναν πράξη ποτέ τους φόβους του Λίμαν Φον Σάντερς εξοπλίζοντας τους μικρασιάτες (έστω μόνο τους Έλληνες), ούτε οχύρωσαν την ζώνη της Σμύρνης ώστε να καταστεί απόρθητη. Αυτό γινόταν, ασχέτως του ότι πολλοί κατά καιρούς λένε ότι δεν γινόταν. Γινόταν και μάλιστα το είχε προτείνει και ο ίδιος ο Μεταξάς το 1921 στην ηγεσία, (που άλλαζε συνέχεια γνώμες προκειμένου να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα) ασχέτως αν το 1934 ισχυριζόταν ο ίδιος ο Μεταξάς ότι δεν γίνεται.

8 Η μη εκμετάλλευση χρήσιμων συμμάχων εντός της Μικράς Ασίας με αντιπάλους του Κεμάλ, όπως οι Πόντιοι, οι αντικεμαλιστές, οι φιλοσουλτανικοί αλλά και πλήθος άλλων θυμάτων της εθνικιστικής πολιτικής αφανισμού των μειονοτήτων όπως οι Ασσύριοι, οι Αρμένιοι κλπ… Αντί αυτού επιλέγεται η αδιαφορία και στο τέλος όχι μόνο η απομόνωση, αλλά ακόμα και οι πλέον αντικεμαλικοί εν Μικρά Ασία είτε εξουδετερώνονται είτε προσχωρούν στο κίνημά του.

9 Πλήρης υποταγή και των δύο κυβερνήσεων στους διεθνείς παράγοντες, ακόμα και στους πλέον ανίσχυρους. Αρκούσε ένα αρνητικό νεύμα ενός Ιταλού ή ενός Άγγλου, Γάλλου κλπ για να διαμορφώσει και την πολιτική ενός ολόκληρου κράτους που μάλιστα βρισκόταν σε πόλεμο επιβίωσης του λαού του στη Μικρά Ασία. Το ωραίο είναι ότι οι μεν φιλοβασιλικοί συμβουλεύονταν στα πάντα τους ξένους και στα μόνα που δεν άκουσαν κανέναν κι έκαναν του κεφαλιού τους ήταν αυτό ακριβώς για το οποίο οι σύμμαχοι τους είχαν προειδοποιήσει να μην κάνουν, να μην φέρουν δηλαδή τον γερμανόφιλο βασιλιά. Και αυτοί τον έφεραν! 

Επίσης, παρά τις όποιες αντιδράσεις έδιωξαν όλους τους εμπειροπόλεμους αξιωματικούς του στρατού στη Μικρά Ασία βάζοντας άλλους που όχι απλά είχαν να πολεμήσουν χρόνια, αλλά και με αναδρομική απόδοση βαθμού! Κατά τ’ άλλα και σύμφωνα με τα λεγόμενά τους και όταν τα πράγματα είχαν αρχίσει πλέον να λαμβάνουν δυσμενή τροπή το 1921, δεν προχώρησαν στην κατάληψη της Κωνσταντινούπολης γιατί «φοβήθηκαν τις αντιδράσεις των συμμάχων» όπως και φοβήθηκαν να οχυρώσουν τη ζώνη της Σμύρνης «φοβούμενοι λαϊκές αντιδράσεις». Το ποιος δουλεύει ποιόν νομίζω είναι οφθαλμοφανές…

Όσο για τον Βενιζέλο «πιστώνεται» το ότι υπέγραψε την Συνθήκη των Σεβρών και μετά την απόπειρα δολοφονίας εναντίον του, άλλαξε στάση.

Το για ποιό λόγο προχώρησε σε εκλογές, είναι λίγο πολύ κατανοητό. Δεν είναι δυνατόν να κυβερνάς με λογοκρισία και στρατιωτικά μέτρα (λόγω του πολέμου) επί μακρόν. Ωστόσο ο πόλεμος για την Ελλάδα δεν τελείωσε το 1919. Και σε καιρούς πολέμου, οι συναισθηματισμοί και οι συνταγματικές ευαισθησίες πάνε περίπατο.

Άλλωστε, ο ίδιος ανέλαβε με επανάσταση τα ηνία της χώρας. Χρέος του απέναντι σε έναν λαό αλλά και στην ίδια του την υστεροφημία ήταν να περατώσει το έργο παραδίδοντάς του στις επόμενες γενεές.

Αλλά ο Βενιζέλος όχι απλά προχώρησε σε εκλογές, αλλά και μετά την καταστροφή, όχι απλά παρεχώρησε την Ανατολική Θράκη στους Τούρκους, αλλά ούτε καν πρόβαλε κάποιο επιχείρημα για να μην το κάνει.

Το ανέκδοτο με τους φιλομοναρχικούς και τον Βενιζέλο είναι ότι και οι δύο φοβούνται την δύναμη των συμμάχων, η οποία ως απειλή «εμφανίζεται» μόνο όταν οι Έλληνες πολιτικοί σκέφτονται να πράξουν μονομερώς. Σε κάθε άλλη περίπτωση οι στρατοί αυτοί και οι δυνάμεις δεν υπάρχουν πουθενά… Και φυσικά δεν υπάρχουν ούτε για τον Κεμάλ.

Το μόνο που βλέπουμε από τους Δυτικούς είναι γραφειοκράτες που μπαινοβγαίνουν σε γραφεία και κτίρια και εμπορεύονται χώρες και λαούς. Αυτό… Και τίποτα παραπάνω…
Και όλα αυτά την ίδια ώρα που οι σύμμαχοι και ιδιαίτερα οι Γάλλοι και Ιταλοί όχι απλά ενισχύουν τον Κεμάλ, αλλά οι Ιταλοί για παράδειγμα δρουν ως κάλυψη των Κεμαλιστών αφού από κει εξορμούν εναντίον Ελληνικών περιοχών και μετά επιστρέφουν για να καλυφθούν…

Συμπεράσματα

Η μικρασιατική εκστρατεία απετέλεσε την άσκηση πολιτικής με στρατιωτικά μέσα, μιας πολλαπλώς αναγκαίας εκστρατείας, με σκοπό την προστασία όχι μόνο των Ελλήνων ή ελληνόφωνων της Μικράς Ασίας, όχι μόνο για την κατοχύρωση των όρων της Συνθήκης των Σεβρών, αλλά και όλων των χριστιανικών τουλάχιστον μειονοτήτων της Μικράς Ασίας, οι οποίες είχαν τεθεί στο στόχαστρο τόσο της στρατιωτικής ελίτ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όσο και από την ίδια τη Σουλτανική εξουσία, η οποία ως Μεσαιωνική απολυταρχία-θεοκρατία αντιμετώπιζε τους υπηκόους της υπό καθεστώς στυγνής ανισότητας.

 Απέναντι στην φοβερή αυτή απολυταρχία, οι Δυτικές δυνάμεις τις εποχής, όχι μόνο έδειχναν ανοχή, αλλά συνεργάζονταν και φυσικά εκώφευαν, ακόμα και σε γεγονότα εκτεταμένων σφαγών-διωγμών της Σουλτανικής εξουσίας.

Από την άλλη, η ελληνική πολιτική ελιτ της εποχής, βυθισμένη στις μικροπολιτικές θεωρήσεις της, τις κενόδοξες, παράλογες και βλακώδεις παγγερμανικές ιδεοληψίες που την επηρέαζαν, αρνήθηκε να αναλάβει το βάρος της διεξαγωγής ενός αγώνα για την υπεράσπιση του ίδιου της του λαού.

Η Ελλάδα της Μελούνας, θεώρησε ότι με την απελευθέρωση των Ελλήνων της Μακεδονίας και του Αιγαίου τελείωσε το έργο της, λες και η πολιτική και εν προκειμένω η γεωπολιτική είναι τυχερό παίγνιο, στο οποίο όταν κερδίσεις άπαξ ένα ποσό πρέπει να σταματάς.
Λες και οι Έλληνες της Ηπείρου, της Μακεδονίας, της Δυτικής Θράκης και του Αιγαίου δικαιούνται τα αγαθά της ζωής της ελευθερίας και της περιουσίας ενώ οι Έλληνες του Πόντου, της Ιωνίας ή της Ανατολικής Θράκης έπρεπε να δεχτούν, σαν πρόβατα, την απόφαση του κάθε Νουρεντίν, κάθε Ταλάατ, κάθε Εμβέρ και κάθε Κεμάλ για το πώς θα πεθάνουν.

Και οι πολιτικοί εκείνης της περιόδου αντί να αντικρύσουν κατάματα τον κίνδυνο και να τον αντιμετωπίσουν, όχι μόνο διχάστηκαν περιχαρακωμένοι από βλακώδεις εθνικιστικές ιδεοληψίες γερμανικού τύπου γύρω από το ποιος πρέπει και ποιος δεν πρέπει να θεωρείται Έλληνας, αλλά και συζητούσαν επί ανωτάτου επιπέδου για το πώς θα απομακρύνουν τους Έλληνες από τη Μικρά Ασία ώστε ούτε πόλεμος να γίνει ούτε να σκοτωθούν!

Και αν αυτό ήταν λύση γιατί δεν κάνουμε κάτι καλύτερο; Γιατί δεν μεταναστεύουμε μαζικά σε μια άλλη γη ώστε να ζήσουμε; Γιατί αν το θέμα είναι να ζήσεις μόνο, τότε δεν διαφέρουμε από τα ζώα τα οποία σήμερα ζουν σε μια περιοχή και μετά μεταναστεύουν σε μια άλλη. Ή και κάτι ακόμα καλύτερο. Γιατί δεν μαθαίνουμε όλοι την Τουρκική και να μάθουμε να ζούμε όλοι ως Τούρκοι! Αφού σημασία δεν έχει παρά μόνο το να ζούμε, τι σημασία έχει αν ζούμε ως Τούρκοι και μουσουλμάνοι ή ως Έλληνες;

Τέτοιες βλακώδεις και μωροφιλόδοξες απόψεις κατέθεταν οι Έλληνες πολιτικοί εκείνες τις μέρες θεωρώντας ότι έτσι κάνουν και το χρέος τους.

Κι εμείς σήμερα που, έχοντας ζήσει εδώ και σχεδόν 70 χρόνια υπό καθεστώτος σχετικής ειρήνης κι έχοντας μάθει και ο καφές μας ακόμα, να μην είναι αλλιώτικος από το πώς τον πίνουμε, να συζητάμε αν έπρεπε ή δεν έπρεπε ο Γούναρης να επιβιβάσει σε πλοία τους Έλληνες της Ιωνίας και να τους φέρει πίσω στην Ελλάδα, ή αν έπραξε ή δεν έπραξε σωστά ο Βενιζέλος που χωρίς καν να το σκεφτεί, διέταξε εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες της Ανατολικής Θράκης να παρατήσουν σπίτια και περιουσίες και να έρθουν ξυπόλητοι στην Ελλάδα, αφήνοντας 200-300. 000 Έλληνες στην Κωνσταντινούπολη στη διάθεση των Τούρκων που θα τους ξεπαστρέψουν 30 χρόνια μετά…

Παράλληλα βλέπουμε ότι σε καθαρά επιχειρησιακό επίπεδο η Ελλάδα ήταν παντελώς απροετοίμαστη, πράγμα βέβαια που δεν σημαίνει ότι η εκστρατεία δεν μπορούσε να τελεσφορήσει. Εκ των γεγονότων άλλωστε προκύπτει το αντίθετο.

Κατά πρώτον τα Ελληνικά Επιτελεία, αντί να κυνηγούν το στρατό του Κεμάλ, κυνηγούσαν (άγνωστο γιατί) την κατάληψη εδαφών.

Ο πιθανότερος βέβαια λόγος ήταν η πολιτική. Τόσο οι πολιτικοί, όσο και οι στρατιωτικοί αναζητούσαν να δοξαστούν και να κερδίσουν ένα… μονοστηλάκι στις εφημερίδες της εποχής που θα γράφει το όνομά τους κάτω από τον τίτλο «μπήκαμε στη Φιλαδέλφεια», «μπήκαμε στο Ουσάκ», «μπήκαμε στο Δορύλαιο», «μπήκαμε στο Ακροϊνόν», «μπηκαμε στο Πολατλί» κλπ κλπ.

Ουδείς ενδιαφερόταν να επιχειρηματολογήσει για το ότι κατελάμβαναν πόλεις, δρόμους και λαγκάδια, αλλά ο στρατός του Κεμάλ παρέμενε κατά κύριο λόγο άθικτος. Βέβαια αυτό έχει και την εξήγησή του, αφού θεωρούσαν ότι αυτός αποτελείται από συρφετό τσετών και λιποτακτών του Σουλτανικού στρατού. Όταν κατάλαβαν το ότι κάνουν λάθος και το μέγεθος του λάθους τους, ήταν αργά…

Ωστόσο όλα στην μικρασιατική εκστρατεία λειτουργούν με σχετικότητες. Όλα γίνονταν αλλά τίποτα δεν έγινε.

Για παράδειγμα λέγεται ότι ούτε ο Βενιζέλος θα μπορούσε να τη φέρει εις πέρας γιατί ούτε τις απαραίτητες δυνάμεις είχε και μάλιστα πολλοί φέρουν ως επιχείρημα, τα επιχειρήματα του Μεταξά.

Ξεχνούν όμως πώς ο Μεταξάς έλεγε πώς εάν βγει η Ελλάδα στο πλευρό της Σερβίας και υπερ των δυνάμεων της Ανταντ θα καταστραφεί.

Τελικά η Ελλάδα, χωρισμένη σε δύο κρατικές οντότητες, ενοποιημένη μέσα όμως σε καθεστώς πλήρους διχασμού, με μισό επιτελείο (επίσης λόγω διχασμού), με οικτρά οικονομικά (λόγω αποκλεισμού-μη δανεισμού), με κατειλημμένη την Ανατολική Μακεδονία από τους Γερμανοβούλγαρους (+ αιχμάλωτο ένα ολόκληρο σώμα στρατού) και με μια Τουρκία δίπλα που τελικά… δεν μας απείλησε σοβαρά και ούτε μας πήρε τα νησιά όπως έλεγε ο Μεταξάς, όχι μόνο πολέμησε εναντίον των Γερμανοβουλγάρων με μια στρατιά από 300.000 πολεμιστές («ουρανοκατέβατοι» για τον… Μεταξά) αλλά και με την επίθεση των 100 ημερών νίκησε τη Βουλγαρία αναγκάζοντάς την να συνθηκολογήσει και μαζί με εκείνη και οι υπόλοιπες Κεντρικές Δυνάμεις.

Άλλο παράδειγμα η οχύρωση της Ζώνης της Σμύρνης, την οποία το Μάρτιο του 1921 την προτείνει ο Μεταξάς με σκοπό την άμυνα και τελικά τη διαπραγμάτευση. Ο Πρωτοπαπαδάκης του απαντά ότι δεν έχουν λεφτά παρά μόνο για 2-3 μήνες, αλλά ωστόσο βρίσκουν τρόπο να αποσπάσουν λεφτά (διχασμός του νομίσματος) προκειμένου να επιτεθούν στον Κεμάλ το καλοκαίρι του 1921… Και να πεις ότι ήξεραν οι επιτελείς να πολεμούν… Αντί να κυνηγούν τον Κεμάλ «κυνηγούσαν» καταλήψεις πόλεων, βουνών, λόφων και γεφυρών. Αποτέλεσμα; Όσες πόλεις ο Ελληνικός στρατός έκανε για να τις πάρει μέσα σε 3 χρόνια, τις χάνει μέσα σε 3 μέρες…

Επίσης να αναφέρω και κάτι άλλο. Ακόμα και την ύστατη στιγμή μπορούσε να οχυρωθεί η Σμύρνη. Βέβαια αυτό για να γίνει θα έπρεπε να έρθει κάποιος με μια μηχανή του χρόνου από το Στάλινγκραντ 1942 κι να τους πει ότι γίνεται.

Εκείνη την εποχή δεν γινόταν. Ακόμα οι στρατοί ακολουθούσαν το δόγμα του ορθόδοξου πολέμου με μάχες ανοικτών πεδίων ή το πολύ - πολύ οχυρώσεις και πολιορκίες θέσεων οι οποίες καταλαμβάνονται δια της λόγχης.

Ωστόσο οι Γερμανοί όταν θα δουν τον τρόπο αυτό πολέμου στο Στάλινγκραντ θα απορήσουν και θα πουν κάποιοι αξιωματικοί τους «μα γιατί δεν παραδίδονται αφού έχασαν;». Οι Ρώσοι βέβαια αγωνίζονταν για την ύπαρξή τους.

Το επίσης παράδοξο είναι ότι αυτό συνέβη και στη Μικρά Ασία (όχι βέβαια σε βαθμό να το χαρακτηρίσουμε ως πόλεμο εντός αστικού ιστού), ενώ η ιδέα έστω και πρόχειρης προστασίας της Σμύρνης από διαλυμένες και μη Ελληνικές μονάδες που υποχωρούσαν κατατέθηκε από στρατιωτικούς εκείνη την κρίσιμη ώρα αλλά ουδείς την ακολούθησε.

Όλοι ήθελαν να φύγουν από την Μικρά Ασία. Ε και αφού ήθελαν να φύγουν… έφυγαν. Το θέμα είναι τι έφταιγαν οι αθώοι που τους άφηναν πίσω τους και που υποτίθεται πήγαν να τους προστατέψουν.

Η μικρασιατική εκστρατεία, πέραν των όποιων συνεπειών της αποτελεί και το μεγαλύτερο φιάσκο της σύγχρονης (τουλάχιστον) ιστορίας.

Οι μεγάλες δυνάμεις έδωσαν την συγκατάθεση στην Ελλάδα να αποβιβάσει στρατό για να προστατευθούν οι (εναπομείνασες από τις σφαγές) μειονότητες της περιοχής.

Επίσης ο Ελληνικός στρατός αποβιβάστηκε με σκοπό να εφαρμόσει τη Συνθήκη των Σεβρών, την οποία είχε υπογράψει η νόμιμη κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης.

Και αντί να γίνουν όλα αυτά. Ένας αξιωματικός του Σουλτάνου, φτάνει στην Σαμψούντα, και αντί να ασκήσει το καθήκον για το οποίο πήγε (αποκατάσταση τάξης, προστασία μειονοτήτων) αρχίζει να διατάσει ο ίδιος σφαγές.

Οι δυτικές δυνάμεις, αντί να ενισχύσουν την Ελλάδα και να προστατέψουν ακόμα και με δικές τους δυνάμεις τις μειονότητες, νομιμοποιούν έναν εγκληματία και παράνομο και τον βοηθούν να συνεχίσει το έργο του.

Και οι Ελληνικές πολιτικές ηγεσίες, αντί να λάβουν τα μέτρα τους (αφού δεν λαμβάνουν καμιά βοήθεια απ’ έξω) συζητούν αν πρέπει να ξεριζώσουν οι ίδιοι τους Έλληνες και τις υπόλοιπες μειονότητες ή να αφήσουν τον Κεμάλ να το κάνει…

Και σαν να μην φτάνει αυτό, δίνουν και οδηγίες να μην επιβιβαστεί κανένας πρόσφυγας για Ελλάδα (αφήνοντάς τους έτσι να σφαγούν… στα σίγουρα).

Σε ότι αφορά την γεωπολιτική της περιοχής, η Μικρά Ασία, αποτελεί το ένα μέρος από το τρίπτυχο Αίμος-Αιγαίο-Μικρά Ασία. Από αρχαιοτάτων χρόνων κατέστη αδύνατο ο κάτοχος μιας ή και δύο εξ αυτών των χώρων να παγιώσει την κυριαρχία του επι μακρόν, όσο η μια πλευρά του Αιγαίου βρισκόταν εκτός της κυριαρχίας του.

Ακόμα λοιπόν και αν δεν υπήρχε ο λόγος της προστασίας και απελευθέρωσης των ελληνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας, η κατοχή της απέναντι ακτής θα ήταν απαραίτητη για να επιβιώσει το Ελληνικό κράτος το οποίο έχει ως κέντρο της ζωής του το Αιγαίο.

Ωστόσο παρατηρούμε σήμερα διάφοροι να ισχυρίζονται ότι η μικρασιατική εκστρατεία ήταν ιμπεριαλιστική.

Και όλα αυτά λέγονται σε μια εποχή η οποία τείνει να γίνει λιγότερο ορθολογιστική και περισσότερο «πραγματιστική».

Την εποχή λοιπόν που μεγάλες δυνάμεις της εποχής μας επεμβαίνουν σε ξένες και μάλιστα αρκετές φορές υπερπόντιες χώρες, όχι απλά μη έχοντας πληθυσμούς να προστατέψουν, αλλά ούτε καν για την αποσόβηση κάποιας «πιθανής μελλοντικής» απειλής προς τη χώρα τους και ούτε καν νομιμοποιούμενοι από τις διεθνείς συμβάσεις και τα καταστατικά του ΟΗΕ, καθόμαστε και αναλύουμε τα αυτονόητα, περί του αν έπρεπε ή δεν έπρεπε να εκστρατεύσει το ελληνικό κράτος στην Μικρά Ασία το 1919-1922.

Αναλόγως. Για όσους θεωρούν ότι δικαιώματα έχουν όλοι οι άλλοι λαοί εκτός από τον ελληνικό λαό, για όσους η εκστρατεία και το σκεπτικό κάτω από το οποίο αποφασίστηκε και το οποίο υπηρέτησε δεν συνάδουν με τα δικά τους θολά και στρεβλά ολοκληρωτικά ιδεώδη, η εκστρατεία «ήταν λάθος».

Και ήταν λάθος διότι με αυτήν αποκαθίστατο η γεωπολιτική τάξη και η ασφάλεια στην περιοχή, διασφαλίζοντας τη ζωή και την πραγματική ελευθερία πλήθους λαών της Μικράς Ασίας και μεταξύ αυτών του ελληνικού που διαβιεί εκεί από χιλιάδων ετών.

Για τους λάτρεις των ναζί και των συνεργατών τους των μπολσεβίκων, ο πόλεμος εναντίον του Κεμάλ, του ινδάλματος του Χίτλερ, βέβαια ήταν ολέθριος. Αλλά οι μεν ονειρεύονται παγκόσμια ηγεμονία της Γερμανίας και εξόντωση όλων των «κατώτερων» φυλών, οι δε παγκόσμια εξαθλίωση και δικτατορία ολίγων «εκλεκτών» επαναστατών…
Οπότε η άποψή τους έχει τόση αξία όση έχει και η ιδεολογία τους…

Από κει και πέρα για τους εχέφρονας, το Τουρκικό κράτος είναι ένα μόρφωμα, διότι ούτε πολιτισμικά υπήρξε ποτέ ενιαίος, ούτε φυλετικά υπήρξε ποτέ ενιαίο τουρκικό έθνος και μάλιστα εδώ στα μεσογειακά εδάφη.

Το κρατικό αυτό μόρφωμα, αποτελεί απομίμηση του «Πρωσικού μοντέλου». Απόλυτη κυριαρχία του στρατού στην δημόσια ζωή και την καθημερινότητα, συγκεντρωτική εξουσία και απαλλαγή από ανατολίτικα ή/και τοπικά πολιτισμικά στοιχεία.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένα θεοκρατικό μεσαιωνικού τύπου καθεστώς το οποίο αφού δεν μπορούσε να αλλάξει, έπρεπε να καταλυθεί. Το θέμα ήταν ποιος θα το αντικαταστήσει.

Οι χρονικές συγκυρίες της περιόδου, συνετέλεσαν ώστε τη θέση της αντί να πάρουν λαοί της περιοχής με ιστορικά δικαιώματα (ακόμα και όσοι από αυτούς ήταν τούρκοι αν θέλετε) επέλεξαν να το αντικαταστήσουν με ένα επίσης παρωχημένο κράτος-μοντέλο, απολίθωμα των ιδεολογιών του 19ου αιώνα, μια «νέα Πρωσία» της Ανατολής δηλαδή, όχι απλά δεχόμενοι, αλλά και ενισχύοντας έναν παράφρονα καραβανά, μαθητή και παρατρεχάμενο των Γερμανών, ο οποίος εφάρμοσε ως κρατική πολιτική, αυτό που θα εφάρμοζε 15 χρόνια αργότερα ο δικός του «μαθητής» ο Χίτλερ…

Απέναντι σε αυτή τη θανάσιμη απειλή, οι ελληνικές ηγεσίες, όχι απλά δεν στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων, αλλά πολλές φορές η στάση τους και η πολιτική τους εξέθρεψε το τέρας, οδηγώντας εκατομμύρια ανθρώπων από διάφορες εθνότητες της Μικράς Ασίας και της Ευρώπης στο θάνατο, την εξορία και τη σκλαβιά.

Αντί όμως η περίοδος αυτή να γίνει μάθημα για τις επόμενες πολιτικές ηγεσίες του κόσμου αλλά και της Ελλάδος, όπως και του ελληνικού λαού, το ίδιο κράτος – έκτρωμα που δημιουργήθηκε τότε υπό την καθοδήγηση ενός δικτάτορα και των αιμοσταγών εγκληματιών του περιβάλλοντός του, συνεχίζει να απειλεί την έστω κουτσή-στραβή ευδαιμονία των λαών που τότε πρόσφυγες και χωρίς καν ρούχα, κατόρθωσαν μέσα από χιλιάδες αντιξοότητες, να ζήσουν σε μια σχετική ειρήνη στις νέες πατρίδες που τους όρισε να ζήσουν το μαχαίρι του τσέτη και τα όπλα του μεχμέτη.

Παρατηρώ επίσης ότι αντί οι λαοί που εξοντώθηκαν και λεηλατήθηκαν υλικά και κυρίως ψυχικά από τους μεσαιωνικούς Οθωμανούς και έπειτα τους Νεότουρκους του Κεμάλ, να είναι αυτοί που ορίζουν τις τύχες τους στις πατρίδες τους, οι νέοι Οθωμανοί, που εν τω μεταξύ πλήθυναν, να καταφθάνουν τώρα με αξιώσεις επαναχάραξης των συνόρων και να ζητούν, ούτε λίγο ούτε πολύ, το «δίκιο» τους πίσω… που δεν τους αφήσανε τότε οι δικοί μας πρόγονοι να τελειώσουν το «έργο» των δικών τους προγόνων, αφανίζοντας και «εκτουρκίζοντας» όλους τους πληθυσμούς της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όπως αποφάσισαν το 1911…

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα του τότε και του τώρα, είναι βλακώδες για όλους εμάς τους υπολοίπους να αναζητούνται ευθύνες περί του ποιος έφταιγε τότε και ποιος φταίει για το τώρα.

Όταν εμείς οι ίδιοι δεν δρούμε τώρα, με βάση το τι μέλλον θέλουμε, ας μην αναζητούμε ευθύνες για το ποιος έφταιξε για παλιά λάθη.

Από κει και πέρα το βασικότερο λάθος των Ελλήνων, είναι ότι από αρχαιοτάτων χρόνων αναζητούν έναν ξένο που θα τους σώσει.

Εάν δεν είμαστε ικανοί να αναδείξουμε τον δικό μας σωτήρα, και ο καλύτερος ξένος θα αποβεί δυνάστης μας.

Η δε εξέταση του παρελθόντος πρέπει να γίνεται για να διορθώνονται τα λάθη του σήμερα και όχι με πνεύμα σχολαστικισμού περί του ποια πλευρά ήταν η «καλή» και ποια η «κακή».

Η ζωή και ειδικά η πολιτική δεν είναι παιχνίδι για να μιλάμε και να συμπεριφερόμαστε σαν οπαδοί. Είναι ένας ατέρμονος αγώνας για την επιβίωση και τα λάθη κοστίζουν… Ας γίνει αυτό κατανοητό, τουλάχιστον από τους νουν έχοντες…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου