Τα τελευταία χρόνια και ιδίως από το 2012 και μετά, λόγω
των εκατόχρονων από την δραματική περίοδο 1912-1922 που ταλάνισε την Ευρώπη και
άλλαξε δια παντός σύνορα, λαούς, ιδεολογίες και καθεστώτα αιώνων, μέχρι εν
πολλοίς και την εποχή μας, παρατηρώ διάφορα αφιερώματα σε εκείνη την πολυτάραχη
περίοδο, εκπεφρασμένα από διάφορους και διαφορετική κάθε φορά οπτική γωνία,
ανάλογα με τις απόψεις ενός εκάστου.
Βέβαια για τα γεγονότα της εν λόγω περιόδου έχουν χυθεί
τόνοι μελανιού και έχουν γίνει κατ’ επανάληψη συζητήσεις από πλήθος ειδικών και
μη της ιστοριογραφίας και φυσικά ζήσαντες τα χρόνια εκείνα.
Ωστόσο, ακόμα και από ανθρώπους που εν πολλοίς διατηρούν
ή έστω προσπαθούν να διατηρήσουν μια ουδετερότητα στην καταγραφή των απόψεών
τους, ενστερνίζονται απόψεις και κρίσεις από τα διάφορα στρατόπεδα της περιόδου
πέφτωντας έτσι εξ αρχής στην παγίδα της μεροληπτικής έκφρασης κρίσης, κάτι ου
βέβαια έχει ως συνέπεια την μη εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων και συνήθως την
εσφαλμένη κρίση.
Για να γίνει περισσότερο κατανοητό το γιατί δίνω τόση
βάση στην αυστηρή ουδετερότητα, πρέπει πρώτα να γίνει κατανοητό το τί συμβαίνει
και το τι πρέπει να κάνουμε.
Η πραγματικότητα κυριαρχείται από την μεροληψία, τον
διαχωρισμό στρατοπέδων, το πάθος, την εμμονή σε καθεστώτα, ιδέες, συμπάθειες
κλπ, φαινόμενα και συναισθήματα από τα οποία ουδόλως πρέπει να επηρεάζεται ο
καταγραφέας ιστορικών γεγονότων και ο εκφραστής κρίσεως επ’ αυτών.
Αυτό δεν αποτελεί κάποιο «μεράκι» ή κάποιο νομικό ή
άγραφο θέσφατο που πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούν όλοι «γιατί έτσι».
Το να καταγράφεις ιστορικά δεδομένα και ακόμα
περισσότερο, το να εκφράζεις κρίσεις και συμπεράσματα με βάση τα δεδομένα είναι
και αυτό εργασία.
Εργασία η οποία, όπως όλες οι άλλες, αποφέρει οφέλη στους αναγνώστες (ασχέτως αν δεν αποφέρει στον συγγραφέα και το κάνει ένεκα προσωπικού ενδιαφέροντος), καθώς προσφέρει χρήσιμα συμπεράσματα ώστε τα μεν θετικά να χρησιμοποιούνται δεόντως, τα δε λάθη να αποφεύγονται.
Όπως ακριβώς λοιπόν γίνεται σε κάποια εργασία, όπου
κάποιος ειδικός καλείται από τους ιδιοκτήτες κάποιας εταιρίας, ώστε με τις
γνώσεις του να εκφράσει ορθά συμπεράσματα για το τι πρέπει να γίνει και τι
πρέπει να αποφευχθεί ώστε η εταιρία να παρέχει το κατά το δυνατόν καλύτερο
έργο, έτσι κι ένας ιστορικός ή έστω λάτρης της ιστορίας, οφείλει να απέχει από
περιττούς συναισθηματισμούς και δογματισμούς, προκειμένου το έργο του να είναι
χρήσιμο προς τους άλλους ανθρώπους.
Σε κάθε άλλη περίπτωση, το έργο του είναι είτε άσκοπο,
είτε από επιτηδειότητα καταγεγραμμένο και άρα δεν αποτελεί έργο αλλά κατασκεύασμα…
Αναφορικά λοιπόν με την Μικρασιατική Εκστρατεία, όπως
ονομάζεται η στρατιωτική επιχείρηση που ανέλαβε το Ελληνικό κράτος να διεξάγει
εν Μικρά Ασία τον Μάιο του 1919, θεώρησα σκόπιμο να αναφερθώ, παρατηρώντας επί
πολλά έτη ότι επηρέασε και επηρεάζει σε κάθε επίπεδο την κοινωνία μας και
μάλιστα όχι μόνο σε βαθμό ώστε να απασχολεί μόνο τον Δημόσιο βίο ή τις Διεθνείς
μας σχέσεις αλλά και σε καθημερινό και πολύ περισσότερο από το 1922 και έπειτα,
με την έλευση και εγκατάσταση χιλιάδων προσφύγων στην Ελλάδα.
Επειδή όμως μια εκτενής αναφορά εκ μέρους μου επί του
θέματος, θα απαιτούσε την συγγραφή τόμου, αν όχι τόμων, θα περιορισθώ στην
επισήμανση μερικών κύριων σημείων αναφορικά με την εν λόγω περίοδο, προς
ανασκευή εσφαλμένων εντυπώσεων και όχι σε μια γενικευμένη αναφορά περί των
Μικρασιατικών, κάτι που θα απαιτούσε πλήθος πηγών και αναφορών, τόσο για τα
ιστορικά πρόσωπα, όσο και για τις διεθνείς εξελίξεις, τις στρατιωτικές
επιχειρήσεις, την οικονομία κλπ, κάτι που θα καθιστούσε το παρόν πόνημα
μακροσκελές και κουραστικό για τον αναγνώστη.
Ποια
η επίσημη θέση του Ελληνικού κράτους για την ανάληψη της εκστρατείας στη Μικρά
Ασία
Διαβάζοντας την Ελληνική Wikipedia δεν θα μπορούσα να μην
επισημάνω το γεγονός ότι πάνω-κάτω εμπεριέχει τα ίδια γεγονότα και συμπεράσματα
που περιλαμβάνονται και στα βιβλία της διδακτέας ύλης των σχολικών βιβλίων,
τόσο της εποχής μου, όσο και σήμερα.
Η αλήθεια είναι ότι στην εποχή μου η διδακτέα ύλη
κατέγραφε τα ιστορικά δεδομένα με ακόμα πιο «Μαρξιστική» διάθεση, κάτι που
αποδίδω, τόσο στην επιλογή των πηγών οι οποίες έτσι κι αλλιώς συγκαταλέγονταν
στο «Μαρξιστικό»
[1] στρατόπεδο και αφετέρου, διότι το σύνολο του κρατικού
τομέα της Παιδείας από το Παιδαγωγικό ινστιτούτο, μέχρι και τον τελευταίο
καθηγητή, από το 1981 και μετά «μαρξιστοκρατείται» παρουσιάζοντας τα γεγονότα
από την «αντιμπεριαλιστική», «αντικαπιταλιστική» κλπ σκοπιά…
Αυτό δεν κάνει τόσο εντύπωση όμως, όσο το γεγονός ότι και
μη μαρξιστές αποδέχονται όχι μόνο τις ξεκάθαρα μαρξιστικές θέσεις και απόψεις
επάνω στο ζήτημα, αλλά χρησιμοποιούν και πολλές φορές την ίδια μαρξιστική
ορολογία [2]
…
Βέβαια αν έχει κάτι να ειπωθεί από μαρξιστικής πλευράς,
καλό είναι να εξετάζεται. Αλλά πέραν από κάποια στοιχεία, η μαρξιστική οπτική,
δεν αφήνει και πολλά περιθώρια για εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, από τη στιγμή
που αυτά εξάγονται κάτω από συγκεκριμένες δογματικές εμμονές και κυρίως εκτός
του ιστορικού πλαισίου στην προσπάθεια ενός ιστορικού αναθεωρητισμού για την
εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπών.
Πώς για παράδειγμα θα κρίνεις το αν έπρεπε ή δεν έπρεπε
να αναληφθούν οι επιμέρους εκστρατείες στην Μικρά Ασία, αν η άποψή σου είναι
αναφανδόν εναντίον αυτής και όταν θεωρείς ότι υπεύθυνοι είναι τα «αστικοτσιφλικάδικα»
[3] συμφέροντα
των ελλαδικών και μικρασιατών;;;
Ο δικός μας όμως ο σκοπός οφείλει να είναι η εκπόνηση
χρήσιμων συμπερασμάτων, ώστε αυτά να καταστούν χρήσιμο εργαλείο για την πρόοδο
και την ανάπτυξη του λαού μας και του πολιτισμού μας μακριά από διχαστικά ή εν
πάση περιπτώσει αποπροσανατολιστικά εμπόδια…
Σε ότι αφορά λοιπόν τα
μικρασιατικά, συνήθως στην ιστοριογραφία περιλαμβάνονται και τα γεγονότα του
Εθνικού Διχασμού της περιόδου 1915-1917, όπως επίσης και της περιόδου των
Βαλκανικών πολέμων. Θεωρώ ότι αυτό είναι σωστό, διότι η εξέταση των γεγονότων
των μικρασιατικών αποτελεί όχι απλά αναπόσπαστη συνέχεια, αλλά αποτέλεσμα των
γεγονότων της περιόδου προ του 1918, συνεπώς πολύ σωστά εξιστορούνται μαζί και
εν συνόλω.
Ωστόσο το λάθος εκείνο στο
οποίο υποκύπτουν σχεδόν όλοι οι συγγραφείς, ή τουλάχιστον αυτοί των οποίων έργα
έχω διαβάσει, είναι η αποσπασματικότητα, η οποία όμως δεν έχει να κάνει με τον
τρόπο συγγραφής, όσο με την κατανόηση των γεγονότων και ως εκ τούτου στην εκπόνηση
συμπερασμάτων που θα συνδέονται μεταξύ τους…
Γενικές
παρατηρήσεις επί της ελληνικής ιστοριογραφίας
Η ελληνική ιστοριογραφία, με
ελάχιστες εξαιρέσεις, σε γενικές γραμμές αποφαίνεται ότι (τουλάχιστον επίσημα):
Βαλκανικοί
πόλεμοι
1.Ότι οι Βαλκανικοί πόλεμοι
είναι αποτέλεσμα της έξαρσης των Βαλκανικών εθνικισμών, οι οποίοι με τη σειρά
τους αποτελούν συνέχεια των Ευρωπαϊκών εθνικιστικών κινημάτων που άνθισαν σε
όλη την Ευρώπη μετά τους Ναπολεόντειους πολέμους.
2.Οι Βαλκανικοί πόλεμοι
ξέσπασαν μετά το Βαλκανικό σύμφωνο μεταξύ
Ελλάδας-Βουλγαρίας-Σερβίας-Μαυροβουνίου-Ρουμανίας εναντίον της Οθωμανικής
Αυτοκρατορίας στην οποία επιτέθηκαν.
3.Η επιτυχία των Βαλκανικών
πολέμων για τους Έλληνες οφείλεται στις ικανότητες του Στρατηλάτη Κωνσταντίνου
(για τους μεν) ή του Εθνάρχη Βενιζέλου (για τους δε).
4.Πλήρης ανυπαρξία του ξένου
παράγοντα ή επιφανειακή νύξη του παρεμβατισμού τους
5.Επιφανειακή και πάντως
αποσυνδεμένη με την πραγματικότητα της εποχής η παρουσίαση ιδεών όπως αυτές του
Ίωνα Δραγούμη (στην ουσία πρόκειται για ελληνο-οθωμανισμό) ο οποίος θεωρούσε
ότι η Ελλάδα έπρεπε να συμμαχήσει ή και να ενωθεί με την Οθωμανική Αυτοκρατορία
λαμβάνοντας ως ιστορικό προηγούμενο τον «εξελληνισμό» της «Βυζαντινής
Αυτοκρατορίας» (εννοείται βέβαια εδώ το Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος). Περιορίζονται
σε απλές αναφορές και γενικόλογες περιγραφές των απόψεών του, ενώ η όποια
κριτική των θέσεών του κυμαίνεται από το ότι ήταν ονειροπόλος, μέχρι…
πραγματιστής… χωρίς περαιτέρω ανάλυση του γιατί ήταν το ένα ή το άλλο…
6.Πλήρης ανυπαρξία
συμπερασμάτων επί των στρατιωτικών επιχειρήσεων, τα οποία και πάλι εξιστορούνται
απλά, με χρονολογική σειρά και το πολύ-πολύ, η οποία εξιστόρηση δεν απέχει πολύ
από το να χαρακτηριστεί ως επικό διήγημα, παρά ως ιστορικό έργο, άρα δηλαδή μηδενικής
χρηστικής αξίας…
7.Παρατηρούμε ότι για την
επίσημη ελληνική ιστοριογραφία, η όποια θετική ή αρνητική κριτική της έχει να
κάνει με το αν στους πολέμους στους οποίους συμμετείχε η Ελλάδα, ήταν νικήτρια
ή όχι.
Εάν ήταν νικήτρια, τότε όλα
παρουσιάζονται φυσιολογικά και εξιστορούνται με τη ροή ενός παραμυθιού, όπου η
ιστορία έχει «happy
end» (Α’ και Β’
Βαλκανικοί πόλεμοι, Α’ παγκόσμιος πόλεμος, Β παγκόσμιος πόλεμος κλπ) και αυτό
γιατί σε αυτούς τους πολέμους υπάρχει και μια απελευθέρωση περιοχής.
Στους πολέμους όπου η Ελλάδα
συμμετείχε και ηττήθηκε (1897 «ατυχής πόλεμος», 1919-1922,1974 κλπ), αντί να
παρουσιάζονται οι πραγματικοί λόγοι που η Ελλάδα περιήλθε σε εμπόλεμη κατάσταση
και αντί να παρουσιάζονται οι λόγοι της ήττας, αρχίζει μια μαρξιστο-εξιστόρηση
οποία εκτός του ότι θέτει ως «απόλυτη αλήθεια» το ότι ο τάδε πόλεμος δεν έπρεπε
να γίνει, και στην οποία μαρξιστικής καταβολής[4] ανάλυση, παρουσιάζεται
ότι η Ελλάδα μπλέχτηκε σε περιπέτειες είτε γιατί έφταιγε το παλάτι, είτε γιατί
έφταιγαν οι εθνικισμοί, είτε γιατί έφταιγε η αστική τάξη της εκάστοτε εποχής
είτε γιατί έφταιγαν οι ιμπεριαλισμοί άλλων καπιταλιστικών χωρών σε συνδυασμό με
την ντόπια «μπουρζουαζία»…
Ακόμα και χωρίς αυτή την
ορολογία, αν παρατηρήσετε τις κριτικές για τον πόλεμο του 1897, τη μικρασιατική
εκστρατεία και το 1974 (τρεις μεγάλες ελληνικές στρατιωτικές και στρατηγικές
ήττες), το συμπέρασμα αυτό είναι. Ότι δηλαδή φταίει το πολιτειακό και οι ξένες
παρεμβάσεις, «ανάθεμα» βεβαίως που έχει να κάνει με τις δυτικές καπιταλιστικές
δυνάμεις και ποτέ με κομμουνιστικά καθεστώτα (λες και στις κομμουνιστικές χώρες
η γεωπολιτική δεν είχε ανακαλυφθεί ποτέ και δεν παρενέβαιναν ποτέ και πουθενά).
Και τέτοια βλακώδη
παραμύθια, όχι απλά λέγονται και γράφονται, αλλά θεωρήθηκαν και τόσο σπουδαίας
επιστημονικής αξίας ώστε αυτά να πρέπει να διδάσκονται και στα σχολεία του
Ελληνικού κράτους, ώστε η δογματική βλακεία να αναπαράγεται και να παράγει και
άλλους χρήσιμους κομματικούς ηλίθιους που αντί να παρουσιάζουν την ιστορία ως
έχει, θα αναζητούν δράκους σε ουτοπίες [5] …
Εθνικός
Διχασμός
Το γεγονός λαμβάνεται
αποκομμένο σχεδόν ολοκληρωτικά από τις διεθνείς εξελίξεις και τα τοπικά και
περιφερειακά πολιτικά (και μη) δρώμενα.
Αυτό έχει σαν συνέπεια, να
παρουσιάζεται μια αποσπασματική και στην ουσία αλλοπρόσαλλη πραγματικότητα,
όπου οι ξένοι παρουσιάζονται στην ουσία να δρουν σαν αποικιοκράτες (όχι ότι δεν
ήταν βέβαια) σε μια ξένη χώρα (Ελλάδα) και αυτή η ξένη χώρα να δέχεται τις
όποιες απαιτήσεις τους χωρίς να αναλύεται για ποίο λόγο φτάσαμε ως εκεί, τι
ώθησε τις μεγάλες δυνάμεις να φτάσουν ως εκεί, ποια η πολιτική των δύο κρατών
κλπ.
Με απλά λόγια, η προσπάθεια
ή και η αδιαφορία να αναλύσουν το τι πραγματικά συνέβη την περίοδο 1914-1917
(που η Ελλάδα επίσημα ήταν ουδέτερη) οδηγεί έναν αναγνώστη χωρίς περαιτέρω
γνώσεις επι του θέματος, στο συμπέρασμα ότι «έτσι ξαφνικά» επειδή οι δυνάμεις
της Αντάντ ήθελαν την Ελλάδα στο στρατόπεδό τους και με αφορμή την ύπαρξη ενός
Βενιζέλου, μπήκαν με το «έτσι θέλω» στη
χώρα και άρχισαν να σκοτώνουν Έλληνες
βάζοντας τελικά τον Βενιζέλο επικεφαλής του κράτους!
Μικρασιατική
εκστρατεία
Τα ίδια φαινόμενα όπως και
στις προηγούμενες περιόδους και μάλιστα σε διάφορες περιπτώσεις (αναλόγως τι
και από ποιόν αναλύεται) με ένταση. Δηλαδή:
1.Πλήρης απομόνωση των ιστορικών γεγονότων της κάθε περιόδου
σε βαθμό τέτοιο ώστε να είναι ασύνδετα και να μην παρουσιάζεται η σχέση μεταξύ
αιτίας και αποτελέσματος…
2.Εντελώς αποσπασματική παράθεση γεγονότων, καταστάσεων
και πράξεων ή παραλείψεων προσώπων.
3.Στην εν λόγω περίοδο και λόγω των αποτελεσμάτων,
παρατηρώ ακόμα περισσότερο μια σχετική ή και πλήρη ταύτιση της ιστοριογραφίας
με την Μαρξιστική οπτική.
Τώρα… τι συνέπειες έχουν όλα αυτά. Κατά πρώτον η όλη
περίοδος αναλύεται εντελώς αποκομμένη και για να είμαι ακριβής, θα έλεγα
αποστειρωμένη από το παρελθόν.
Λες και είτε η ιστορία της ανθρωπότητας ξεκίνησε το 1910
ή το 1912 ή λες και ο κόσμος ζούσε σε μια παραδείσια και ουτοπική ειρήνη και
ξαφνικά όλα άρχισαν σαν καλοκαιρινή μπόρα… Ας δούμε αναλυτικά από τις παραπάνω
παρατηρήσεις τι συμπεράσματα βγάζουμε:
1.Οι δυτικές δυνάμεις είναι ιμπεριαλιστικές.
2.Όλος ο υπόλοιπος κόσμος, (στον οποίο συμπεριλαμβάνεται
και η Οθωμανική Αυτοκρατορία) είναι θύματα των «κακών
αποικιοκρατών/ιμπεριαλιστών», όπου αποικιοκράτες και ιμπεριαλιστές είναι μόνο
οι δυτικοί και ποτέ οι Γερμανοί που ήθελαν να αποικήσουν τον κόσμο και ήταν
άλλωστε αυτοί που τον ξεκίνησαν. Ούτε φυσικά οι Τούρκοι (που παρουσιάζονται και
ως θύματα κάθε χρόνο στην επέτειο της Μάχης της Καλλίπολης) που όμως το
αντιιμπεριαλιστικό κράτος τους εκτός του ότι εκτεινόταν από τον Έβρο μέχρι το
Άντεν και τη Μεσοποταμία είχε ξεκινήσει ήδη από το 1890 πογκρόμ κατά των
χριστιανικών μειονοτήτων…
3.Εξαίρεση από τον «υπόλοιπο κόσμο» αποτελούν τα «κακά
Βαλκάνια» στα οποία, αν λάβουμε σοβαρά υπόψη μας τα παρατιθέμενα δεδομένα,
πάσχουν μόνιμα από εθνικισμό (τουλάχιστον από την αρχή της τουρκοκρατίας… αν
όχι από τον Μεσαίωνα…) τα οποία συνωμοτούν και εισβάλλουν στην Οθωμανική
Αυτοκρατορία, έτσι χωρίς λόγο (σχεδόν πουθενά δεν έχω διαβάσει πώς ξέσπασε…),
άρα μπορούμε άνετα να συμπεράνουμε ότι οι Οθωμανοί ήταν τα θύματα και αν υπήρχε
κάποιο εθνικιστικό αίσθημα στο λαό… ε… ήταν σε φυσιολογικά πλαίσια και πάντως όχι
όπως στους «κακούς» Βαλκάνιους γείτονές
της…
4.Στην Ελλάδα, (μιλώντας για την εν λόγω περίοδο) πρέπει
να είχαμε έναν «Μέγα Αλέξανδρο» που τον αδικήσαμε αλλά απλά είναι θέμα του να
συμφωνήσουμε ποιός ήταν αυτός… Ο Βενιζέλος ή ο Κωνσταντίνος…
Από κει και πέρα,
αναλόγως του ποιόν υποστηρίζει ο καθένας, έχουμε έναν αλάθητο κι έναν
«εκπρόσωπο του κακού» επί γης… Και για να γίνω πιο συγκεκριμένος, λόγω της
σημερινής κόντρας μεταξύ δεξιάς και αριστεράς και επειδή ο βασιλιάς θεωρείται
ότι εκπροσωπεί τη δεξιά (συμπεριλαμβανομένης και της περιόδου της Βασιλευόμενης
Δημοκρατίας μετά τον Β’ ΠΠ), ο Βενιζέλος (θεωρείται ότι) εκπροσωπεί τις αξίες
που πρεσβεύουν σήμερα οι Κεντρώοι και οι αριστεροί.
Αυτό δεν έχει καμιά βάση. Πολλές φορές μάλιστα θα δείτε
αριστερούς να υπερασπίζονται τον Βενιζέλο και άλλοι (αν όχι οι ίδιοι) να
κατηγορούν τον Βενιζέλο για διάφορα και κυρίως για αντικομμουνισμό [6]
και… όχι άδικα…
Βέβαια αυτό δεν μου κάνει εντύπωση, από τη στιγμή που όχι
μόνο γεγονότα εκατό, αλλά και χιλιάδων ετών, έχουν χρησιμοποιηθεί ως
επιχειρήματα (υπέρ ή κατά) από πλήθος ανθρώπων για να στηρίξουν ιδέες, απόψεις,
θρησκείες, πολιτικές φιλοσοφίες κλπ.
Αυτό όμως ουδόλως έχει να κάνει με την επιστήμη της
ιστορίας. Το να προσπαθούμε δηλαδή να ρίχνουμε όλα τα αρνητικά σε μια πλευρά,
καλύπτοντας λάθη ή σκοπιμότητες της άλλης «για να μας βγει το παραμύθι» το
οποίο εν τέλει είναι ότι «η βασιλεία τα έκανε όλα σωστά» ή «η βασιλεία τα κάνει
πάντα όλα λάθος» ή βλακώδεις απόψεις περί δημοκρατίας όπου ο καθένας είτε
βάλλει εναντίον της είτε την υπερασπίζεται αυθαίρετα.
Οπαδοί ολοκληρωτικών καθεστώτων αυτοβαπτίζονται
υπερασπιστές των δημοκρατικών αξιών, την ώρα που για παράδειγμα
αντιδημοκρατικοί (συνήθως δεξιοί) βάλλουν εναντίον των Βενιζελικών ξεχνώντας
όμως ότι από το 1862 η Ελλάδα έχει Σύνταγμα και την εν λόγω περίοδο η Ελλάδα
(έστω και με πολλές πολιτειακές και όχι μόνο παθογένειες) έχει Συνταγματική
Βασιλεία και όχι δικτατορία, απόλυτη μοναρχία κλπ.
5.Οι ξένοι δεν υπάρχουν. Βέβαια… «υπάρχουν κάποιες χώρες»
στο εξωτερικό που ονομάζονται Ρωσία, Αγγλία, Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Ιταλία,
Γαλλία κλπ, αλλά (αν λάβουμε υπόψη μας την επιρροή τους όπως μας την
παρουσιάζουν στα γεγονότα), είναι μονομερής και αποσπασματική και πάντως… ήσσονος
σημασίας…
6.Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία υπήρχαν «χριστιανικές»
μειονότητες μόνο στις Ευρωπαϊκές περιοχές της. Στην Μικρά Ασία υπήρχαν μεν αλλά
ήταν ολιγάριθμες. Εδώ «κολλάει» και η εντελώς εκτός πραγματικότητας άποψη του
Ίωνα Δραγούμη ο οποίος ούτε λίγο, ούτε πολύ μας έλεγε να συμμαχήσουμε με τους
Τούρκους για να εξελληνιστούν (οι Τούρκοι).
Όλως περιέργως, αυτή η κατ’ αρχήν περίεργη αλλά εν
προκειμένω βλακώδης πολιτική θέση γίνεται όχι μόνο ανεκτή αλλά βρίσκει και
οπαδούς, όχι μόνο ανάμεσα σε νυν δεξιούς, αλλά ακόμα και αριστερούς (ο καθένας
βέβαια γιατί θεωρεί ότι εξυπηρετεί την δική του πολιτική τοποθέτηση) και την
οποία «δικαιώνουν» λόγω των μετέπειτα γεγονότων, δηλαδή της μικρασιατικής καταστροφής.
Για ποιόν όμως λόγο αυτή η «προοπτική» είναι βλακώδης και
αυτοί που την υπερασπίστηκαν και υπερασπίζονται ηλίθιοι; Για τον απλούστατο
λόγο ότι οι Οθωμανοί είχαν ξεκινήσει ήδη μετά την Ελληνική Επανάσταση να
προωθούν την αναδιοργάνωση του κράτους τους και κυρίως του στρατού τους.
Η δε «προοπτική» αυτή είχε νόημα να συζητείται από
λόγιους τον 18ο και άντε στις αρχές του 19ου αιώνα.
Το 1915-1916 που ο
Ίωνας Δραγούμης έβριζε τον Βενιζέλο από τις εφημερίδες επειδή δεν συμμεριζόταν
τις απόψεις του, οι Νεότουρκοι, όχι απλά είχαν κάνει την εμφάνισή τους
(μυστικές τουρκικές εθνικιστικές οργανώσεις θα κάνουν την εμφάνισή τους ήδη
μετά τα μέσα του 19ου αιώνα) αλλά με το κίνημά τους το 1909 και το
πραξικόπημα του 1911 που έθεσε σε εφαρμογή τις εθνοκαθάρσεις από μη Οθωμανούς
υπηκόους, οι απόψεις αυτές περί ελληνο-οθωμανισμού, ελληνο-τουρκισμού κλπ ήταν
εντελώς εκτός τόπου και χρόνου…
7.Η όλη ανάλυση των πολεμικών επιχειρήσεων, περιγράφεται
εν είδει ημερολογιακής καταγραφής συμβάντων, χωρίς ανάλυση από άποψη
στρατηγική, επιχειρησιακή ή τακτική, παρά μόνο επιφανειακά και για γεγονότα
ευρέως γνωστά (πχ το δίλλημα αν θα προελάσει ο Ελληνικός στρατός προς
Θεσσαλονίκη ή Μοναστήρι, για το κατά πόσο ήθελε ο Βενιζέλος την απελευθέρωση
της Θράκης ή όχι κλπ).
8.Σε ότι αφορά τον Εθνικό Διχασμό, μπορούμε (διαβάζοντας
νεορωμάϊκη ιστοριογραφία) «άνετα» να εξάγουμε το «συμπέρασμα» ότι οι Έλληνες (ή
τουλάχιστον οι πολιτικοί του ταγοί) έφεραν ακέραια την ευθύνη για τα όσα
διαδραματίστηκαν κατά την περίοδο 1914-1918. Ομοίως ότι γενικά ως λαός είμαστε
α-σόβαροι έναντι μεγάλων εθνών με… «στιβαρές εξουσίες» (βλέπε απολυταρχίες) οι
οποίες είναι «σταθερές» στις «αξίες» τους και τα πιστεύω τους και απλά μας
τιμωρούν γιατί «δεν ξέρουμε τι θέλουμε» και γι αυτό μας τιμωρούν (sic)…
9.Η Μικρασιατική εκστρατεία ήταν μια οπορτουνιστική
επιχείρηση των ιμπεριαλιστών, οι οποίοι προκειμένου να εξυπηρετήσουν τις καπιταλιστικές
ελίτ τους και την αστική τάξη, έβαλαν σε περιπέτειες τους φτωχούς Έλληνες
προλετάριους, οι οποίοι επίσης παρασυρμένη από τη δική τους αστική τάξη, τους
μεγαλοτσιφλικάδες και τους εξουσιαστές εκπροσώπους τους, έμπλεξαν σε πολεμικές
περιπέτειες τη χώρα διεκδικώντας ξένα εδάφη και καταπιέζοντας ξένους λαούς και
εν προκειμένω τον Τουρκικό (sic).
Και αν θεωρείτε ότι αυτή είναι μόνο η άποψη των
Κομμουνιστών, βγάλτε τους «οπορτουνισμούς», τους «ιμπεριαλισμούς», τις
«καπιταλιστικές ελίτ» και τους «μεγαλοτσιφλικάδες» και αναζητήστε την άποψη
δεξιών συγγραφέων, οι οποίοι χωρίς την παραπάνω επιχειρηματολογία, θεωρούν ότι
οι «κακοί» Άγγλοι, έβαλαν σε περιπέτειες την Ελλάδα και μετά ήραν την
υποστήριξή τους, αφήνοντας την Ελλάδα μόνη της εναντίον των Τούρκων οι οποίοι
παράλληλα ενισχύονταν από Γάλλους, Ιταλούς και κυρίως τους Μπολσεβίκους.
Το τελευταίο βέβαια είναι μεν αλήθεια, αλλά δεν εξηγεί
μια ολόκληρη σειρά άλλων γεγονότων, τα οποία κατατάσσουν τους Άγγλους όχι απλά
εχθρούς μας, αλλά και μοναδικούς συμμάχους μας, την ώρα για παράδειγμα που
πολλοί δεξιοί ενώ ρίχνουν πρόθυμα «ανάθεμα» σε διάφορους, δεν λένε κουβέντα για
το ρόλο των Γερμανών, οι οποίοι συμμετείχαν στις σφαγές των Μικρασιατών και
μάλιστα οι Άγγλοι ως εχθροί τους εκτοπίστηκαν (οικονομικά) πολύ πριν καν
ξεσπάσει ο Α ΠΠ… Αλλά εκεί κουβέντα. Οι Άγγλοι που συμφώνησαν να γίνει η
εκστρατεία, που συμφώνησαν να συνεχιστεί (επι Κωνσταντίνου) φταίνε… Οι Γερμανοί
ποτέ!
Ανάλογη δείγμα στην στάση δεξιών ιστορικών, βλέπουμε και
στον Β’ ΠΠ όπου το βάρος της ήττας το ρίχνουν στους Άγγλους, ακόμα και το
θάνατο του Μεταξά τον χρεώνουν στους ίδιους, αλλά όχι μόνο δεν γίνεται λόγος
για την Γερμανική εισβολή η οποία ετοιμαζόταν ήδη από τον Νοέμβριο του 1940
(και για να είμαι ακριβής,,, πολύ πιο πριν), όπως και δεν γίνεται λόγος ότι την
φήμη ότι τον Μεταξά τον σκότωσαν οι Άγγλοι την κυκλοφόρησαν οι Γερμανοί μετά
την κατάληψη της Ελλάδος. Και το ωραίο είναι ότι ούτε εξηγούν τον λόγο (για
ποιο δηλαδή λόγο οι Άγγλοι να σκοτώσουν τον Μεταξά και να προκαλέσουν πολιτική
αστάθεια ενώ «πολεμούσε γι αυτούς»), την ίδια ώρα που εξαιτίας αυτών των φημών,
δυστυχώς για τους Γερμανούς όχι απλά δεν εξάγεται το συμπέρασμα ότι εκτελέστηκε
από τους Άγγλους, αλλά αν έγινε, έγινε το ίδιο και στο βασιλιά της Βουλγαρίας
Βόρι, ο οποίος όμως δεν ήταν «στα χέρια» των Άγγλων, αλλά αντιθέτως των
Γερμανών…
Και βέβαια εκτός από τους Γερμανούς οι οποίοι μένουν στο
απυρόβλητο μένουν οι μπολσεβίκοι, οι οποίοι ήταν και οι μοναδικοί που κραυγαλέα
βοήθησαν τον Κεμάλ (εδώ η σιωπή… σπάει τζάμια…), όπως και δεν λέγεται τίποτα
για τους Ιταλούς και τους Γάλλους, οι οποίοι εκτός του ότι ενίσχυαν τον Κεμάλ
με όπλα, χρήματα και πολιτικά-διπλωματικά (οι Γάλλοι για παράδειγμα αρνούνταν
νηοψία σε πλοία που ξεφόρτωναν στην Κιλικία όπλα και πολεμοφόδια από τους
Έλληνες όπως και οι Ιταλοί, οι οποίοι μάλιστα τα εδάφη που κατείχαν τα παρείχαν
ως βάσεις εξόρμησης εναντίον Ελλήνων και μουσουλμάνων για τους Τσέτες… Μια φορά
κυνήγησε ο Κονδύλης Τσέτες σε Ιταλικό έδαφος και οι Ιταλοί προκάλεσαν ολόκληρο
διπλωματικό επεισόδιο) στην ουσία συνεργάζονταν με τον… αντιιμπεριαλιστή Κεμάλ.
…Και
η αδυσώπητη πραγματικότητα
Ας δούμε τώρα επιγραμματικά ποια είναι η πραγματικότητα,
την οποία θα παραθέσω, αφού πρώτα θέσω τα κατάλληλα ερωτήματα που τίθενται,
τόσο από τα γεγονότα, τα πρόσωπα και τις καταστάσεις που έπαιξαν ρόλο στην
διαμόρφωση της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου, όσο και ως απάντηση σε
ερωτήματα που γεννώνται από θέσεις και απόψεις συγγραφέων, τα οποία όμως είναι
από υποκειμενικά έως εντελώς έωλα επιχειρημάτων. Συγκεκριμένα:
Πώς
και για ποιο λόγο φτάσαμε στην Εκστρατεία της Μικράς Ασίας
Για να γίνει κατανοητό το γιατί, πρέπει να ληφθούν υπόψη
γεγονότα, όχι απλά της περιόδου που έγινε η εκστρατεία, αλλά και πριν από αυτή
και συγκεκριμένα από την περίοδο 1914-1918 (Α’ ΠΠ), της περιόδου των Βαλκανικών
Πολέμων (1912-1913) και πολύ πριν αυτών.
Αυτό γιατί:
Α.Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν ένα κράτος που όχι μόνο
εκυβερνάτο από ένα στυγνό και απολυταρχικό καθεστώς αλλά κυρίως διότι ο ίδιος ο
Οθωμανικός πολιτισμός του ήταν βασισμένο στο πρότυπο της ανατολίτικης
δεσποτείας-θεοκρατίας η οποία ουδόλως είχε αλλάξει απο τον μεσαίωνα.
Ακόμα και οι δήθεν θρησκευτικές ελευθερίες που παρεχώρησε
από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα (Τανζιμάτ-Χατί Χουμαγιούν) από
τον ίδιο το Σουλτάνο, δεν ήταν τίποτα άλλο από συγκεκαλυμμένος εθνικισμός,
εθνικισμός, ο οποίος, όπως και σε άλλους Βαλκανικούς λαούς (Βούλγαροι, Αλβανοί,
Ρουμάνοι κλπ) αναπτύχθηκε σταδιακά μετά τους Ναπολεόντειους και κυρίως μετά την
Ελληνική Επανάσταση του 1821, της οποίας η επιτυχία ξύπνησε τις εθνικές
συνειδήσεις και άλλων λαών (πλην Σέρβων οι κατ επανάληψη είχαν επαναστατήσει
κατά των Οθωμανών) οι οποίοι ακόμα και αν διαχωρίζονταν, γλωσσικά και
θρησκευτικά από τους Οθωμανούς, συνειδησιακά και κυρίως πολιτικά είτε παρέμεναν
πιστοί, είτε σε πολλές περιπτώσεις συμμαχούσαν ενάντια σε άλλους υπόδουλους
ξέροντας ότι συμμαχία με τους Τούρκους σήμαινε προνόμια και άνετη ζωή…
Αυτή η δήθεν παραχώρηση θρησκευτικών ελευθερίών λοιπόν
αντί να αμβλύνουν, όξυναν τους διαχωρισμούς ανάμεσα στα «μιλέτια», τις
θρησκευτικές κοινότητες δηλαδή, αφού οι διαχωρισμοί παρέμεναν, ενώ η
ισοπολιτεία ουδέποτε ήρθε μέχρι και τη διάλυση της Αυτοκρατορίας τους το 1923
και την ανακήρυξη της Τουρκίας.
Β.Ο θρησκευτικός αυτός διαχωρισμός, σε συνδυασμό με την
δημιουργία ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα σχολών ανάδειξης
αξιωματικών και ανώτερων αξιωματικών του στρατού, όπως και με την ανάπτυξη του
Τουρκικού εθνικισμού μέσω ανθρώπων της «διανόησης», οδήγησαν με τη σειρά τους
στην δημιουργία και ανάπτυξη μιας νέας κοινωνικής τάξης, η οποία έμελλε από τον
20ο αιώνα να αποτελέσει και την κυρίαρχη ελίτ της παραπαίουσας πλέον
Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και αργότερα του νέου Τουρκικού κρατικού μορφώματος,
ελίτ που δεν ήταν άλλη από τους στρατιωτικούς οι οποίοι περνώντας από διάφορα
στάδια θα δημιουργήσουν μυστικές οργανώσεις (Young Turks=Νέοι Τούρκοι ή Νεότουρκοι) για να βρουν
μετά το Α’ ΠΠ τον ηγέτη που έψαχναν να τους
δώσει ιδεολογική υπόσταση ως εθνικό μόρφωμα και ας υπήρχαν δεκάδες εθνοτικές
ομάδες εκατομμυρίων εντός του νέου κράτους τους, ακόμα και χωρίς τους
σφαγιασθέντες ή εκδιωχθέντες μη μουσουλμάνους.
Γ. Οι εθνικιστικές αυτές θεωρίες θα γίνουν πολύ σύντομα
πράξη, ακόμα και πριν την έλευση του 20ου αιώνα, όταν την περίοδο
1894-1896 θα ξεσπάσουν τα «χαμιδιανά», οι εκτεταμένες δηλαδή σφαγές των
Αρμενίων σε όλο το κράτος, τις οποίες διέταξε ο ίδιος ο Αβδούλ Χαμίτ
προκειμένου «να καθαρίσει μια και καλή με το Αρμενικό πρόβλημα» κατά δική του
ομολογία και που σταμάτησαν μόνο και μόνο επειδή (λόγω και της ύπαρξης του…
τηλέγραφου) τα νέα κινητοποίησαν την παγκόσμια κοινή γνώμη σε όλο τον κόσμο με
αποτέλεσμα οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής να ζητήσουν το σταμάτημά τους αλλά
χωρίς να επιβάλλουν κανένα μέτρο βέβαια κατά των Οθωμανών…
Δ. Την ίδια εποχή ξεκινάει η από κοινού με τους Γερμανούς
προσπάθεια έξωσης Αγγλικών και Γαλλικών εταιριών από την Οθωμανική Αυτοκρατορία
και την αντικατάστασή τους με Γερμανικές, οι οποίες ωστόσο δεν έφεραν μόνο
τεχνοκράτες, επιχειρηματίες κλπ, αλλά ξεκίνησαν κανονικότατο εποικισμό της Αυτοκρατορίας
με Γερμανούς, τους οποίους έστελναν ακόμα και εν αγνοία των… συμμάχων τους
Τούρκων με πλοία και τρένα Γερμανικών συμφερόντων (που είχαν αποσπάσει
προηγουμένως από Άγγλους, Γάλλους και Έλληνες) και άρχισαν να εκτοπίζουν κάθε
μη Μουσουλμάνο προκειμένου να ελέγξουν οικονομικά τη χώρα
Αυτό αποτελεί ίσως και μια από τις κύριες αιτίες, αν όχι
την κυριότερη, για την οποία ήρθαν σε οικονομική και αργότερα και σε
στρατιωτική σύγκρουση Άγγλοι, Γάλλοι και Ρώσοι εναντίον των Γερμανών,
Αυστροούγγρων και Τούρκων όπως και αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης ήταν η
σύναψη αρχικά μυστικής και μετά επίσημης συμφωνίας, της περιώνυμης Sykes-Piqot για τη διανομή των εδαφών της
Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Τι μας ενδιαφέρει εμάς αυτό; Μας ενδιαφέρει στο γεγονός
ότι ασχέτως του τι έκαναν οι Αγγλογάλλοι επιχειρηματικά στην περιοχή (όπως και
πιο παλιά ο Ναπολέοντας, οι Ρώσοι και ακόμη πιο παλιά οι Βενετοί και οι
Γενουάτες), οι Έλληνες όχι μόνο ζούσαν εν ειρήνη, αλλά και συνεταιρίζονταν
ασκώντας κανονικά τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες.
Ε.Εδώ πρέπει να επισημάνουμε και το γεγονός ότι ναι μεν
υπήρχαν πλήθος Ελλήνων που διαβιούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία αλλά δεν
πρέπει να ξεχνάμε το γεγονός ότι η εσωτερική Μικρά Ασία είχε εν πολλοίς
εκτουρκιστεί ήδη από τον 14ο – 15ο αιώνα, κάτι που
αναφέρουν και οι απογραφές των χριστιανικών μητροπόλεων τον 16ο
αιώνα.
Τα παράλια της Μικράς Ασίας δέχτηκαν εκ νέου Έλληνες κατά
τον 19ο αιώνα, όταν μετά την Ελληνική Ανεξαρτησία, χιλιάδες
εγκαταστάθηκαν στα παράλια σε μια έξαρση επιχειρηματικότητας, κάτι που
αναφέρεται ακόμα και από τα επίσημα στοιχεία, ενώ ξένοι περιηγητές αναφέρουν
ότι η Μικρά Ασία επαν-εξελληνίστηκε…
Αυτό είναι πολύ κρίσιμο στοιχείο για το οποίο θα αναφερθώ
παρακάτω…
2.Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ως χαλιφάτο, ήταν μια
θεοκρατία, η οποία έθετε όρους και προϋποθέσεις όχι μόνο στον Δημόσιο βίο, αλλά
και στον τρόπο ζωής των ίδιων των υπηκόων.
Η «γκετοποίση» (αν και αδόκιμος ο όρος για την εποχή αφού
είναι μεταγενέστερος) και οι ανισότητες ήταν επιβεβλημένες δια νόμου. Αυτό
σημαίνει ότι το να ζεις κάτω από ένα τέτοιο καθεστώς, εμπεριείχε το «να μάθεις»
να ζεις σαν κατώτερος άλλων, με ότι αυτό συνεπάγεται. Το να δεχτείς μια
προσβολή, μια χειροδικία, μια αδικία εις βάρος σου από έναν άλλον ο οποίος
σύμφωνα με το νόμο, είχε περισσότερα δικαιώματα από εσένα εφόσον ανήκε στο
«μιλέτι του θεού», ήταν μονόδρομος και οποιαδήποτε χαλαρότητα ως προς την
εφαρμογή αυτών των νόμων αποτελούσε απλά την εξαίρεση. Την ίδια ώρα πιο πιθανό
ήταν να υποστείς κάποια βάναυση δίωξη ή και θάνατο εξαιτίας κάποιου μη
προβλεπόμενου παράγοντα (πόλεμος, εξέγερση, κακός ή διεφθαρμένος τοπικός
άρχοντας κλπ), παρά να σου συμπεριφερθούν με επιείκεια/ εύνοια στην
καθημερινότητα επειδή απλά έτυχε να έχεις καλές σχέσεις με κάποιους Τούρκους.
Για το λόγο αυτό η Οθωμανική Αυτοκρατορία κρινόταν ακόμα
και από τους σύγχρονους Δυτικούς, ακόμα και από τους υπόδουλους του κράτους
αυτού (που είχαν δει εισβολείς και εισβολείς στο μακραίωνο βίο τους στην
Ανατολή…) ως ένα βάρβαρο κράτος με ένα βάρβαρο λαό επικεφαλής.
Εννοείται βέβαια ότι η συμπεριφορά των κρατικών αξιωματούχων
(κατώτερων, ανώτερων και ανώτατων), όπως και η συνείδηση του μέσου Τούρκου,
ουδόλως άλλαξε μέχρι και την αναφερόμενη ιστορική περίοδο (για να μην πω μέχρι
τις μέρες μας… βλέπε Συρία…) με αποτέλεσμα, ακόμα και οι Γερμανοί σύμμαχοί τους
κατά τον Α’ ΠΠ να δυσανασχετούν ουκ ολίγες φορές για το απάνθρωπο του
καθεστώτος, το οποίο δεν περίμενε κανένα εθνικιστικό ιδεολογικό ρεύμα για να
γίνει μη ανεκτικό προς τις μειονότητες και γενικά τους ξένους αλλά ήταν τέτοιο
από καταβολής Σελτζούκων και απλά η θεοκρατία, «φρόντισε» ώστε ποτέ να μην
αλλάξουν με την (βίαιη) μετοικεσία τους στη Μεσόγειο αλλά αντίθετα να γίνουν
παράγοντας κοινωνικών, εθνικών και διακρατικών αναστατώσεων και πολέμων.
3.Οι Γερμανοί ελάχιστες, για να μην πω καμία φορά, δεν
πάνε σε πόλεμο απροετοίμαστοι.
Εάν παρατηρήσουμε λίγο πιο προσεκτικά τα επίσημα
στοιχεία (εδώ δεν συνωμοσιολογούμε) και μακριά από εμμονές και προκαταλήψεις,
θα παρατηρήσουμε ότι, μετά τους Ναπολεόντειους πολέμους, τόσο οι πόλεμοι της
Γερμανικής ενοποίησης, όσο και οι πόλεμοι εναντίον της Δανίας και της
Αυστροουγγαρίας, οι οποίοι απετέλεσαν πόλεμοι για το ποιος θα έχει τον πρώτο
λόγο ανάμεσα στα Γερμανικά έθνη (τουλάχιστον της κεντρικής Ευρώπης), καθώς και
ο Γερμανοπρωσσικός πόλεμος, απετέλεσαν στοχευμένες
πολεμικές ενέργειες που σκοπό είχαν αν όχι να βοηθήσουν, τουλάχιστον να δημιουργήσουν
ανασταλτικούς παράγοντες για ανταγωνίστριες προς τη Γερμανία δυνάμεις ώστε η
Γερμανία να αποκτήσει μεσοπρόθεσμα και κυρίως μακροπρόθεσμα επιρροή και δύναμη
σε κάθε γεωπολιτικό πεδίο στον αγώνα της για παγκόσμια κυριαρχία.
Ως παράδειγμα θα αναφέρω την Ιταλία, η οποία ενοποιήθηκε
όχι απλά με την ανοχή, αλλά με την παρακίνηση της Γερμανίας επί Βίσμαρκ, κάτω
από ένα ασήμαντο μέχρι τότε Γερμανό βασιλιά του Οίκου της Σαβοΐας, στηρίζοντας
τις αξιώσεις του νεότευκτου αυτού
κράτους ακόμα και έναντι των Γερμανοαυστριακών.
Το ποδηγετούμενο από Γερμανούς κράτος της Ιταλίας, ανέπτυξε
στους πολίτες του την πεποίθηση ότι ανήκουν στην πολιτισμένη Δύση (κάτι ανάλογο
που παρατηρεί κάποιος άλλωστε και στους σημερινούς Ισπανούς), παραγνωρίζοντας
ότι η Δύση είναι κατά κύριο λόγο ένα συνονθύλευμα Γερμανικών ή ημιγερμανικών
εθνών που απλά ερίζουν για το ποιος είναι ανώτερος από τους άλλους και είναι
αυτοί που πραγματικά σιχαίνονται και το όνομα ακόμα του ελληνορωμαϊκού
πολιτισμού!
Είναι αυτοί που αντί να αντιληφθούν ότι οι «πολιτισμένοι»
φίλοι τους, τους θεωρούν και τους ίδιους απολίτιστους κι ένα κράμα φυλών μη
ευρωπαϊκών επειδή δεν είναι λευκοί σαν σκανδιναβοί, θεώρησαν ότι η Ανατολή
είναι κάτι σαν «φαρ ουέστ» και οι από αιώνων Έλληνες-ρωμιοί κάτοικοι οι
«ινδιάνοι», οι οποίοι έπρεπε ή να γίνουν Ιταλοί, ή απλά να γίνουν εμπόρευμα
προς συναλλαγή με τις ορδές του Κεμάλ…
Αυτοί
οι ίδιοι, που πηγαίνοντας μετανάστες τις ΗΠΑ και τις Δυτικές χώρες τους
αντιμετώπιζαν ως μιγάδες και άρα κατώτερους, αποκαλούσαν τους Έλληνες
απολίτιστους και όταν δεν τους σκότωναν (όπως έκαναν στην κατεχόμενη από αυτούς
περιοχή της Λυκίας και της Καρίας και όπως έκαναν αργότερα με τον βομβαρδισμό
της Κέρκυρας, τον τορπιλισμό της Έλλης και αργότερα με την εισβολή και κατοχή
του 1940-1943), συμμαχούσαν με τους Τούρκους δίνοντάς τους όπλα για να το
κάνουν εκείνοι… Αυτά τα ολίγα προς ώρας για τους Ιταλούς…
Για να επανέλθω όμως στους Γερμανούς και να κλείσω με
αυτό το θέμα, οι Γερμανοί όταν ξεκινούσαν τον Α’ ΠΠ ήταν ήδη προετοιμασμένοι γι
αυτόν. Ήταν αυτό που έλεγαν «ο πόλεμος που θα τελειώσει όλους τους πολέμους».
Αργότερα ο Χίμλερ, στους «λόγους του Πόζεν» όπου
περιγράφει το πώς θα ερημωθεί από τους παρόντες κατοίκους η Ευρώπη (και όχι
μόνο) και θα επανεποικιστεί από «Αρίους Γερμανούς» σε διάρκεια 50-100 ετών,
απλά επαναδιατυπώνει με κάποιες βελτιώσεις το αρχικό σχέδιο, το οποίο προέβλεπε
και πάλι τα ίδια αλλά χωρίς τα… στρατόπεδα, τα τρένα και τους φούρνους…
Τα τελευταία αυτά μέσα μαζικής εξόντωσης εφαρμόστηκαν
μετά από επανειλημμένες συσκέψεις υψηλόβαθμων ναζί, οι οποίοι ήθελαν η εφαρμογή
των σχεδίων αυτών να ξεκινήσει άμεσα και χωρίς καθυστερήσεις θέτοντας
«χρονοδιάγραμμα»…
Ο Α’ ΠΠ απετέλεσε δε τον αρχικό πειραματισμό στην
εφαρμογή των σχεδίων αυτών με διώξεις μειονοτήτων, αντιφρονούντων, «κατώτερων»
ή απλά «υπόπτων»…
Η δε Μικρά Ασία απετέλεσε το μεγαλύτερο «εργαστήριο»
τέτοιων μεθόδων και η τελική νίκη του Κεμάλ, μόνο με ικανοποίηση γέμισε τους
ηττημένους Γερμανούς, οι οποίοι διείδαν ότι η χωρίς οίκτο και ντροπή εφαρμογή
τέτοιων απάνθρωπων μεθόδων, όχι απλά δεν επισείει καμιά τιμωρία από την
παθητική Διεθνή κοινή γνώμη, αλλά το αντίθετο, ο ηγέτης που την εφαρμόζει,
νομιμοποιείται από τα διεθνή φόρα, αποκομίζει πολλαπλά οφέλη για τη χώρα και το
λαό του και στο τέλος γίνεται όχι μόνο αντικείμενο αναγνώρισης αλλά και του
απονέμουν το Νόμπελ Ειρήνης με πρόταση του ηγέτη των σφαγέντων!
Ε… Πόσα επιχειρήματα μετά να θέλει ένας Γερμανός εκείνης
της εποχής για να καταλάβει ότι «ο εθνικισμός-ναζισμός είναι η μόνη λύση»;;;
4.Η αναδιαμόρφωση της Οθωμανικής κοινωνίας που ξεκίνησε
δειλά – δειλά από τα μέσα του 19ου αιώνα ώστε να φτάσει στην
διαμόρφωση ενός νέου τουρκικού εθνικιστικού κράτους το 1923, μαζί με τα
Γερμανικά σχέδια για τον εποικισμό της Ανατολής από Γερμανούς, απετέλεσαν τους
κύριους παράγοντες που ασχέτως της ρευστότητας των διεθνών γεωπολιτικών
συσχετισμών, επηρέαζαν τους Έλληνες ασχέτως αν αυτοί (ή οι πολιτικοί του ταγοί)
βυθίζονταν στην μικρόνοια και την μικροπολιτική ή αναγνώριζαν το μέγεθος του
προβλήματος και προνοούσαν ώστε να το αντιμετωπίσουν.
Αυτό με απλά λόγια σημαίνει ότι οι ελληνικοί ή
ελληνόφωνοι, όπως και γενικά οι μη μουσουλμανικοί πληθυσμοί της Οθωμανικής
Αυτοκρατορίας είχαν μπει ήδη στο στόχαστρο πολύ πριν το ξέσπασμα όχι απλά του Α
ΠΠ, αλλά και πριν τους Βαλκανικούς Πολέμους, όταν Γερμανοί και Τούρκοι
εθνικιστές μποϋκόταραν την επιχειρηματικότητα των Ελλήνων της Μικράς Ασίας.
Η
εθνικιστική αυτή έξαρση των νεότουρκων, ήταν η σπίθα που ένωσε τους βαλκανικούς
λαούς εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όταν άρχισαν μέρα με τη μέρα να
βγαίνουν στον Τύπο περιστατικά (αρχικά σποραδικά και ανοργάνωτα και μετά
οργανωμένα και πιο μαζικά) εναντίον χριστιανών και δη Ελλήνων.
Η δε
επίσημη δήλωση - απειλή προς τον χριστιανο Πατριάρχη ότι «θα σας σφάξουμε
όλους» ήταν αυτή που οδήγησε στο ξέσπασμα του Α’ Βαλκανικού Πολέμου.
Όμως ούτε η ήττα των Οθωμανών (αν και στον Β’ Βαλκανικό πόλεμο
επανέκτησαν από την Βουλγαρία τα χαμένα εδάφη στη Θράκη ως «νικητές») σταμάτησε
τους διωγμούς. Το αντίθετο μάλιστα, τους ενέτειναν και ιδίως στη Μικρά Ασία,
όπου από την αρχή του πολέμου οι Έλληνες, όσοι δεν σφάχτηκαν, διώχτηκαν με
εντολή του Λίμαν Φον Σάντερς και τη βοήθεια των Γερμανών.
Το δεύτερο χρόνο του Α’ ΠΠ ολοκλήρωσαν την εξαφάνιση των
Αρμενίων με τη Γενοκτονία εναντίον τους, την ώρα που οι Έλληνες σκοτώνονται
(κυριολεκτικά και μεταφορικά) μεταξύ τους για το αν πρέπει ή όχι να βγουν στον
πόλεμο εναντίον των Γερμανών!
5.Την ώρα που Τούρκοι και Γερμανοί, με υπεροχή σε μέσα,
πόρους, στρατιωτικό δυναμικό κλπ διαπράττουν εγκλήματα, εμείς μέχρι σήμερα
αναλωνόμαστε στο αν ο Βενιζέλος είχε ή δεν είχε δίκιο που ήθελε να βγάλει την
Ελλάδα σε πόλεμο ή αν ο Κωνσταντίνος είχε ή δεν είχε δίκιο που «ήταν
επιφυλακτικός» και «ήθελε ουδετερότητα»…
Από αυτά και μόνο, τα οποία αποτελούν επίσημη ιστορία,
συνάγεται το αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα ότι:
Οι Ελληνικοί πληθυσμοί όχι απλά της Μικράς Ασίας, αλλά
ολόκληρης τη Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δηλαδή όποιες περιοχές ευρίσκοντο ακόμα
υπό τον έλεγχο των Οθωμανών (θυμηθείτε τις προκηρύξεις της Γερμανικής Τράπεζας
της Παλαιστίνης που καλούσε σε μποϋκοτάζ των Ελληνικών προϊόντων και καλούσε
τους μουσουλμάνους να ξεσηκωθούν κατά των «Γκιαούρηδων» ), κινδύνευαν άμεσα με
αφανισμό.
![]() |
| Την ώρα που ο Κωνσταντίνος παρίστανε τον ουδέτερο οι Γερμανοί εξέδιδαν προπαγανδιστικές αφίσες καλώντας τους Γερμανούς "να πολεμήσουν και να τιμήσουν τον αγωνιζόμενο Τούρκο αδελφό". |
Το τι θα έκανε ή δεν θα έκανε το Ελληνικό κράτος δεν έχει
ουδόλως να κάνει με το αν έπρεπε ή δεν έπρεπε να αναληφθεί η Μικρασιατική
Εκστρατεία.
Οι καταστάσεις είχαν δρομολογηθεί από δεκαετιών στο
Οθωμανικό κράτος, στο οποίο επίσης υπήρχε ενός άλλου είδους «Εθνικός Διχασμός»,
απλά σε πιο ήπια μορφή, αφού οι Νεότουρκοι ήταν σχετικά πιο διαλλακτικοί με
τους συμπατριώτες τους και περιόριζαν τις όποιες διενέξεις σε ανώτερο επίπεδο,
περιορίζοντας την επέκταση οποιασδήποτε διχογνωμίας στον υπόλοιπο λαό.
Οι δε Νεότουρκοι είχαν έτσι κι αλλιώς όχι μόνο πλάνο
εξόντωσης των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων και δημιουργίας ενός θρησκευτικά
και εθνικά ομοιογενούς κράτους, αλλά και την μορφή, την πολιτειακή οργάνωση και
το πολιτισμικό υπόβαθρο που θα είχε.
Συνεπώς
η Ελλάδα είχε ένα δίλημμα: Να αποδεχτεί την Μικρασιατική καταστροφή χωρίς πόλεμο
ή να προστατεύσει τους απειλούμενους πληθυσμούς της Μικράς Ασίας, οι οποίοι
μάλιστα δεν ήταν μόνο Ελληνικοί-ελληνόφωνοι…
Το όποιο αντεπιχείρημα, περί του αν έπρεπε ή αν δεν
έπρεπε να πραγματοποιηθεί η Μικρασιατική Εκστρατεία οδηγεί σε μια αντιπαραγωγική
και αποπροσανατολιστική συζήτηση, όταν ακόμα και η εντολή αποβίβασης Ελληνικών
στρατευμάτων στην Μικρά Ασία, έγινε ακριβώς γι’ αυτό το σκοπό, καθώς καθημερινά
έφταναν ειδήσεις για βιαιοπραγίες κατά χριστιανών από Τσέτες (χώρια όσων είχαν
διαπραχθεί τα 4 χρόνια του Α ΠΠ + τα 8-9 έτη από τη λήξη του μέχρι το Μάϊο του
1919) και μια Σουλτανική κυβέρνηση ανίκανη(;) να προστατεύσει τον πληθυσμό της.
Βαλκανικοί
πόλεμοι
Και αφού αναφέρθηκα στους εκπροσώπους των δύο κύριων
στρατοπέδων που χώρισαν τότε την Ελλάδα και μάλιστα την χωρίζουν (αδιευκρίνιστο
το γιατί αφού από τότε άλλες παρατάξεις και ιδεολογίες μονοπωλούν στα πολιτικά
δρώμενα…) ακόμα, ας πούμε και μερικά χρήσιμα πράγματα γι’ αυτούς…
Κατά πρώτον, όπως αναφέρει η επίσημη ιστορία, οι πρώτες
«ρωγμές» στις σχέσεις μεταξύ Βενιζέλου-Κωνσταντίνου ξεκίνησαν μετά τα φερόμενα
τηλεγραφήματα του πρώτου προς τον δεύτερο όταν ο δεύτερος ως
επικεφαλής του στρατού ευρίσκετο έξω από την Θεσσαλονίκη με το δίλημμα αν θα
απελευθερώσει τη Θεσσαλονίκη ή το Μοναστήρι και για τα τηλεγραφήματα αυτά πολλά
λέγονται, ίσως πολλές φορές και ανούσια αφού το ζήτημα δεν είναι εκεί αλλά στο
ποιόν του καθενός για να καταλάβουμε καλύτερα κάποια πράγματα.
Κωνσταντίνος
Για τον Κωνσταντίνο, οι απόψεις που υπάρχουν γι αυτόν
είναι ουσιαστικά δύο. Η μία ότι ήταν εξαίρετος στρατηλάτης που μεγάλωσε την
Ελλάδα με τις αδιαμφισβήτητες ικανότητές του [7] και η άλλη, ότι ήταν
(άλλος ένας) αυταρχικός δυνάστης, που με τις πράξεις του, τις παραλείψεις του
και γενικά τη γερμανόφιλη και διχαστική του στάση ώθησε την Ελλάδα στο Διχασμό
και αργότερα την καταστροφή.
Κατά πρώτον να πούμε ότι εν καιρώ πολέμου διατηρούσε
ερωτική σχέση με μια Ιταλίδα ονόματι Πάολα στην οποία εκμυστηρευόταν όλα τα
μυστικά του κράτους…[8]
Γενικά από τα όσα έχω διαβάσει από διάφορες πηγές, άλλες
της μιας πλευράς και άλλες της άλλης η προσωπική μου κρίση αν και γενικά
αδιάφορος για το αν ήταν διάνοια ή όχι μάλλον ρέπει προς το να θεωρήσω ως επί
το πλείστον σωστές τις απόψεις των βενιζελικών και αυτό για αντικειμενικούς
λόγους οι οποίοι έπαιξαν το ρόλο τους στα διαδραματιζόμενα της περιόδου από το
1890 μέχρι το 1922.
Κατά πρώτον οι δυναστεία των Δανών, δεν διέφερε σε τίποτα
από τις υπόλοιπες Γερμανικές δυναστείες της Ευρώπης, για των οποίων την
καταγωγή έχω αναφερθεί στην ιστορική αναδρομή των Γερμανών της Ευρώπης
«Ματωμένοι Σταυροί».
Όπως λοιπόν έχω αναφερθεί στο έργο αυτό, οι βασιλείες της
Ευρώπης, με εξαίρεση πολύ λίγους και συγκεκριμένα (αναφέρομαι βέβαια για την
περίοδο μετά τον 19ο αιώνα) του Ναπολέοντα, των Σέρβων Ομπρένοβιτς
και Καραγιώργεβιτς, του Αλβανού Ζώγου και του Ρουμάνου Αλέξανδρου Ιωάννη Κούζα,
έλκουν την καταγωγή τους στους Βησιγότθους, Οστρογότθους, Λομβαρδούς,
Βουργουνδούς προγόνους τους οι οποίοι εποίκησαν την Ευρώπη, είτε σφάζοντας είτε
εξανδραποδίζοντας τους ντόπιους πληθυσμούς της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η οποία
υπήρξε φορέας του Ελληνορωμαϊκού πολιτισμού.
Ως εκ τούτου, η αυταρχική και απολυταρχική μέθοδος
διοίκησης, ήταν δεύτερη (αν όχι πρώτη) φύση τους, αφού η Γερμανική νοοτροπία,
αυτό δύναται να παράγει και όχι… βουλευτήρια, ψηφοφορίες και Αγορές.
Ως εκ τούτου, εγώ τουλάχιστον, θεωρώ πολύ φυσικό, την ώρα
που οι έτεροι συγγενείς του όχι απλά κυβερνούν με τον ίδιο τρόπο τις χώρες τους
(συμπεριλαμβανομένης και της χώρας του της Δανίας), αλλά διώκουν ή και πνίγουν
στο αίμα οποιαδήποτε φιλελεύθερη τάση, οι Γλύξμπουργκ της Ελλάδας να μην
αποτελούν εξαίρεση συμπεριφερόμενοι κατά τον ίδιο τρόπο.
Αναφορικά με την αξίωση των δήθεν φιλοβασιλικών ότι «οι
βασιλείς δεν είναι ξένοι διότι αισθάνονται Έλληνες», το μόνο που έχω να αντιτείνω
είναι το με πόση αφέλεια κάποιος τυφλωμένος από μια έμμονη ιδέα («τα πιστεύω
μου δεν είναι ποτέ λανθασμένα») μπορεί να βρει δικαιολογία ακόμα και για το πιο
απίθανο και εξωφρενικό πράγμα.
Οι απόγονοι αυτών των σφαγέων, ζούσαν και ζουν
πλουσιοπάροχα μέσα σε διασκεδάσεις και πολυτέλεια και όταν και όσοι βαριούνται
την τρυφηλή ζωή που διάγουν, παριστάνουν τους στρατηγούς και τους πολεμικούς
ηγήτορες.
Κάποιοι από αυτούς μέσα στην μακραίωνη κατοχή (=δουλεία)
της Ευρώπης, όντως διέθεταν ηγετικά και εν προκειμένω στρατιωτικά χαρίσματα και
αργότερα, όταν η Ευρώπη άρχισε σιγά-σιγά να ξυπνάει από τον πνευματικό λήθαργο
που την έριξε ο χριστιανικός σκοταδισμός, μαζί με τον Γερμανικό απολυταρχισμό
και βαρβαρότητα, άρχισαν (ορισμένοι βέβαια και όχι όλοι) και να διδάσκονται την
στρατιωτική τέχνη, αποκτώντας όντως στρατιωτικά χαρίσματα.
Εν προκειμένω όμως οι Γλύξμπουργκ της Ελλάδος, δεν μπορώ
να καταλάβω από που συνάγεται το συμπέρασμα ότι διέθεταν ηγετικά και δη
στρατιωτικές γνώσεις και πολύ περισσότερο τέτοιες που να καθιστούν τον
Κωνσταντίνο όχι απλά στρατιωτικό, αλλά στρατιωτική ιδιοφυία!
Και όλα αυτά σε μια εποχή, που ακόμα και οι μεγάλες
γεωπολιτικές δυνάμεις, δηλαδή η Αγγλία, η Γαλλία και η Γερμανία (για τη Ρωσία
δεν το συζητώ καν), οι άνθρωποι που διέθεταν ιδιοφυία ικανοποιητική ώστε να
μπορούμε να πούμε «μάλιστα, αυτός όντως ήταν» αν τους μετρήσουμε, δεν θα χρειαστεί
να χρησιμοποιήσουμε καν όλα τα δάχτυλα των δύο χεριών…
Σε κατώτερα επίπεδα βέβαια υπήρχαν και μάλιστα αρκετοί.
Αλλά αυτοί, ούτε εξουσία είχαν ακόμα (θα αναφανούν λίγο πριν ή κατά τη διάρκεια
του Β ΠΠ) και μάλιστα ούτε επιρροή σε στρατιωτικούς κύκλους!
Ενώ, λοιπόν, ακόμα και οι ετοιμοπόλεμοι Γερμανοί και με
σχέδια, όχι απλά για το πώς θα κατισχύσουν τους αντιπάλους τους στον
προκληθέντα από αυτούς πόλεμο, αλλά και για το πώς θα εποικίσουν και την υπόλοιπη Ευρασία με
Γερμανούς, μπλέχτηκαν σε ένα τελματώδη πόλεμο, στον οποίο ούτε κάτι ευφυές
πραγματοποίησαν για να ανατρέψουν το τελικό αποτέλεσμα (πλην πολύ ελαχίστων
περιπτώσεων) και αναλόγως ίδια ήταν και η κατάσταση στο συμμαχικό στρατόπεδο,
οι οποίοι πέρα από τα χαρακώματα και τις αυτοκτονικές μαζικές εφόδους με τα
εκατοντάδες χιλιάδες θύματα, δεν γνώριζαν τίποτα άλλο, ήρθαν οι φιλοβασιλικοί
(οι οποίοι δεν είναι καν φιλοβασιλικοί, αλλά «φιλογλυξμπουργιγκοί», φιλοδανοί
και να μην πω φιλογερμανοί, διότι «πάει αλλού» το πράγμα, αλλά και αν ακόμα
αντετέθησαν στον παγγερμανισμό, με τη στάση τους τον βοήθησαν όσο κανείς άλλος)
υποστηρίζουν ότι εμείς είχαμε έναν…. «Μέγα Αλέξανδρο» ανάμεσά μας ως θείο δώρο
και οι αχάριστοι δεν το καταλάβαμε!
Ας δούμε λοιπόν κατά πόσο στρατηλάτης ήταν ο Κωνσταντίνος
Κατά πρώτον φέρεται να έλαβε το όνομα Κωνσταντίνος επειδή
λέει την εποχή της γέννησής του υπήρχε εθνική έξαρση και όλοι περίμεναν ότι θα
ήταν αυτός που θα έμπαινε στην Πόλη και τον βάφτισαν Κωνσταντίνο, όπως έλεγε η
προφητεία ότι Κωνσταντίνος θα έπαιρνε ξανά την Κωνσταντινούπολη (sic).
Δεν ξέρω κατά πόσο οι Γλύξμπουργκ πίστευαν στις
προφητείες (που μονίμως δεν βγαίνουν και παραμένουν προφητείες όπως με την
Άλωση…) αλλά επειδή συνήθως οι γονείς δίνουν το όνομα κάποιου εκ των παππούδων
ή έστω γιαγιάδων του παιδιού, ο Κωνσταντίνος έλαβε το όνομα του παππού του, του
Μεγάλου Δούκα Κωνσταντίνου της Ρωσίας.
Ο δε Γεώργιος του απένειμε τον τίτλο: «Δουξ της Σπάρτης»,
απόφαση όμως που ακυρώθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας, διότι το Ελληνικό
Σύνταγμα απαγόρευε την απονομή τίτλων ευγενείας σε Έλληνες.
Και είναι απορίας άξιον (περισσότερο σημειολογικά βέβαια)
το πώς δεν το γνώριζε όταν και ταξίδι να πας κάπου φροντίζεις να μάθεις δυό
τρία πράγματα για τη χώρα που θα ταξιδέψεις, πολύ περισσότερο για κάποιον που
πάει κάπου να βασιλεύσει… πέρα βέβαια από το γεγονός ότι δεν τον ενημέρωσε
κάποιος αυλικός, σύμβουλος κλπ τουλάχιστον δεν παρατήρησε ότι στο παλάτι του
δεν ήρθε ποτέ κάποιος «δουξ των Αθηνών» ή «Κόμης της Ναυπάκτου»;
Από κει και πέρα, ο Κωνσταντίνος παρουσιάστηκε στη Σχολή
Ευελπιδων το 1884, σε ηλικία 16 ετών. Μετά από δύο έτη, δηλαδή το 1886
τοποθετείται ως ανθυπολοχαγός στο 1ο Σύνταγμα Πεζικού. Ωστόσο η φοίτηση στη
σχολή τότε ήταν πενταετής και μάλιστα είχε τότε ένα άκρως απαιτητικό ακαδημαϊκό
πρόγραμμα, βασισμένο στα πρότυπα της γαλλικής Ecole Polytechnique.
Σε μια σχολή λοιπόν που απαιτεί πενταετή φοίτηση εκείνος
φοίτησε μόνο δύο! Μια εκδοχή, την οποία δεν έχω διασταυρώσει αλλά θεωρώ πολύ
πιθανή (να επαναλάβω… «πιθανή» θεωρώ την εκδοχή… Την μετριότητα, αν όχι
ανικανότητά του, την θεωρώ εντελώς σίγουρη…), είναι ότι ποτέ δεν παρακολούθησε κανονικά
τα μαθήματα όπως και ποτέ δεν αποφοίτησε.
Απλά του έκανε βασική ατομική εκπαίδευση ο Αρχηγός των
Ευελπιδων Επιλοχίας Χατζηανέστης και ο Ταγματάρχης Σαπουτζάκης του έκανε κάποια
ιδιαίτερα μαθήματα τακτικής. Συμμετείχε και σε κάποια γυμνάσια των Ευελπιδων
και αυτή ήταν η όλη «εκπαίδευσή» του.
Αν ισχύουν αυτά (που όπως προέγραψα μάλλον ισχύουν)
εννοείται ότι η ατομική εκγύμναση με τον Χατζηανέστη και τα φροντιστήρια του
Σαπουντζάκη δεν αποτελούν κανονική στρατιωτική εκπαίδευση.
Οι δε φιλοβασιλικοί ισχυρισμοί περί «Γερμανικής Ακαδημίας
Πολέμου» αποτελούν παραμύθια όχι γιατί έτσι μας αρέσει (άλλωστε μακάρι να είχε
λάβει τέτοια παιδεία γιατί αν είχε λάβει δεν θα καθόταν για παράδειγμα άβουλος
στο σύσκεψη στην Κιουτάχεια αλλά θα κατέθετε μια τεκμηριωμένη άποψη) αλλά γιατί
καταρρίπτονται από τα γεγονότα.
Στην ίδια την ιστοσελίδα της βασιλικής οικογενείας (http://www.greekroyalfamily.gr/timeline/constantine-a-birth.html)
αναφέρεται ότι απο το 1884 έως το 1887 ο
Κωνσταντίνος σπούδασε στη Χαϊδελβέργη της Γερμανίας χωρίς να αναφέρεται απολύτως
τίποτε για στρατιωτικές σπουδές στη ΣΣΕ ή στην Ακαδημία Πολέμου του Βερολίνου.
Στην δε Χαϊδελβέργη που βρίσκεται 500 χλμ μακριά από το
Βερολίνο, μόνο στρατιωτικές σπουδές δεν παρέχονται, ούτε τώρα, ούτε τότε παρά
μόνο ανθρωπιστικές σπουδές, μαθηματικά και θετικές επιστήμες, Δημόσιο, Δίκαιο
και Κοινωνικές Επιστήμες. Δίκαιο και Κοινωνικές επιστήμες όντως σπούδασε ο
Κωνσταντίνος...
Εξ αυτών συνάγεται ότι η εκπαίδευσή του μπορεί να είναι καλή μεν για νομικό ή έστω υψηλόβαθμο δημόσιο υπάλληλο αλλά σίγουρα όχι για στρατηγό…
Τον μύθο αυτόν τον εξέθρεψαν οι αυλικοί του επιτελείου
του με πρωτεργάτη τον Ι. Μεταξά αλλά φυσικά όχι παρά τη θέλησή του αφού ο ίδιος
είχε… άλλη γνώμη για τον εαυτό του όταν απευθυνόμενος στον πολιτικό Κωνσταντίνο
Ζαβιτσιάνο είχε πει: «…όλοι σας (οι
πολιτικοί) από στρατιωτικά δεν σκαμπάζετε τίποτε. Και γι’ αυτό τα στρατιωτικά
τα κρατώ στα χέρια μου και δεν τα δίνω σε κανένα, ούτε στον Βενιζέλο σου και
πήγαινε να του το ειπείς».
Επίσης βλακώδης είναι και ο ισχυρισμός ότι ανέκαθεν οι
βασιλείς επωμίζονταν τα λάθη των πολιτικών οι οποίοι όταν όλα πήγαιναν στραβά
τα έριχναν στα ανάκτορα (sic),
κάτι που φυσικά απέχει από την πραγματικότητα, αφού ο βασιλιάς όχι απλά
μπορούσε να αρνηθεί το σχηματισμό μιας κυβέρνησης και να εξωθήσει σε εκλογές
(κάτι που κατ’ επανάληψη έκαναν οι Δανοί Βασιλείς της Ελλάδος) αλλά
καταρρίπτεται και ο ισχυρισμός ότι «θα προκαλούσαν έτσι πολιτειακή ανωμαλία πράγμα
που δεν ήθελαν» αφού όχι απλά είχαν τα μέσα για να διαβάλουν μια κυβέρνηση
(στρατό, πολιτικούς, μμε, επιχειρηματίες κλπ) αλλά και πολλές φορές προχώρησαν
σε χρήση «άλλων μέσων» με αποκορύφωμα βέβαια τον (κανονικό) εσωτερικό πόλεμο
που ξεκίνησαν με τον Εθνικό Διχασμό…
Προηγουμένως αναφέρθηκα στην στρατιωτική του ανεπάρκεια
(τον ονόμαζαν και «Ντουβάρ Πασά», αλλά ας πούμε ότι αυτό ήταν σκωπτικό σχόλιο
από τους φανατικούς Βενιζελικούς).
Ωστόσο δημιουργείται το ερώτημα:
Αφού δεν είχε επαρκείς στρατιωτικές γνώσεις, τότε γιατί
ήταν αρχιστράτηγος και πώς νικήσαμε σε δύο πολέμους (Α’ και Β Βαλκανικό);
Κατά πρώτον η Ελλάδα, ενηλικιωθέντος του Κωνσταντίνου
εξεστράτευσε ή έστω συμμετείχε ως συμμαχος σε 4 εκστρατείες.
1.Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897
2.Α’ και Β’ Βαλκανικοί Πόλεμοι
3.Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος (Μακεδονικό Μέτωπο)
4.Μικρασιατική Εκστρατεία (1919-1922)
Εκείνη την εποχή, η επιστημονικά παρεχόμενη στρατιωτική εκπαίδευση,
δεν ήταν δεδομένη όπως στις μέρες μας, που στρατιωτικές Ακαδημίες αναφύονται
ακόμα και στα πιο απόμακρα μέρη του κόσμου.
Η στρατιωτική εκπαίδευση, η οποία αποτελεί έναν ολόκληρο
επιστημονικό τομέα με επιμέρους κλάδους που εξειδικεύουν επιστήμονες σε συγκεκριμένους
τομείς ώστε αυτοί να αποτελέσουν άριστα κατηρτισμένα στελέχη ενός στρατού (από
μαθηματικούς και γιατρούς, μέχρι μηχανικούς και ειδικούς στην ψηφιακή
τεχνολογία) ήταν προνόμιο μόνο των πολύ μεγάλων στρατών (Γερμανοί, Άγγλοι,
Γαλλοι, Ρώσοι κλπ) οι οποίοι και πάλι ειδικότητες που έχουμε στις μέρες μας
είτε απασχολούσαν ιδιώτες (πχ στρατιωτικούς ιατρούς μόλις από τον Κριμαϊκό
πόλεμο του 1854 άρχισαν να χρησιμοποιούν) είτε δεν διέθεταν καν ειδικότητες που
γνωρίζουμε σήμερα (πλην βέβαια των τεχνολογικών που έτσι κι αλλιώς αναπτύχθηκαν
από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα και μετά).
Η Τουρκία ξεκίνησε αυτή την προσπάθεια αναδόμησης του
στρατού της ευθύς μετά την Ελληνική Ανεξαρτησία, οπότε και κάλεσαν Γάλλους
συμβούλους.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1850 δημιουργήθηκαν
στρατιωτικές σχολές παραγωγής αξιωματικών, οι οποίες αργά αλλά σταθερά
παρήγαγαν άριστα εκπαιδευμένους αξιωματικούς, τους οποίους οι Τούρκοι
χρησιμοποίησαν μεν κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1878 αλλά ακόμα ήταν νωρίς
ώστε ο αριθμός τους να αποδώσει καρπούς, αφού ο υπόλοιπος στρατός παρέμενε
ακόμα εν πολλοίς στα παλιά δεδομένα…
Η στρατιωτική αναδιοργάνωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
ξεκίνησε να δίνει καρπούς από τις αρχές του 20ου αιώνα και μετά.
Η δε Ελλάδα ακόμα δεν διέθετε καν Ανωτάτη Σχολή Πολέμου
για την εκπαίδευση των Ανώτατων Αξιωματικών.
Υπήρχε μόνο η ΣΣΕ η οποία ιδρύθηκε μεν από τον
Καποδίστρια αλλά παρέμεινε εκεί. Μόλις το 1927 θα δημιουργηθεί Ανωτάτη Σχολή
Πολέμου όταν στην Τουρκία είχε (τότε)
ήδη πάνω από μισό αιώνα ύπαρξης.
Ως εκ τούτου, Ανώτατη επιτελική μόρφωση δεν υπήρχε.
Κάποιοι που σπούδασαν σε τέτοιες Ακαδημίες (Βερολίνου, Παρισίων κλπ), όπως ο
Πάγκαλος (πρώτος στην τάξη του στην ΣΣΕ) ή ο Ι. Μεταξάς (Ακαδημία Πολέμου
Βερολίνου) Δαγκλής (Βέλγιο-Βρυξέλλες, Λιέγη), Ξενοφών Στρατηγός (Πρωσσική
Στρατιωτική Ακαδημία).
Αλλά αυτοί για την εποχή εκείνη ήταν οι εξαιρέσεις.
Συνήθως τελείωναν την ΣΣΕ και έπειτα ανελάμβαναν αποστολές πάσης φύσεως
(τακτικές επιχειρήσεις ή «ανορθόδοξος» πόλεμος κλπ) τα οποία αποτελούσαν τα
πρόσθετα εφόδια του βιογραφικού τους. Επίσης μέχρι και το 1914 υπήρχε η ΣΣΥ η
οποία έδινε τη δυνατότητα σε υπαξιωματικούς να συνεχίσουν την καριέρα τους ως
αξιωματικοί. Αυτό βέβαια καταργήθηκε το 1914 οπότε και η Στρατιωτική Σχολή
Υπαξιωματικών συγχωνεύθηκε με την ΣΣΕ.
Με άλλα λόγια πέρα από τις βασικές γνώσεις που ελάμβαναν
στη σχολή απο κει και πέρα όλα ήταν θέμα ιδιοσυγκρασίας και αντίληψης.
Και άλλοι από αυτούς μεν διέθεταν το χάρισμα της ευφυΐας
ώστε να ανταπεξέρχονται στις απρόοπτες αντιξοότητες ενός πολέμου, άλλοι όμως όχι.
Έτσι λοιπόν και σε
αυτόν τον τομέα οι Οθωμανοί ήταν αρκετά μπροστά από τους Έλληνες, αφού η
στρατιωτική τους αναδιοργάνωση όχι απλά ξεκίνησε από τα μισά του 19ου
αιώνα, αλλά βασίστηκε στην δημιουργία αξιωματικών μέσης και ανώτερης βαθμίδας
ανεξάρτητα από ξένες βοήθειες με σκοπό φυσικά αφενός μεν να μην εξαρτώνται από
τις ξένες δυνάμεις για την εκπαίδευση του στρατού της και αφετέρου να εκμηδενίσουν
την ικανότητα των Δυτικών Δυνάμεων να ασκούν επιρροή στο κράτος τους μέσω των
διάφορων αποστολών τους και εν προκειμένω των ξένων στρατιωτικών.
Αντιθέτως οι Έλληνες, ακόμα και την ύστατη ώρα που με
χίλια ζόρια και εμπόδια μπήκαν στον Α’ ΠΠ στο πλευρό των Συμμάχων, ζητούσαν παροχή
εκπαίδευσης από τους Γάλλους ακόμα και για τους στρατιώτες, την ίδια ώρα που σε
επιτελικό επίπεδο, πέραν ελαχίστων εξαιρέσεων, τα πράγματα ήταν αν όχι
χειρότερα, τουλάχιστον το ίδιο άσχημα. Εδώ βέβαια για να είμαστε ακριβοδίκαιοι,
δεν θα πρέπει να λησμονούμε ότι οι Γερμανοί, ήδη από τη δεκαετία του 1880
ξεκίνησαν πρόγραμμα εκπαίδευσης Τούρκων αξιωματικών στην Ακαδημία του
Βερολίνου, κάτι που χρησίμευσε και στους ίδιους κατά τη διεξαγωγή του Α’ ΠΠ
αλλά και στους Τούρκους κατά τη διεξαγωγή του μικρασιατικού πολέμου…
Όσο για τους Έλληνες πρέπει να πούμε ότι ακόμα και σήμερα
έχουν την ψευδαίσθηση η οποία θεωρώ ότι ανάγεται στη «μέθη» του 1821, ότι η
πολεμική πείρα, δηλαδή το να πιάσεις ένα ντουφέκι και να πολεμήσεις είναι το
μόνο εφόδιο για τη νίκη.
Προφανώς ξεχνούν οι δόλιοι ότι ναι μεν ο ηρωισμός και η
αυτοθυσία είναι απαραίτητα εφόδια σε έναν πόλεμο, αλλά εάν δεν υπήρχε ένας
Καποδίστριας κατά τα τέλη της Επανάστασης ώστε με διπλωματικούς χειρισμούς, με την
τίμια διαχείριση των (ανύπαρκτων τότε) οικονομικών, της άρτιας αναδιοργάνωσης
της (επίσης ανύπαρκτης τότε) στρατιωτικής επιμελητείας (οι επαναστάτες δεν
είχαν καν δυνάμεις από την πείνα για να πολεμήσουν) και την οργάνωση
τακτικού-ημιτακτικού στρατού η Επανάσταση, παρά την ευφυΐα και την γενναιότητα
του Γέρου του Μοριά και άλλων οπλαρχηγών, θα ήταν ακατέργαστα διαμάντια για την
πραγμάτωση του Ελληνικού κράτους.
Συνεπώς τα όπλα και η γενναιότητα δεν οδηγούν σε νίκες
αλλά το πολύ - πολύ σε ένδοξες ήττες και συνήθως σε ολέθρους αν δεν υπάρχουν
πνευματώδεις ηγέτες ώστε να αξιοποιήσουν τους κατάλληλους ανθρώπους, τις
κατάλληλες στιγμές για τους κατάλληλους σκοπούς…
Έτσι λοιπόν, για να επανέλθω στον Κωνσταντίνο έχει τα
εξής γραμμένα στο βιογραφικό του:
Ξεκινώντας από τον Ελληνοτουρκικό
Πόλεμο του 1897, στον οποίο ο Κωνσταντίνος επίσης είχε την αρχιστρατηγία, όχι
απλά χάσαμε, αλλά οι επιδόσεις του ήταν απογοητευτικές έως άθλιες. Ο μόνος που
διέπρεψε ήταν ο Σμολένσκης… Ωστόσο κι εδώ οι φιλοβασιλικοί ρίχνουν το φταίξιμο
της ήττας στους πολιτικούς που… εξώθησαν το βασιλιά να κάνει πόλεμο…
Στους Βαλκανικούς
όπου πλάστηκε ο μύθος περί «στρατιωτικής ιδιοφυίας» αλλά δεν λένε ότι τότε το
να είσαι αρχιστράτηγος (και δη για την Ελλάδα) δεν σήμαινε ότι κατέστρωνες και
τα επιτελικά σχέδια.
Η πραγματικότητα έχει ως εξής: Οι επιτελικοί αξιωματικοί
του (οι οποίοι εν πολλοίς ήταν αξιόλογοι στη δουλειά τους) κατέστρωναν τα
σχέδια, του τα εξηγούσαν και εκείνος τα ενέκρινε.
Το όλο παραμύθι ότι «εξαιτίας εκείνου πήραμε τα Γιάννενα,
τη Θεσσαλονίκη… κλπ κλπ» είναι απλά φιλοβασιλική προπαγάνδα που δεν έχει καμία
σχέση με την πραγματικότητα.
Όταν μιλάμε για βασιλικό επιτελείο, μιλάμε για Ιωάννη
Μεταξά, ο οποίος λοχαγός τότε κατέστρωνε τα επιτελικά σχέδια των… ανωτέρων του,
κάτι που το αναφέρει και ίδιος στην συζήτηση με τον Γούναρη, όταν ο τελευταίος
τον κάλεσε τον Μάρτιο του 1921 να
αναλάβει το Επιτελείο για τη διεξαγωγή της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Μάλιστα
το πετάει σαν «σπόντα» (ή παράπονο αν θέλετε), σαν να λέει ότι «έκανα τη
δουλειά που θα έπρεπε να κάνουν άλλοι»…
Επίσης θεωρώ γελοίες τις προσπάθειες διαφόρων «ιδεολόγων»
της δεξιάς που προσπαθούν να υπερασπιστούν τον Κωνσταντίνο λες και είναι κάποιο
τοτέμ.
Είναι οι ίδιοι που ενώ για την ήττα του 1897 υπερασπίζονται
τους Δανούς με επιχειρήματα του τύπου «οι βασιλείς παρασύρθηκαν από τους
πολιτικούς» (εννοώντας τον Δηλιγιάννη και γι αυτό και η τότε βασιλοκρατούμενη
ιστοριογραφία, ακόμα μέχρι πρόσφατα ονομάζε τον πόλεμο «ατυχή»… επειδή
στρατηγός της τρομάρας ήταν ο τότε διάδοχος…), στους Βαλκανικούς αποδίδουν τα
εύσημα στον Κωνσταντίνο. Τώρα τι ισχύει;
Με άλλα λόγια οι Δανοί ευθύνονται μόνο για τις νίκες αλλά
ποτέ για τις ήττες… Λογικά πράματα…
Για τον Α’ ΠΠ ούτε λόγος να γίνεται αφού
εννοείται ότι δεν ήθελε καν να ακούει ότι θα χάσει η Γερμανία και πολύ
περισσότερο να συμμετέχει αυτός σε εκστρατεία εναντίον του Παγγερμανισμού.
Ακόμα και αν θεωρήσουμε τα πάντα σαν Συμμαχική – Βενιζελική προπαγάνδα (τώρα με
τόσα στοιχεία και να εθελοτυφλούμε λίγο δύσκολο αλλά… ας υποθέσουμε) ο άνθρωπος
δεν ετάχθη ποτέ ούτε με δήλωσή του κατά των Γερμανών… Τέτοια συνέπεια! Αλλά
προς τους Γερμανούς…
Για τη Μικρασιατική
Εκστρατεία μια από τα ίδια… Με την επάνοδό του και την τοποθέτησή του ως επικεφαλής
του στρατού, το «έργο» του ήταν να ακούει τους επιτελάρχες και να αποφαίνεται
υπέρ ή κατά μιας προτεινόμενης επιχείρησης.
Όπως προέγραψα βέβαια, το ίδιο συνέβαινε και σε πολλούς
άλλους στρατούς και μάλιστα μεγάλων δυνάμεων όπως της Γερμανίας (ο Κάϊζερ ήταν
στρατηγός αλλά πρακτικά έλεγχαν οι επιτελάρχες του) αλλά και σε χώρες όπως η
Αγγλία ή η Γαλλία κατάσταση η οποία οδήγησε ουκ ολίγες φορές σε
ανεβοκατεβάσματα στις ιεραρχίες λόγω οικτρών αποτυχιών σε επιχειρήσεις (αποτυχίες
που μεταφράζονταν βέβαια σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπινες ζωές…)
Ωστόσο το ερώτημα που γεννάται εν προκειμένω είναι από
πού κι ως που ο Κωνσταντίνος είναι στρατιωτική ιδιοφυία; Μπορούν να μας πουν οι
ενάντιοι μια έστω επιχείρηση που εξαιτίας της σύλληψής της (και όχι λόγω της
ξιφολόγχης των στρατιωτών) καθόρισε το αποτέλεσμα μιας μάχης; Και επίσης ποιά
επιχείρηση είναι καθαρά δικής του έμπνευσης και σχεδιασμού και όχι του Μεταξά ή
άλλων επιτελών του;
Εν τω μεταξύ όχι απλά τα στοιχεία δεν έχουν να δείξουν
κάτι τέτοιο, αλλά το αντίθετο.
-Πλήρη άγνοια σχεδιασμού στρατιωτικών επιχειρήσεων
-Επιρρεπής σε αλλαγές απόψεων και αποφάσεων
-Αρχηγικές τάσεις χωρίς γνώσεις και χαρίσματα που έστω να
στηρίζουν μια τέτοια αλαζονία
-Εμμονή με τον Γερμανικό τρόπο μάχης όπου ο αρχηγός
εύκολα θυσιάζει τους άνδρες του στο βωμό της πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η
σειρά του εύκολα τραβάει την ουρά του απ΄ έξω (βλέπε Γερμανικές μοναρχίες,
Εθνικοσοσιαλιστές ηγέτες κατά τον Β’ ΠΠ κλπ)
Επίσης έχει
καταγεγραμμένο στο βιογραφικό του τον ανήκουστο πόλεμο κατά του… πρωθυπουργού
του Τρικούπη (!), όταν ο τελευταίος πιεζόμενος αφόρητα από τους διαπραγματευτές
των δανειστών των τότε τριών Δυνάμεων της Αγγλίας, της Γαλλίας και της
Γερμανίας (Τους Γερμανούς
ομολογιούχους εκπροσώπησε ο Μαξ Σταίβη [Max Staevie], τους Άγγλους ο σερ
Μόνστουαρτ Γκραντ Νταφ [sir Monstuart Grant Duff] και τους Γάλλους ο Τζ.
Ορστεΐν [J. Ornstein]) και εκβιαζόμενος από τους ίδιους με πόλεμο
με την Τουρκία, ενέδωσε στα αιτήματά τους και προχώρησε στη λήψη έκτακτων και
επαχθών φορολογικών μέτρων, την πώληση κρατικών μονοπωλίων για την εξυπηρέτηση
των τόκων με αποτέλεσμα τις έντονες αποδοκιμασίες και κριτική από την
αντιπολίτευση, η οποία αντί να κατηγορεί τις ξένες δυνάμεις για τον εξευτελιστικό
τρόπο που συμπεριφέροντο οι εκπρόσωποι των δανειστών ακόμα και προς τον ίδιο
τον Πρωθυπουργό (μαρτυρίες για το τι συνέβαινε κατά τις διαπραγματεύσεις και
τις γεμάτες μίσος δημοσιεύσεις του ξένου τύπου και των δηλώσεων πολιτικών και
του Κάϊζερ έχουν διασωθεί από την εφημερίδα «Το Άστυ» που ήταν η μόνη
φιλοκυβερνητική) συνετάχθη με τους ξένους κατηγορώντας τον Τρικούπη ότι δεν
ικανοποιεί τους δανειστές που δίνουν τα λεφτά τους (σας θυμίζει τίποτε;) και προχώρησε
στην οργάνωση συλλαλητηρίων διαμαρτυρίας…
Και τότε συμβαίνει το εξής κωμικοτραγικό:
Στις 22 Ιουλίου 1894 οι
διαπραγματεύσεις Τρικούπη - ομολογιούχων έφτασαν σε συμφωνία ώστε η Ελλάδα να
τεθεί υπό κάποιας μορφής ελέγχου, που όμως καμιά σχέση δεν είχε με τις αρχικές
αξιώσεις των δανειστών. Όμως τον Αύγουστο η γενική συνέλευση των ομολογιούχων,
πρωτοστατούντων των Γερμανών, θα απορρίψει τη συμφωνία, οι οποίοι πίεζαν την
κυβέρνησή τους να επέμβει (σ.σ: σας θυμίζει τίποτε;).
Ο πόλεμος στο εσωτερικό σε βάρος του
Τρικούπη κορυφώνεται, τόσο από το παλάτι όσο και από τον εθνικό τύπο. Το παλάτι
στηρίζει ακόμη και συλλαλητήριο που οργανώνεται στην Αθήνα σε βάρος του
Τρικούπη!
Το συλλαλητήριο διοργανώθηκε στις 8
Ιανουαρίου στο Πεδίον του Άρεως και σ’ αυτό συμμετείχε ο ίδιος ο τότε διάδοχος
Κωνσταντίνος! Αφορμή ήταν η απόφαση της κυβέρνησης να υπάρξει για πρώτη φορά
φόρος ακίνητης περιουσίας.
Λίγες ημέρες τα ανάκτορα με
προκλητική αντικοινοβουλευτική ενέργεια θα προκαλέσουν την παραίτηση του
Τρικούπη…
Κατά τ’ άλλα η βασιλεία είναι θεσμός
και σύμβολο και δεν έχει σχέση με πολιτικαντισμούς (sic)…
Για να μην τα πολυλογούμε, οι Γερμανοί, μετά την ήττα της
Ελλάδος στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο και την άνευ όρων παράδοσή της, όχι απλά δεν
της χαρίστηκαν αλλά σκλήρυναν επιπλέον την στάση τους.
Έτσι
η Διεθνής Επιτροπή Ελέγχου ανέλαβε
καθήκοντα οικονομικής διαχείρισης, αλλά στην ουσία ευρύτερης πολιτικής
διοίκησης, αφού αποφάσιζε και για τις προσλήψεις, τις προαγωγές και τις
μεταθέσεις στον δημόσιο τομέα, ενώ έλεγχε και υπέγραφε ακόμη και την
αλληλογραφία!
Τα δάνεια που όφειλε η Ελλάδα
χωρίστηκαν σε τρεις κατηγορίες ανάλογα με την παλαιότητα τους και υπολογίστηκε
τόσο ο τόκος για τα 4 χρόνια της πτώχευσης, από το 1893. Τα δάνεια σε καιρό
πτώχευσης η Ελλάδα δεν τα αναγνώριζε, αλλά φυσικά οι αποφάσεις δεν ήταν πλέον
δικές της… «Διευκολύνθηκε» για την περίοδο αυτή με το να χρεωθεί ένα πιο χαμηλό
επιτόκιο… Επιβλήθηκε επίσης νέα ισοτιμία της δραχμής ως προς τα ξένα νομίσματα,
που φυσικά ήταν ευνοϊκή για τους δανειστές, ενώ αφαιρέθηκε από την κυβέρνηση το
δικαίωμα να κόψει χρήμα στο ελληνικό νομισματοκοπείο.
Στην ουσία καταργήθηκε η ελληνική
κυβέρνηση και καταλύθηκε η εθνική κυριαρχία . Οι Έλληνες είχαν μπει επίσημα σε
μια μορφή διεθνούς κατοχής. Φυσικά ο Ελληνικός στρατός υπήρχε μόνο στα χαρτιά,
καθώς δεν υπήρχαν πόροι για την συντήρηση του, δεν αγοραζόταν πολεμικό υλικό,
δεν γίνονταν ασκήσεις και η στρατιωτική θητεία είχε ελαχιστοποιηθεί.
Δεν θα επεκταθώ σε περαιτέρω λεπτομέρειες για την
κατάσταση της χώρας προ των Βαλκανικών πολέμων.
Ο λόγος που κάνω την αναφορά, είναι για να καταδείξω ένα
ελάχιστο δείγμα της συμπεριφοράς των Γερμανών, τους οποίους ο τότε διάδοχος και
μετέπειτα βασιλιάς όχι απλά «σεβόταν» αρνούμενος να πολεμήσει εναντίον τους,
αλλά ήταν κανονικά συνταγμένος με τα Γερμανικά συμφέροντα.
Το κωμικοτραγικό της υπόθεσης είναι ότι ο ίδιος ο
Γερμανός «Αυτοκράτορας» φέρεται να αντιπαθούσε τον Δανό συγγενή του τον οποίο
αποκαλούσε απαξιωτικά «ο μικρός Έλληνας ηγεμονίσκος»…
Ασχέτως αν συμπαθούσε ή αντιπαθούσε τους συγγενείς του ο
Χόχενστάουφεν, το βέβαιο είναι ότι τους Έλληνες σίγουρα τους μισούσε.
Αλλά πριν τους Γερμανούς οι οποίοι άλλωστε δεν είχαν και
άμεσες εδαφικές βλέψεις έναντι της Ελλάδος, υπήρχαν οι Αυστριακοί οι οποίοι όχι
μόνο μισούσαν τους Έλληνες (και όχι μόνο) αλλά είχαν και επιπλέον λόγο να τους
πολεμούν, αφού οι εδαφικές βλέψεις τους δεν περιορίζονταν μόνο μέχρι τη Βοσνία
(που… «κατάπιαν» το 1878) αλλά διακαής τους πόθος ήταν (για αρχή) η έξοδος στο
Αιγαίο και τη Μεσόγειο μέσω της Θεσσαλονίκης.
Για να μην τα πολυλογώ, οι Αυστριακοί, δεν υπήρξε
περίπτωση (αν υπήρξε μου διαφεύγει) που να μην στήριξαν συμφέροντα ενάντια
στους Έλληνες.
Η στάση των Αυστριακών έναντι των Ελλήνων, από την
Επανάσταση του 1821, τις Κρητικές επαναστάσεις, τους Βαλκανικούς, μέχρι την
ίδρυση της Αλβανίας και τον Α’ ΠΠ ήταν πιο εχθρική ακόμα και από των Τούρκων!
Και να πεις ότι έχουν Γερμανούς αλύτρωτους και ιστορικά δίκαια;
Πέρα από το Δούναβη, σε Ουγγαρία και Ρουμανία όλοι και
όλοι οι Γερμανοί ήταν μερικές χιλιάδες επήλυδες μετά την διάλυση των Ούγγρων
και την εγκατάσταση εποίκων στα νεοκατεκτημένα εδάφη. Όσο για ιστορικά δίκαια
καλύτερα ας το αφήσουμε, γιατί και η Αυστρία αποτελούσε Ρωμαϊκό έδαφος που
αργότερα (τον 12 αιώνα) έδιωξαν Σλάβους και εγκαταστάθηκαν οι Ελβετο-Γερμανοί Habsurg.
Για το λόγο αυτό δεν μου κάνει καθόλου εντύπωση για το
ότι στο φόνο του Γεωργίου του Α’ στη Θεσσαλονίκη ένα σενάριο τους εμπλέκει.
Για να είμαι ακριβής η υπόθεση έχει όλα τα στοιχεία
εκείνα που φωτογραφίζουν Αυστριακούς.
Στις 18-3-1913, ένας άγνωστος και για άγνωστο λόγο,
έρχεται από το πουθενά και σκοτώνει το βασιλιά τον οποίο πετυχαίνει στο δρόμο
αφύλακτο.
Η αστυνομία τον συλλαμβάνει, αυτός δεν ομολογεί αλλά λέει
τα δικά του (αναρχικός, άπορος, ότι είχε προηγούμενα με το βασιλιά κλπ) και
πάνω που συνεχίζεται η ανάκριση για να διαλευκανθεί η υπόθεση, ο δολοφόνος
πέφτει (…μόνος του) από το παράθυρο του κτιρίου της αστυνομίας όπου εκρατείτο!
Ο ίδιος ο Πρίγκιπας Νικόλαος που τον επισκέφθηκε (πριν
«αυτοκτονήσει») φέρεται να κατεβαίνει εκνευρισμένος τα σκαλιά της αστυνομικής
διεύθυνσης βρίζοντας τους Αυστριακούς και τον Αυστριακό βασιλιά ενώ αργότερα θα
πει «…η δολοφονία του Βασιλέως δεν είναι έργο των αναρχικών, αλλ’ έργον,
πολιτικών, εξωτερικών συμφερόντων…».
Ωστόσο για να αποφύγουν την ρήξη με την Αυστρία τότε
αποφάσισαν να το κουκουλώσουν ενώ και τα έγγραφα ακόμα που υπήρχαν από τη
δικογραφία καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια μεταφοράς τους με πλοίο…
Εάν δεν συνέβαινε τίποτα μετά, θα ήταν λογικό να ανάγουμε
το σενάριο στη σφαίρα της συνομωσιολογίας.
Ωστόσο, τα μετέπειτα γεγονότα, είναι εκείνα που ακριβώς
ενισχύουν τα επιχειρήματα περί του «τις ωφελείται».
Ως γνωστόν ο βασιλιάς ακόμα και αν δεν δεχτούμε τις
μαρτυρίες ότι υπέσκαψε τον Βενιζέλο ενώ συνεννοείτο κρυφά με τους Γερμανούς ως
«βενιζελική προπαγάνδα», αρνήθηκε πεισματικά να εισέλθει στον πόλεμο
διαπράττοντας πολλαπλό έγκλημα που δεν σηκώνει χαρακτηρισμούς του τύπου
«λάθος», «εγκληματική αμέλεια», «φιλογερμανικές επιρροές» κλπ.
Ο Κωνσταντίνος εάν δεν ήταν
Α. Γερμανός ηγεμόνας
Β. Συγγενής άλλων γερμανών ηγεμόνων της Ευρώπης που
ήθελαν να τον προστατέψουν…
Εάν λοιπόν ήταν ο οποιοσδήποτε άλλος θα πήγαινε επί
εσχάτη προδοσία χωρίς καν δίκη, την ώρα που χιλιάδες στρατιώτες στα πεδία των
ευρωπαϊκών μαχών επειδή αρνούνταν να κάνουν έφοδο και να πέσουν από τα
γερμανικά πολυβόλα όπως οι προηγούμενοι εκτελούνταν επί τόπου!
Η εκτίμησή μου αυτή δεν προέρχεται από κάποια εν θερμώ
αντιβασιλική κρίση (όπως για παράδειγμα ενός Μαρξιστή) μόνο και μόνο επειδή
είμαι εναντίον της βασιλείας.
Για να είμαι ακριβής αδιαφορώ πλήρως για το πολίτευμα,
δίνοντας βάση περισσότερο στο ποιόν του ηγέτη και όχι στο τι πολίτευμα αυτός
εκπροσωπεί.
Το για ποιόν λόγο ο Κωνσταντίνος θα έπρεπε να πάει «εις
εκτέλεσιν δια τυφεκισμού» θα το εξηγήσω αναλυτικότερα παρακάτω…
Ελευθέριος
Βενιζέλος
Για τον Βενιζέλο η άποψη που έχω σχηματίσει είναι
αμφίρροπος.
Κατά πρώτον να αναφέρω ότι πάσα θεοποίηση ανθρώπων για
μένα είναι απαράδεκτη.
Για το λόγο τούτο θεωρώ ως βλακώδη την «αγιογράφηση» του
από πολλούς. Ο Βενιζέλος ήταν αυτός που ήταν και έκανε αυτά που έκανε. Άλλα από
αυτά εξαίρετα και ωφέλιμα και άλλα ανόσια
και εγκληματικά. Τι εννοώ;
Κατά πρώτον για εμέ, θεωρώ ότι ο Βενιζέλος χωρίζεται σε
δύο περιόδους.
Η πρώτη περίοδος για μένα είναι «Ο Βενιζέλος μέχρι τη
δολοφονική απόπειρα της 30 Ιουλίου του 1920» και «στον Βενιζέλο μετά την
δολοφονική απόπειρα του 1920».
Βέβαια η απόπειρα αυτή δεν ήταν η μόνη αφού οι
αντιβενιζελικοί (βασιλικοί) έκαναν άλλη μια απόπειρα εναντίον του στις 6
Ιουνίου του 1933 ξεσηκώνοντας νέο εθνικό διχασμό με τους αντιβενιζελικούς
βουλευτές να υπενθυμίζουν στους βενιζελικούς την δολοφονία Δραγούμη (δηλαδή
δικαίωναν την απόπειρα κατά του Βενιζέλου) και τις εφημερίδες στην ουσία να
ενθαρρύνουν τους δολοφόνους όπως η εφημερίδα «Ελληνική», όργανο του Ιωάννη
Μεταξά η οποία στις 8 Ιουνίου έγραφε σε κύριο άρθρο της:
«Τους
ήρωας της οδού Κηφισιάς, αυτών των οποίων τα ονόματα θα τιμήση η εθνική ιστορία
με χρυσά γράμματα, ας τους μιμηθώμεν όλοι, αφού τα ύψιστα συμφέροντα της
πατρίδας αυτό απαιτούν. Εις τας απειλάς του βενιζελισμού πρέπει ο
αντιβενιζελισμός να απαντήση με έργα της αγριωτέρας σκληρότητος, εάν δεν θέλη
να ατιμασθή και να εξευτελισθή… Γίγαντες του αντιβενιζελικού λαού, εγερθήτε και
ορμήσατε! Εις την ορμήν σας δε ας μη υπάρξη ούτε οίκτος ούτε έλεος διά την
συντριβήν και τον αφανισμόν των αντιπάλων σας…»
Ο Βενιζέλος κατονόμασε ως πολιτικά υπευθύνους τον,
πρωθυπουργό, τον Κονδύλη (ο οποίος από Βενιζελικός επαναστάτης πέρασε αργότερα
στους βασιλικούς) αφήνοντας υπόνοιες και για τον Μεταξά, με τον οποίο τον
επόμενο χρόνο είχε αντιδικία μέσω αρθρογραφίας σε εφημερίδα, αρθρογραφία για
την οποία θα αναφερθώ παρακάτω…
Για να επανέλθω όμως στις
δύο αυτές περιόδους που χωρίζουν τη διαφορά στην πολιτική του συμπεριφορά έχω
να αναφέρω οτι:
Πρώτη
περίοδος 1909-1920
Ακόμα και αν δεχτούμε τις εν
πολλοίς εξωφρενικές κατηγορίες των φιλοβασιλικών, ότι δηλαδή ο Βενιζέλος ήταν
όργανο των δυνάμεων της Αντάντ, η πολιτική του έτεινε στο να ωφελήσει τη χώρα
και πολύ περισσότερο εάν λάβουμε υπόψη την εξωτερική πολιτική της Ελλάδος προ
του 1909 η οποία υπήρξε αλλοπρόσαλλη και ζημιογόνος [9] .
Εάν λοιπόν υποθέσουμε ότι δεν
υπήρχε Βενιζέλος ή εν πάση περιπτώσει δεν επιδιώκονταν όσα επιδιώχθηκαν μέχρι
το 1913-1914 η χώρα επροορίζετο να αποτελέσει (στο πιο αισιόδοξο σενάριο) μια
«Ελβετία της Ανατολής», όχι απλά χωρίς καμία πολιτική δύναμη και έρμαιο των
ξένων δυνάμεων αλλά και των γειτόνων της, μια «Ελβετία» όμως η οποία εφαρμόζοντας
μια πολιτική πλήρους αδιαφορίας προς τους Έλληνες και ελληνόφωνους κατοίκους
της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (και όχι μόνον) θα οδηγούσε αργά ή γρήγορα είτε σε
εκτουρκισμό από τους Νεότουρκους, είτε θα σε εκσλαβισμό από τους Βούλγαρους (ει
μη τους Σέρβους) με αποτέλεσμα η Ελλάδα (αν υποθέσουμε ότι θα συνέχιζε να
υπάρχει, τουλάχιστον κατά την παρούσα μορφή), οι περισσότεροι εξ υμών που
αναγιγνώσκετε και εμού που γράφω ίσως να μην υπήρχαμε ή να ομιλούσαμε μια άλλη
γλώσσα…
Κατ αυτόν τον τρόπο λοιπόν
και εάν ακόμα υποθέσουμε ότι ο Βενιζέλος ήταν όργανο των μεγάλων δυνάμεων, έστω
κι έτσι θα ωφελούσε (όπως και εν πολλοίς μέχρι το 1920 ωφέλησε) και δεν έβλαψε τα
συμφέροντα του γένους.
Εγώ θα λάβω υπόψη μου σοβαρά
αυτή την άποψη, αλλά όχι για να αποδείξω ότι «ο Βενιζέλος του 1909-1920
κατέστρεψε», παρά μονό για έναν άλλο λόγο.
Παραδόξως τέτοια «φαινόμενα»,
όπου κατά καιρούς εμφανίζονται στην Ελληνική πολιτική σκηνή άτομα που ως
αερόλιθοι καταπίπτουν και αφήνουν έντονο το πολιτικό τους στίγμα, δεν είναι
λίγα.
Υπενθυμίζω ότι τέτοιες
περιπτώσεις έχουμε τουλάχιστον άλλες δύο, με πρώτη αυτή του Ι. Μεταξά, ο οποίος
βέβαια δεν ήταν άσημος, αλλά πολιτικά χωρίς κάποια ιδιαίτερη επιρροή μέχρι που ο
Γεώργιος τον κάλεσε να σχηματίσει κυβέρνηση. Αργότερα με αναστολή άρθρων του
Συντάγματος άσκησε συγκεντρωτική πολιτική οδηγώντας τη χώρα σε πόλεμο κατά δύο
εισβολέων το 1940-1941 και σήμερα είναι γενικά αποδεκτή η άποψη ότι η εντολή
σχηματισμού κυβέρνησης από τον Μεταξά, δόθηκε κατ’ εντολή των Άγγλων μέσω του
Γεωργίου Β’.
Άλλη μια τέτοια περίπτωση
βέβαια είναι η πασίγνωστη περίπτωση Κων. Καραμανλή, ο οποίος μετά το θάνατο του
Πλαστήρα κλήθηκε από το βασιλιά κατ’ εντολή των Αμερικανών (νέων πατρώνων) να
αναλάβει την συντηρητική πολιτική παράταξη ο οποίος βασιλιάς είναι γνωστό ότι
έχει δηλώσει στο παρελθόν ότι «…εκείνες
τις στιγμές μπορούσα να βάλω για πρωθυπουργό και τον κηπουρό μου…».
Συνεπώς, ακόμα και αν υποθέταμε
ότι το κίνημα στο Γουδή ήταν ξενοκίνητο και εν προκειμένω Αγγλοκίνητο, αυτό
καθίσταται αυτομάτως άτοπο, διότι καμία ξένη δύναμη δεν θα τοποθετούσε κάποιον
που έθετε εθνικές διεκδικήσεις.
Ωστόσο το θέμα δεν είναι
κατά πόσο ο Βενιζέλος ήταν άνθρωπος των ξένων αφού τέτοιος υπήρχε ήδη και ήταν
ο βασιλιάς. Όπως ακριβώς και μετά τον Β ΠΠ στο ζήτημα της Κύπρου όπου αντί οι
συζητήσεις να αποτελέσουν ζήτημα μεταξύ Ελλάδος – Αγγλίας έγινε με απαίτηση των
Άγγλων τριμερές βάζοντας στο παιχνίδι και την Τουρκία, φτιάχνοντας ένα κράτος
δυσλειτουργικό εξαιτίας του Συντάγματος που δεν μπορούσε να αλλαχτεί… Βασιλιά
δεν είχαμε;
Ή μήπως με την παραβίαση της
Συνθήκης της Λωζάννης με το πογκρομ της μειονότητας της Κωνσταντινούπολης το
1955 από τους Τούρκους του Μεντερές υπήρξε κάποια αντίδραση; Πάλι βασιλιά
είχαμε…
Ακόμα και να συζητήσουμε
σοβαρά όμως τις αιτιάσεις των βασιλικών (οι οποίες είναι απροκάλυπτα
παιδαριώδεις προκειμένου να καλύψουν τα ακάλυπτα νώτα του Γλύξμπουργκ).
Ο Βενιζέλος ήταν ένας
πολιτικός που ήρθε μετά από στρατιωτική στάση (κλασσικό πραξικόπημα βέβαια)
φερμένος από τον Ελληνικό στρατό και για να εξυπηρετήσει τις Ελληνικές
διεκδικήσεις.
Θα μπορούσε κάλλιστα να
κάτσει στα αυγά του και να μην κάνει τίποτε. Ωστόσο οι αξιωματικοί του στρατού
το 1909, των οποίων επικεφαλής ήταν ο στρατιωτικά (αλλά όχι πολιτικά) ευφυής Θ.
Πάγκαλος με σκοπό ακριβώς αυτόν. Να έλθει στα πράγματα ένας πολιτικός που θα
διεκδικεί.
Από κει και πέρα, εξαιρώντας
τον Εθνικό Διχασμό, εάν λάβω υπόψη μόνο τις προθέσεις του Βενιζέλου την περίοδο
1910-1920 θεωρώ ότι ήταν ένας πραγματικά εμπνευσμένος ηγέτης και έβγαζε «λαγούς
από το καπέλο του».
Αυτό τώρα ίσως φαντάζει
μεγάλη κουβέντα, αλλά θα εξηγήσω παρακάτω το γιατί το γράφω.
Δεύτερη
περίοδος 1920-1936
Από τον Ιούλιο του 1920 και
ειδικά από εκείνη την μοιραία μέρα του Ιουλίου (30 Ιουλίου), θεωρώ ότι έχουμε να
κάνουμε με έναν «άλλο Βενιζέλο».
Για ποιο λόγο
1.Γιατί προχώρησε σε
διενέργεια εκλογών χωρίς να έχει πρώτα εξασφαλίσει την εφαρμογή της στη Μικρά
Ασία και την Ανατολική Θράκη
2.Γιατί ενώ ήταν γνωστό ότι
η άνοδος της αντιπολίτευσης θα σήμαινε α) επάνοδο του Κωνσταντίνου β) αφορμή
στους συμμάχους να μην εφαρμόσουν την Συνθήκη των Σεβρών ανεξάρτητα αν θα
έφερναν ή όχι τον Κωνσταντίνο γ) Θα προχωρούσαν σε εκκαθαρίσεις και αλλοίωση
της ποιότητας του στελεχιακού δυναμικού του στρατού την ώρα που ευρίσκετο σε εμπόλεμη
κατάσταση δ) Σίγουρη εμπλοκή της στρατιωτικής κατάστασης στη Μικρά Ασία και
πιθανή ήττα και καταστροφή (όπως και έγινε) αφού οι θέσεις των τούρκων
Εθνικιστών ήταν γνωστές τουλάχιστον από την εποχή του Α Βαλκανικού Πολέμου
3.Γιατί μετά την ήττα και την
ανάληψη της εξουσίας από Βενιζελικούς στρατιωτικούς (Σεπτέμβριος 1922) δεν
επιδίωξε τουλάχιστον να σώσει την Ανατολική Θράκη (και τους εκεί Έλληνες) φερόμενος
κατ αυτόν τον τρόπο προς τους Άγγλους όχι απλά σαν υποτακτικός τους αλλά χειρότερα
σαν σκύλος προς αφέντη!
4.Διότι οι όροι της Συνθήκης
της Λωζάννης, υπαγορεύτηκαν από τους Τούρκους ως νικητές προς ηττημένους την
ώρα που μόνο αυτή δεν ήταν η πραγματικότητα, παρά την καταστροφή (το γιατί θα
το εξηγήσω παρακάτω)
5.Γιατί προχώρησε στην
υπογραφή Συνθήκης με την Τουρκία του Κεμάλ ώστε οι περιουσίες των προσφύγων να
ανταλλαχθούν με αυτές των Τούρκων που όμως η διαφορά σε αξία ήταν χαώδης… Η
ακίνητη περιουσία που άφησαν οι Έλληνες υπολογίστηκε στα 100 δις Δραχμές, ενώ
των Μουσουλμάνων σε 12,5 δις… Η Σύμβαση
της Άγκυρας κυρώθηκε με τον Νόμο 4793/1930 κι έτσι οι περιουσίες συμψηφίστηκαν
σβήνοντας για πάντα όχι απλά οποιαδήποτε περίπτωση να επιστρέψουν, αλλά έστω να
λάβουν αποζημιώσεις.
6.Γιατί παρά τους πολέμους
του για την απελευθέρωση των σκλάβων της Μικράς Ασίας ο ίδιος εκ της πολιτικής
του μάλλον ενστερνιζόταν την άποψη πολλών φιλοβασιλικών ότι οι πρόσφυγες ήταν
«τουρκόσποροι» αν κρίνουμε από την περιθωριοποίηση που βίωσαν στις
μεσοπολεμικές κυβερνήσεις του. Εάν συμμεριστούμε και την άποψη που θέλει το Ιδιώνυμο
να εφαρμόστηκε από τον Βενιζέλο όχι μόνο για να περιοριστούν οι Κομμουνιστές
αλλά και για να περιορίσει τυχόν αντιδραστικές κινήσεις προσφυγικών συλλογικοτήτων
που ζούσαν (κυριολεκτικά) σε μεσαιωνικές συνθήκες (και αυτό παρέμεινε για
δεκαετίες…) τότε τα πράγματα είναι χειρότερα. Πάντως και χωρίς να του
καταλογίσουμε σκοπιμότητες έναντι των προσφύγων ως προς το Ιδιώνυμο, η πολιτική
του κάθε άλλο παρά φιλοπροσφυγική ήταν τουλάχιστον ουσιαστικά.
Ρητορικά, έτσι κι αλλιώς
όλοι προσπαθούσαν να καρπωθούν ψήφους. Περαιτέρω η εγκατάστασή τους έγινε κατά
τέτοιο γεωγραφικό τρόπο, ώστε να μην μπορούν πολιτικά να αποτελέσουν μια
ενωμένη κοινότητα αλλά αποδυναμωμένοι να γίνουν πολιτική βορά στην ψηφοθηρία,
κάτι που και οι ίδιοι οι πρόσφυγες το κατάλαβαν όταν αργότερα, κατά το
Μεσοπόλεμο, προσπάθησαν να δημιουργήσουν δικό τους κόμμα (αηδιασμένοι από την
αδιαφορία των δύο κομματικών πόλων).
7.Γιατί ουδέποτε ο Βενιζέλος
μετά την Μικρασιατική Καταστροφή επεδίωξε ξανά να αγωνιστεί υπέρ των Ελληνικών
δικαίων οπουδήποτε την ώρα που η Τουρκία, ακόμα και επί Κεμάλ (που κατά τους
Τούρκους υποτίθεται ότι δεν υποστήριζε τον «επεκτατισμό»…) όχι απλά διεκδικούσε
αλλά και ελάμβανε εδάφη (απόκτηση Αντιοχείας από την Γαλλική τότε Συρία).
8.Γιατί σαν να μην έφταναν
όλα αυτά (που ας υποθέσουμε ότι συναινούμε με την άποψη των Βενιζελικών ότι
«είχε τα δίκια του»…) προχώρησε στην επιβράβευση του Κεμάλ με Νόμπελ Ειρήνης
(!) την οποία ο ίδιος πρότεινε. [10]
Κατ εμέ αποτελεί ενέργεια η
οποία με ελάχιστες μπορεί να συγκριθεί στην παγκόσμιο ιστορία και εκ των οποίων
δε μου έρχεται στο μυαλό κάποια ανάλογη για να αναφέρω.
Εντάξει, για τα όποια λάθη,
παραλείψεις ή ενέργειες του Βενιζέλου. Ας υποθέσουμε ότι δεν ήταν έτσι. Για
ποιο λόγο ένας ηγέτης να:
1.Επιβραβεύσει έναν εχθρό
της πατρίδας του;
2.Να επιβραβεύσει έναν εχθρό
που όχι μόνο είναι εχθρός αλλά έχει διαπράξει εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας;
3.Ακόμα και την Τουρκική
άποψη να λάβουμε ως ορθή (δηλαδή ότι «δεν έγινε τίποτα» στη Μικρά Ασία) ούτε οι
Τούρκοι αρνούνται ότι σκοτώθηκαν Έλληνες πολίτες («απλά» το αναγάγουν σε
τυχαίους θανάτους λόγω του πολέμου)…
4.Για ποιο λόγο να
επιβραβεύσεις κάποιον που νίκησε και ταπείνωσε τη χώρα σου στρατιωτικά (και όχι
μόνο) και σκοτώθηκαν χιλιάδες Έλληνες στρατιώτες (και όχι μόνο);
5.Για ποιο λόγο να επιβραβεύσει
κάποιον που ακόμα και να παραβλέψεις όλα τα παραπάνω, δηλαδή στην περίπτωση να
είσαι πολιτικά «τυφλός» και «κουφός», δεν θα έπρεπε να του διαφεύγει ότι είναι
πολιτικός του αντίπαλος και εχθρός της πολιτικής του την οποία και κατίσχυσε
και όλα αυτά την ώρα που θεωρείς τους αντιβενιζελικούς αντιπάλους σου στην
Ελλάδα θανάσιμους εχθρούς…
6.Για ποιό λόγο να δώσεις
αιώνιο επιχείρημα στους Τούρκους ότι στην Μικρά Ασία «δεν έγινε κανένα έγκλημα
κατά της ανθρωπότητας», ότι ο ελληνικός στρατός εκεί δεν είχε κανένα δίκαιο
αλλά ήρθε ως ιμπεριαλιστής – κατακτητής, ότι αφού ήρθε ως τέτοιος διέπραξε και
έγκλημα, ότι οι Τούρκοι και ο Κεμάλ προσωπικά ήταν αγωνιστές όχι μόνο του λαού
τους (όσος απέμεινε μετά τις εκκαθαρίσεις που έκανε πριν και μετά την
Μικρασιατική Καταστροφή ακόμα και σε Τούρκους…) αλλά και της Ειρήνης και όλα
αυτά αναγνωρισμένα όχι από κανέναν ξένο, όχι απλά από κάποιον οποιονδήποτε
Έλληνα που έβγαλε κάλο στο μυαλό, αλλά από τον ίδιο τον θιασώτη της Συνθήκης
των Σεβρών και της Μικρασιατικής Εκστρατείας.
7.Και άντε και ας πούμε ότι
όλα τα παραπάνω τα σκέφτηκε, σκέφτηκε διεθνιστικά, σκέφτηκε σαν «πολίτης του
κόσμου», σκέφτηκε ότι είναι γέρος και «τι ψυχή θα παραδώσει», σκέφτηκε ότι τα
ντολμαδάκια που έφαγε χθες του έκατσαν βαριά ή σκέφτηκε οτιδήποτε τέλος πάντων!
Το ότι το παλιόχαρτο (για να μην το ονοματίσω αλλιώς) που υπέγραψε προς την
Σουηδική Επιτροπή για να προτείνει τον αρχισφαγέα και ίνδαλμα του Χίτλερ, Κεμάλ
ως «άνθρωπο στον οποίο οφείλεται αυτή η πολύτιμη συμβολή στην ειρήνη» εκτός του
ότι ακυρώνει ολόκληρη την πολιτική του σταδιοδρομία, εκτός του ότι επιβράβευε
τους πολιτικούς του αντιπάλους οι οποίοι αυτοστιγμεί απαλλάσσονταν από
οποιαδήποτε ευθύνη για τα πριν, κατά τη διάρκεια και ακόμα και για τα μετά τη
Μικρασιατική Εκστρατεία γεγονότα του Μεσοπολέμου, επικύρωνε με τον πιο
πανηγυρικό τρόπο για τους αντιβενιζελικούς το επιχείρημα ότι «ήταν άνθρωπος των
ξένων για να καταστρέψει τον Ελληνισμό της Μικράς Ασίας»… Δεν το καταλάβαινε;;;
…«Άβυσσος η ψυχή του
ανθρώπου»…
Ίσως μεταξύ άλλων θεώρησε
ότι, αφού η μικρασιατική καταστροφή συνετελέσθη υπό την διακυβέρνηση άλλων, άρα
ο ίδιος μπορεί να πολιτεύεται όπως θέλει και να σφίγγει τα χέρια αυτών που τα
βούτηξαν σε ελληνικό αίμα…
Κατ εμέ λοιπόν ο Βενιζέλος
«απαλλάσσεται» (όχι λόγω βλακείας) αλλά λόγω ψυχαναγκασμού που ποιος ξέρει τι
μίσος, φθορά και πάσης λογής συναίσθημα συσσώρευσε στην ψυχή του, η πρώτη
δολοφονική απόπειρα σε βάρος του.
Ωστόσο αυτό δεν ήταν το
μόνο. Λίγες μόλις βδομάδες μετά το γράμμα προς τη Σουηδική επιτροπή, θα
γλιτώσει παρατρίχα δολοφονική απόπειρα (οι βενιζελικοί κατηγόρησαν για την
ενέργεια τους αντιβενιζελικούς) αλλά για μένα δεν είναι απίθανο να έγινε από
πρόσφυγες ή έστω από πληρωμένους από πρόσφυγες (οι συλλήψεις έδειξαν ότι ήταν
του περιβάλλοντος του Τσαλδάρη) οι οποίοι αφού έφαγαν το πρώτο χαστούκι το 1930
με τον συμψηφισμό των περιουσιών τους και την απώλεια έτσι της πιθανότητας να
ξαναγυρίσουν ή έστω να αποζημιωθούν για ότι έχασαν, έφαγαν και δεύτερο χαστούκι
με τη βράβευση του Κεμάλ τον οποίο μάλιστα επαινεί για το ότι υπέγραψε την εν
λόγω Σύμβαση για τον συμψηφισμό (το ένα πιο εξωφρενικό απ το άλλο δηλαδή…)… Ε…
πόσα να δεχτεί ένας άνθρωπος και μάλιστα πρόσφυγας…
Ακόμα και αν όμως αυτό δεν
ισχύει, ισχύει το ότι έχασε ήδη πολλούς ψήφους από τους πρόσφυγες μετά την
Σύμβαση της Άγκυρας το 1930, κατά τις εκλογές του 1932 έχασε ακόμα
περισσότερους με την επιβράβευση του Κεμάλ και το κύρος του καταρρακώθηκε με το
αποτυχημένο κίνημα του Γονατά το 1935 το οποίο κατέστειλε ο κάποτε επαναστάτης
Βενιζελικός Κονδύλης…
Αυτός ήταν ο Βενιζέλος…
Ιωάννης
Μεταξάς
Για όποιον εξετάσει
αντικειμενικά αλλά και μεθοδικά το βιογραφικό του Ιωάννη Μεταξά, απαλλαγμένου
βέβαια από το μύθο που του έπλασαν, τόσο οι δεξιοί και οι φιλοδανοί (=οι οπαδοί
των Γλύξμπουργκ), δεν είναι παρά ένας υπερεκτιμημένος στρατιωτικός-πολιτικός, ο
οποίος όμως ούτε επιτελικά έχει να παρουσιάσει κάτι το ιδιαίτερο ώστε να ξεχωρίζει
από άλλους επιτελικούς αλλά ούτε και ως πολιτικός διέπρεψε πουθενά, παρά μόνον
ως φερέφωνο των Δανών βασιλέων και φυσικά ηθικά ούτε κατά διάνοια…
Το ωραίο είναι ότι κάποτε
είχα διαφορετική άποψη. «Κάποτε» λοιπόν που μου άρεσε κι εμένα να διαβάζω τις
απόψεις τρίτων, οι οποίες ανεφέροντο στις στρατιωτικές και πολιτικές… επιδόσεις
του Μεταξά, εσχημάτισα την αυτήν εντύπωσιν, ότι δηλαδή ο «Μπαρμπαγιάννης» ήταν
άξιος για όλα.
Όπως θυμάμαι χαρακτηριστικά
δε, οι συνεκπαιδευόμενοί του αξιωματικοί στην Ακαδημία Πολέμου του Βερολίνου
είχαν, λέγουν, αναρτήσει πανό στο οποίο ανέγραφε «Ουδέν πρόβλημα άλυτον δια τον
Μεταξάν»…
Οι άνθρωποι που η
καθημερινότητά τους απορροφάται στη βιοπάλη ή όσοι αδυνατούν (ή απλά δεν
θέλουν) να αποκτήσουν πρόσβαση σε βιβλιογραφία ώστε να μελετήσουν αφ εαυτού
τους τις πηγές και να σχηματίσουν άποψη, αρκούνται στις απόψεις τρίτων, οι
οποίοι για τον έναν ή για τον άλλο λόγο άλλες προσωπικότητες τις «θεώνουν», και
άλλες τις απαξιούν…
Μελετώντας όμως περαιτέρω
περί του Ιωάννου Μεταξά από τις ίδιες τις πηγές και μάλιστα όχι μόνο τις «Βενιζελικές»,
αλλά τόσο τις «φιλοβασιλικές» όσο και τις απόψεις του ιδίου, η γνώμη που
σχημάτισα περί του ατόμου του δεν εγένετο αρνητική μόνο ως προς το ήθος του,
αλλά και για τις όποιες κατ’ όνομα στρατιωτικές γνώσεις και ευφυΐα υπέθετα ότι
διέθετε.
Αλλά ας πάρω τα πράγματα ένα
- ένα.
Εξαιρώντας τα λοιπά βιογραφικά
του στοιχεία τα οποία δεν ενδιαφέρουν στην προκειμένη περίπτωση και σε ότι
αφορά την στρατιωτική του σταδιοδρομία, ο Μεταξάς εισήλθε το 1885 στη ΣΣΕ απ’
οπου απεφοίτησε το 1890 με το βαθμό του βαθμό του Ανθυπολοχαγού του Μηχανικού. Τον
Σεπτέμβριο του 1892 εισήλθε στη Σχολή Μηχανικών του Στρατού και δύο χρόνια
αργότερα μετατέθηκε στο Ναύπλιο.
Ωστόσο το 1897 μετατέθηκε
στο Υπουργείο Στρατιωτικών σε επιτελική θέση δίπλα στον τότε Υπουργό
Στρατιωτικών και θείο του, Νικόλαο Μεταξά. Ύστερα από πιέσεις του ίδιου
μετατέθηκε στο επιτελείο του τότε Αντιστράτηγου, στη θέση του υπευθύνου των
εμπιστευτικών αρχείων του επιτελείου. Εκεί είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τον
διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνο και να συνδεθεί φιλικά μαζί του. Το να έχεις
βέβαια θείο που βρίσκεται σε θέση εξουσίας και να σε προσλαμβάνει δεν είναι βέβαια
έγκλημα, είναι όμως για κάποιον που παριστάνει τον εμπνεόμενο από ιπποτικά
ιδεώδη και μάλιστα μιας άλλης χώρας, την οποία θαυμάζει (Γερμανία) για τα ήθη
της, τα οποία ήθη της όμως, αν υποθέσουμε ότι ήταν τόσο σπουδαία πραγματικά δεν
θα επέτρεπαν σε έναν «μεσατζή» να βρει θέση σε υπουργείο και θα ακολουθούσε το
δρόμο που πρέπει να ακολουθούν και οι υπόλοιποι πολίτες μέσω της αξιοσύνης
τους…
Εν πάση περιπτώσει, το 1898 πέτυχε τη χορήγηση υποτροφίας
από τον Βασιλιά για στρατιωτικές σπουδές στη Γερμανία. Το 1902 αποφοίτησε από
την Πολεμική Ακαδημία του Βερολίνου με σημαντικές διακρίσεις, δεχόμενος
εμφανείς επιρροές από τον πρωσικό μιλιταρισμό. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα
τοποθετήθηκε στο τότε νεοσύστατο κατά τα ξένα πρότυπα Γενικό Επιτελείο Στρατού
συμβάλλοντας σημαντικά στην οργάνωση του στρατού. Εκεί συνεργάστηκε με τον
Βίκτωρα Δούσμανη για τη σύνταξη των νέων στρατιωτικών κανονισμών, οι οποίοι
ψηφίστηκαν στη Βουλή το 1904, ύστερα από εισήγηση του Γεωργίου Θεοτόκη. Δύο
χρόνια αργότερα, το 1906, προήχθη σε Λοχαγό Α' Τάξεως. Ως μέλος του επιτελείου
ανέπτυξε στενή φιλία με τον πρίγκιπα Ανδρέα, αδερφό του διαδόχου Κωνσταντίνου,
ενώ το 1907 του ζητήθηκε να αναλάβει τη στρατιωτική εκπαίδευση του μετέπειτα
Βασιλιά Γεωργίου Β' (ο οποίος αργότερα θα τον καλέσει να αναλάβει πρωθυπουργός
και μάλιστα αναστέλλοντας άρθρα του Συντάγματος). Για τα επόμενα δύο χρόνια ο
Ιωάννης Μεταξάς του δίδασκε στρατιωτική ιστορία και τακτική.
Με την έκρηξη του στρατιωτικού κινήματος στο Γουδή, οι
επαναστάτες μετέθεσαν τον Μεταξά στη Λάρισα, αφού ήταν γνωστός για τις επαφές
του με τη βασιλική οικογένεια. Στις 19 Οκτωβρίου του 1910 ανακλήθηκε πίσω στην
Αθήνα με εντολή του ίδιου του Ελευθέριου Βενιζέλου, με τον οποίο συναντήθηκαν
στο ξενοδοχείο στο οποίο διέμενε ο τελευταίος. Στη συνάντηση του προσέφερε την
θέση του πρώτου υπασπιστή του, την οποία και αποδέχθηκε.
Ανακεφαλαίωση-Πώς
έφτασε ο Μεταξάς από την αφάνεια στη θέση μυστικοσυμβούλου του Κωνσταντίνου
(1892-1914)
Με άλλα λόγια δηλαδή ο
άνθρωπος τόσο με τα τωρινά δεδομένα όσο και με εκείνης της εποχής ήταν
στρατιωτικός μηχανικός και όχι στρατιωτικός κατάλληλος για εκπόνηση σχεδίων
μάχης σε ανοιχτά πεδία. Μπήκε στο Υπουργείο Στρατιωτικών (σημερινό Υπουργείο
Αμύνης) στο πλευρό του θείου του, δηλαδή με «μέσο» (όποιον τον «ενοχλεί» η λέξη
να μας πει πώς αποκαλούμε σήμερα το να δουλεύεις σε υπουργείο με υπουργό το
θείο σου…) και μετά άρχισαν οι γνωριμίες με τα ανάκτορα…
Ο Κωνσταντίνος στέλνει με
υποτροφία, δηλαδή με κρατικά έξοδα (έχει τη σημασία του διότι για παράδειγμα ο
Δαγκλής που ήταν ιδιοφυία στον τομέα του πλήρωσε από την τσέπη του τις σπουδές
του στο Παρίσι…) τον Μεταξά στην Ακαδημία του Βερολίνου και μετά έρχεται στην
Ελλάδα και εισέρχεται στο νεοσυσταθέν Γενικό Επιτελείο Στρατού.
Εδώ πρέπει να αναφέρω ότι ουδόλως
πρέπει να συγχέουμε την ποιότητα και την κατανομή καθηκόντων που υπάρχει στο
σημερινό ΓΕΣ, το οποίο απο το 1952 και έπειτα ακολουθεί το ΝΑΤΟϊκό πρότυπο
οργάνωσης.
Εκείνη την εποχή, όπως έχω
αναφερθεί και προηγουμένως, ακόμα και επιτελεία μεγάλων κρατών έπασχαν από
ποιότητα αξιωματικών, οι οποίοι επέβαλαν ο καθένας το δικό του
στρατηγικό-στρατιωτικό δόγμα, το οποίο σε γενικές γραμμές ήταν γραμμική διάταξη
μετώπου και προσπάθεια ανατροπής του αντίστοιχου μετώπου του αντιπάλου με
μαζική χρήση ισχύος πυρός και μαζικές εφόδους.
Ο βλακώδης αυτός τρόπος
μάχης μπορεί να απέδιδε όταν απέναντι ευρίσκετο ένας αδύναμος αντίπαλος ως προς
το στρατιωτικό δυναμικό, την ισχύ πυρός, τα μέσα, τον εφοδιασμό, την οικονομία
κλπ αλλά η χρήση αυτού του στατικού μοντέλου μάχης έναντι ισοδύναμου ή και υπέρτερου
αντιπάλου θα ήταν γραφικός αν δεν υπήρχαν τόσα εκατομμύρια αδικοχαμένων νεκρών,
δηλαδή ολέθριος.
Λαμβάνοντας αυτά ως
δεδομένα, δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση που ένας αξιωματικός του μηχανικού
όχι απλά καταστρώνει σχέδια μάχης, αλλά αναλαμβάνει την περάτωση όλων των
επιτελικών σχεδίων κατά τους Βαλκανικούς (σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία στο
διάλογο με τον Γούναρη το 1921) ενώ έφτασε στο σημείο να συμβουλεύει το βασιλιά
για θέματα όχι απλά γενικότερης στρατηγικής, αλλά και πολιτικής!
Από κει και πέρα ο Μεταξάς είναι
ο αφανής πολέμιος της εξόδου της Ελλάδος υπέρ της Αντάντ και κατά της
Γερμανίας, οι αιτιάσεις του και τα υπομνήματά του για το πώς και γιατί η Ελλάδα
δεν πρέπει να κάνει πόλεμο με τις Κεντρικές Δυνάμεις και την Τουρκία αποτελούν
μνημεία της παρελκυστικής τακτικής του προκειμένου να «φάει χρόνο» μέχρι η
Γερμανία να κερδίσει και να καταστεί η πολιτική του Βενιζέλου άκαιρη και άσκοπη
(όπως και το κατάφερε εν πολλοίς) και πάμε τώρα να εξετάσουμε τις «περγαμηνές»
του και τα «παράσημά» του.
Για να πεις ότι ένας
άνθρωπος είναι ικανός, πρέπει αυτός πρωτίστως να το αποδείξει εν τοις πράγμασι.
Και εν προκειμένω στο πεδίο της μάχης (όπως για παράδειγμα οι Πλαστήρας και
Κονδύλης).
Ο Μεταξάς στον μόνο πόλεμο
που έλαβε μέρος και αυτό σαν επιτελικός, δηλαδή αξιωματικός γραφείου ήταν οι
δύο Βαλκανικοί Πόλεμοι.
Για να καταλάβετε το τι
συνέβαινε στο επιτελείο των Βαλκανικών πολέμων το οποίο περιεβλήθη μέσα σε ένα
«σύννεφο» μύθου, ώστε να καταστούν βασιλιάς και επιτελείς «ιδιοφυίες», άποψη
και θέση την οποία ενστερνίζονται πλήθος κόσμου ακόμα και στις μέρες μας αλλά
ουδείς «εξηγεί» τους ανεξήγητους ολέθρους του 1897, του 1920-1922 και το εθνικό
σαμποτάζ του 1914-1917, διαβάστε παρακάτω τι αναφέρει ο ίδιος ο Μεταξάς στο
ημερολόγιό του, τα οποία μάλιστα ανέφερε μετά από έντονη λογομαχία με τον
Γούναρη ο οποίος παρά το ότι ήταν ομοϊδεάτης του (σκέφθείτε και να μην ήταν και
να ήταν κανένας βενιζελικός απέναντί του…) βγήκε έξω από τα ρούχα του από τις
ανακολουθίες και τις μπαρούφες του Μεταξά που μια έλεγε το άλφα και κατόπιν
άλλαζε ρότα και υποστήριζε το ωμέγα… και όλα αυτά από αράδα σε αράδα! Διαβάστε
(αφηγείται ο ίδιος ο Μεταξάς στο ημερολόγιό του, γι αυτό και για τον εαυτό του
χρησιμοποιεί α’ πρόσωπο):
«…Λοιπόν
ανακράζει ο κ. Γούναρης ανακράζων και κτυπών τον γρόνθον του επί τινός
τραπεζίου, τι μας λέγεις τόσην ώραν;
Απήντησα
ησύχως. Έχετε το δικαίωμα να με ανακαλέσητε και να μου αναθέσητε υπηρεσίαν του
βαθμού μου και όχι άλλην.
Εξακολουθεί
ο κ. Γούναρης εν οργή: Του βαθμού σου! Του βαθμού σου τι εννοείς;
Υποστράτηγον;
Όχι βέβαια υποστρατήγου διότι μην λησμονείς πώς έγινες υποστράτηγος!
Απήντησα
ησύχως και ψυχραιμότατα. Με εκάματε υποστράτηγον δια να φύγω από τον στρατόν.
Απήντησε
πάντοτε εν οργή: Μάλιστα! Δια να φύγης! Διότι αν δεν έφευγες, αν έμενες εις τον
στρατόν, δεν θα ήσουν τώρα υποστράτηγος, διότι θα υπήρχον άλλοι αρχαιότεροί
σου, τους οποίους δεν έπρεπε να υπερπηδήσεις! Θα ήσουν τώρα συνταγματάρχης.
Εγώ
ηρώτησα πάντοτε ψύχραιμος: Τι θέλετε να ειπήτε με αυτό;
Απήντησε:Θέλω
να ειπώ ότι ανακαλούμενος τώρα, δεν θα κάμης υπηρεσίαν υποστρατήγου, αλλά του
βαθμού που είχες, αν έμενες εν τω στρατώ. Και ήτο λίαν τεταραγμένος εκ της
οργής.
Δηλαδή
συνταγματάρχου, απήντησα ησύχως.
Ναι
συνταγματάρχου, απήντησε εντόνως
Κι
τότε, του λέγω με έντονον ύφος, τότε πώς μου ζητείτε να κάμω υπηρεσίαν
αρχιστρατήγου;Μου αρνείσθε και τον βαθμόν του υποστρατήγου τον οποίον δώσατε
εις κάθε ανικανότητα και ζητείτε από εμέ το έργον του αρχιστρατήγου; Διότι αυτό
μου ζητείτε κατ ουσίαν να αναλάβω ως αρχηγός του Επιτελείου.
Μου λέγει κάπως διστάζων.
Εις τους πολέμους του 12-13 τι βαθμόν είχες;
Απαντώ. Λοχαγού
Γούναρης. Και τι υπηρεσίαν
έκαμες;
Εγώ. Διηύθυνα τας
επιχειρήσεις. Και εγερθεις όρθιος και με οργήν και αγανάκτησιν του λέγω: Δηλαδή
έκαμα έργον συνταγματάρχου, τουλάχιστον. Καθαυτό έργον μεγαλυτέρου βαθμού. Και
ήμουν λοχαγός!
Επεμβαίνει ο κ. Θεοτόκης και
μου λέγει: Αυτό εγίνετο διότι δεν υπήρχον οι ανώτεροι βαθμοφόροι.
Κύριε Θεοτόκη εξηκολούθησα
με αγανάκτησιν, δεν ηξεύρεις τα πράγματα, δεν ήσουν εις την Ελλάδα. Υπήρχον οι
βαθμοφοροι αλλά ήσαν ανίκανοι δια το έργον των. Τον βαθμόν τον έδιδε το κράτος
εις άλλους και την εργασίαν την εζήτει από εμέ. Και εμέ με διετήρει εις
κατώτερας βαθμίδας της ιεραρχίας, δια να μη τύχη και δυσαρεστηθούν ακριβώς
εκείνοι των οποίων εγώ έκαμνα το έργον. Αυτόν είναι το κράτος το οποίονν σεις
εκπροσωπείτε και εν ονόματι του οποίου ομιλείτε και με απειλείτε. Ενθυμείσαι
Εξαδάκτυλε τα Γιάννενα; Ποιος επήρε τα Γιάννινα; Ενθυμείσαι που επίεζες εις την
Λόντραν τον Βενιζέλον να με στείλει στη Φιλιππιάδα; Διότι, του έλεγες, μόνον αν
υπάγη εκεί ο Μεταξάς, θα πέσουν τα Γιάννινα; Επήγα. Τα επήραμεν (σ.σ:
Βέβαια εδώ ο Μεταξάς ευλογεί τα γένια του, εννοώντας τις επιχειρήσεις στο
Μπιζάνι, το οποίο όμως δεν κατελήφθη ούτε εξ εφόδου ούτε με κάποιο τέχνασμα του
Μεταξά αλλά γιατί ο Νικολάκης Τσεπτσίδης ή Μιζαντζιόγλου όπως και ο Πολωνο Γερμανός
Μινέϊκο παρέδωσαν τα σχέδια των οχυρώσεων του Μπιζανίου στον Ελληνικό Στρατό,
γι αυτό άλλωστε επετράπη και στον Μινέϊκο να εγκατασταθεί μόνιμα στην Αχαϊα,
κυρίως όμως λόγω της παράτολμης ενέργειας των Ιατρίδη και Βελισσαρίου να
προχωρήσουν πέρα από το όριο των εντολών τους και να φτάσουν μέχρι Ιωάννινα
ωθώντας τον Εσάτ Πασά να νομίζει ότι έξω από τα Ιωάννινα υπάρχουν μεγάλες
δυνάμεις του Ελληνικού στρατού…). Δεν μου λες σε παρακαλώ τι έγινε μετά την
άλωσιν; Ενθυμείσαι που εσκορπίσθησαν οι προβιβασμοί; Τα παράσημα, τα κορδόνια
των υπασπιστών; Τι επήρες εσύ που έσπασες υπηρετών, που σου οφείλουν τόσα και
τόσα; Που εθυσίασες τον εαυτόν σου εις κάθε περίστασιν; Τι έχεις τώρα; Τα
παιδιά σου δεν είναι στρατηγοί; Σε έκαμαν στρατηγόν; Σε ετίμησαν με τίποτε;
Τώρα, τώρα που την υπηρετείς; Τι κάθεσαι εκεί σκυφτός και κίτρινος, και δεν
τολμάς να μιλήσεις; Σήκωσε το κεφάλι σου! Σήκω επάνω! Κοίταξέ τους εδώ κατά
πρόσωπον τους κυρίους εδώ πέρα, και ειπέ τους τι είναι το κράτος, εν ονόματι
του οποίου έρχονται να μας ομιλήσουν! Ειπέ τους την αλήθειαν.
Όλοι
έμειναν άναυδοι. Ο Εξαδάκτυλος ωχρός, εκοίταζε κατά γης.
Εξηκολούθησα
λυσσών. Ακόμη και τώρα που εκρεμασθήκατε εις εμέ, κλαίγετε τον βαθμόν που μου
εδώσατε δια να φύγω, βαθμόν που τον εδίδατε εις όλους τους στασίμους, τους
φεύγοντας από τον στρατόν. Και μου τον εδώσατε με την αυτήν ακριβώς
διαδικασίαν. Και αυτόν τον βαθμόν τον κλαίγετε τώρα! Μα είναι να μην αγανακτή
κανείς; Σας το λέγω καθαρά. Απέναντι τιούτου κράτους είμαι κι εγώ αντάρτης! Ναι
είμαι κι εγώ αντάρτης! Τολμήσατε να βάλετε χέρι επάνω μου!...»
Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς
από αυτή και μόνον την περικοπή;
Την… «ανιδιοτέλεια» του
Μεταξά;
Την ευνοιοκρατία του τότε
κράτους και ιδίως της βασιλικής αυλής;
Την «αρπακολατζίδικη»
απόδοση πόστων εξουσίας και ευθύνης σε άτομα που δεν είχαν όχι απλά τεχνική
κατάρτιση (που διέθετε έστω ο Μεταξάς αλλά κι αυτή ήταν άσχετη με το
αντικείμενο που του έθεταν) αλλά ούτε καν συμμετοχή στα πολεμικά πεπραγμένα του
στρατού;
Το ότι με όσα καταθέτει
«καίει» στην ουσία όχι απλά τους βασιλικούς για το ότι το επιτελείο ήταν ένα
συνονθύλευμα «μεσατζίδων» όπου όποιος «έγλειφε» περισσότερο τον Κωνσταντίνο ή
όποιος τέλος πάντων διέθετε καλύτερη επιρροή έπαιρνε πόστα και αξιώματα;
Και βέβαια δεν μπορεί «να
μην θαυμάσει» κανείς την «νομιμοφροσύνη» του Μεταξά, ο οποίος αυτοανακηρρύσει
(στα λόγια μόνο) τον εαυτό του «αντάρτη» επειδή και μόνο έγινε υπαινιγμός ότι
αφού δεν δέχεται με το καλό θα τον επιστρατεύσουν με κατώτερο βαθμό (κάτι βέβαια
που αν ήταν άλλος Έλληνας θα του το επέβαλλαν με το έτσι θέλω και βάσει νόμου)
και είναι ο ίδιος άνθρωπος που θαυμάζει τη Γερμανική πειθαρχία και μάλιστα μετά
από 14 χρόνια θα ζητάει υπακοή και νομιμοφροσύνη από όλους τους άλλους επειδή
είναι «αρχηγός»…
Αλλά ας επανέλθω στο
προκείμενο. Ο Μεταξάς ΔΕΝ διέθετε ούτε για τα τότε δεδομένα και φυσικά ούτε για
τα σημερινά δεδομένα τις απαραίτητες γνώσεις ώστε να θεωρείται «ιδιοφυία» στα
στρατιωτικά.
Ο
Μεταξάς ήταν μεν ένας ικανός επιτελικός αλλά μόνο για τον γνωστικό τομέα του,
δηλαδή την ανάλυση, δημιουργία και εκπόνηση σχεδίων πάνω σε πάσης φύσεως έργο
που έχει να κάνει με τον κατασκευαστικό τομέα του στρατού. Και αυτό ΜΟΝΟ.
Παράλληλα να πούμε ότι οι
γνώσεις που έλαβε ήταν οι γνώσεις του καιρού του, δηλαδή στερούμενες γνώσεων
και τεχνολογιών που εισήλθαν αργότερα και μέχρι σήμερα, όπως και κάθε τόσο στην
επιστημονική κατάρτιση του στρατιωτικού προσωπικού.
Με άλλα λόγια ο Ιωάννης
Μεταξάς, ως αξιωματικός του μηχανικού, σε κανονικές συνθήκες, δηλαδή έστω σε
έναν οποιονδήποτε ξένο στρατό της εποχής του, θα ήταν ένας εκ των πολλών συμβούλων, οι οποίοι πλαισιώνουν ένα επιτελείο
και όπου ο καθένας υποβάλει τα σχέδια και τα υπομνήματά του, τα οποία
λαμβάνονται υπόψη στην εκπόνηση σχεδίων από άλλους ανώτατους αξιωματικούς οι
οποίοι έχουν την τεχνική κατάρτιση (και μάλιστα την εμπειρία) ώστε να εκπονούν
σχέδια με βάση αυτά.
Όμως, η Ελλάδα, αντί να
ασχολείται μετά την απελευθέρωση με την δημιουργία άρτιου και οργανωμένου
στρατού, ησχολείτο με το πού που θα βολευτούν οι προύχοντες της Επανάστασης του
1821 ώστε να διαιωνίσουν το όνομά τους (λες και άλλοι δεν αγωνίστηκαν…),
ησχολούντο με χορούς, δεξιώσεις και το αν θα μας σώσουν οι Άγγλοι, οι Γάλλοι ή
οι Ρώσοι.
Με αυτά και με κείνα φτάσαμε
στις αρχές του 20ου αιώνα και ενώ οι Τούρκοι είχαν καταργήσει από
δεκαετιών τα στρατιωτικά «μπουλούκια» τα οποία χρησιμοποιούσαν μέχρι λίγο μετά
την Ελληνική Επανάσταση, στην Ελλάδα δεν υπήρχε καν Επιτελείο. Δηλαδή δεν
υπήρχε οργανωμένο αρχηγείο για τις επιχειρήσεις την ώρα που οι Γερμανοί είχαν
(επίσημα) από το 1814, οι Γάλλοι από την εποχή του Ναπολέοντα (Grand État-Major Général με στρατηγό
τον Louis
Alexander Berthier ),, Οι
Άγγλοι απο το 1660 (αν και μεταβολές είχαν διαρκώς στην σύνθεση και οργάνωση
των επιτελείων τους), χωρίς να λαμβανουμε υπόψη ότι ήταν Αυτοκρατορία και ο
στρατός τους επαγγελματικός… Οι δε Οθωμανοί είχαν ιδρύσει στρατιωτική ακαδημία
ήδη από το 1848 (στρατιωτική σχολή για κατώτερους αξιωματικούς του στρατού
είχαν ιδρύσει μετά από εμάς και τον Καποδίστρια το 1834). Ωστόσο εκτός του ότι
παρήγαγαν περισσότερους, οι ικανότητές τους δοκιμάζονταν συνεχώς στα διάφορα
μέτωπα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τα συμπεράσματα χρησίμευαν αναλόγως για
διορθώσεις αλλαγές, βελτιώσεις κλπ.
Παράλληλα με αυτά βέβαια, οι
Γερμανοί ήδη μετά τα μέσα του 19ου αιώνα όπως προανέφερα παρείχαν
αφειδώς στήριξη πάσης φύσεως για την αναδιοργάνωση του Οθωμανικού στρατού και
ναυτικού, η οποία περιελάμβανε από εξοπλισμό, μέχρι εκπαίδευση και συμβούλους.
Με απλά λόγια, εάν οι
Βαλκανικοί συνέβαιναν μετά από 10-15 χρόνια, το αποτέλεσμα θα ήταν σίγουρα διαφορετικό.
Φτάνοντας όμως στην εποχή
των Βαλκανικών, οπότε και δημιουργείται το Επιτελείο, ο Μεταξάς προσλαμβάνεται
με προσωπική κλήση εκ μέρους του Βενιζέλου στο Γενικό Επιτελείο.
Ο Μεταξάς καταστρώνει τα
σχέδια… Και οι άλλοι παίρνουν τα γαλόνια. Το κέρδος ωστόσο του Μεταξά είναι η
όχι απλά συνεργασία, αλλά η προσωπική φιλία με τον τότε Διάδοχο και μετέπειτα
βασιλιά.
Κατόπιν συναντούμε τον
Μεταξά να διεξάγει κρυφό και φανερό πόλεμο εναντίον του Βενιζέλου διαπράττοντας
τα εξής εγκλήματα εις βάρος των συμφερόντων του Ελληνικού λαού.
1.Υποσκάπτει
την πολιτική παροχής στρατιωτικής στήριξης προς τη Σερβία, κάτι που υπαγόρευε η
μεταξύ τους Συνθήκη που είχαν υπογράψει για συνδρομή έναντι επιθέσεως τρίτου
(εν προκειμένω της Αυστροουγγαρίας) με το επιχείρημα ότι αν επιτεθούμε θα
είμαστε αδύναμοι έναντι τυχόν επίθεσης της Βουλγαρίας και της Τουρκίας (sic)
2.Υποσκάπτει
την πολιτική της χώρας για παροχή στρατιωτικής στήριξης προς τη Σερβία αν δεχτεί
επίθεση από τη Βουλγαρία με το σκεπτικό ότι οι Σέρβοι δεν σώζονται και οι
Βούλγαροι θα μας πλαγιοκοπήσουν και θα καταστραφούμε (sic)… Εν τω μεταξύ ο Βασιλιάς έλεγε ότι εάν
μπει η Ρουμανία στον πόλεμο τότε θα εξέλθουμε κι εμείς στο πλευρό της Αντάντ…
3.Η
Τουρκία μπαίνει στον πόλεμο και όταν ο Βενιζέλος του λέει να καταστρώσει σχέδια
για κατάληψης της Πρωτεύουσάς τους, δηλαδή της Κωνσταντινούπολης, μέσω των
Δαρδανελίων αυτός αντί για σχέδιο του αναφέρει ότι δεν γίνεται γιατί οι Τούρκοι
είναι έτοιμοι και δεν θα πετύχει(!)
4.Η
Ρουμανία τελικά μπαίνει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ αλλά ο Κωνσταντίνος για
πολλοστή φορά καταπατά τις υποσχέσεις του και δεν εννοεί να αλλάξει ρότα. Ξεσπάει
έτσι ο Εθνικός Διχασμός όπου ο Βενιζέλος βλέποντας ότι «δεν γίνεται τίποτα
με δαύτους» (επιτέλους) δημιουργεί δική του κυβέρνηση στη Θεσσαλονίκη.
5.Ο
βασιλιάς που ξαφνικά μετετράπη σε… πασιφιστή και που δήθεν τον νοιάζει να σώσει
τους Έλληνες από τον Α’ ΠΠ (λες και δεν κινδύνευαν οι απελευθερωμένοι Έλληνες
και οι Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που εσφαγιάζοντο… δούλεμα
κανονικό…) δεν ξεκουμπίζεται να φύγει από την καρέκλα του (θρόνο για την
ακρίβεια) αλλά πασχίζει να «σώσει» τους άλλους μισούς Έλληνες από τα «δόντια»
των Βενιζελικών γιατί τους υπεραγαπάει.
6.Για
το λόγο αυτό και επειδή τους αγαπάει τους Έλληνες και τους θέλει μονιασμένους,
αφού το κόλπο της δήθεν ουδετεροφιλίας δεν πιάνει και αφού οι στρατιωτικές και
οικονομικές δυνάμεις της μισής Ελλάδας που κατέχει δεν αρκούν για να προχωρήσει
σε ανοιχτό πόλεμο με τον Βενιζέλο και την Ανταντ, ποτίζει τους Έλληνες με το
φαρμάκι ότι «ο Βενιζέλος θέλει να μας οδηγήσει σε ολέθριο πόλεμο για τα
συμφέροντα των Άγγλων» και όπου δεν οργανώνεται μεθοδικά ένα παρακράτος που
μαζί με την προπαγάνδα του τύπου προχωρά σε αντίσταση κατά της συνένωσης των
δύο Ελλάδων, απλά αφήνει το χρόνο να κυλήσει μέχρι τα πράγματα για τη Γερμανία
να αλλάξουν (προς το καλύτερο). Για παράδειγμα την επιστράτευση που κήρυξε ο
Βενιζέλος τη χρησιμοποιεί υπερ του, δηλαδή, συνεχίζει την επιστράτευση
κλείνοντας τους στρατιώτες μέσα στα στρατόπεδα και κάνοντάς τους κατήχηση ότι
γι αυτήν φταίει ο πολεμοχαρής Βενιζέλος σκορπά την ηττοπάθεια και το
φιλογερμανισμό…
7.Οι
Γερμανοί εισβάλλουν στη χώρα, καταλαμβάνουν το Ρούπελ κατόπιν συνεννόησης με
την κυβέρνηση Σκουλούδη και το τέταρτο σώμα στρατού συλλαμβάνεται ολόκληρο όπου
στέλνεται στο Γκέρλιτς για να μην έρθει ποτέ ξανά ολόκληρο (όσοι δεν πέθαναν
από κακουχίες, παντρεύτηκαν κι έμειναν εκεί μετά από μακρόχρονη παραμονή…)
8.Ακόμα
και να εκλάβουμε τα πάντα ως «Βενιζελική προπαγάνδα» η κυβέρνηση Σκουλούδη πήρε
δάνειο από τους Γερμανούς, εν μέσω του πολέμου, την ώρα που ο Κωνσταντίνος
δούλευε τους Συμμάχους ζητώντας τους εγγυήσεις και ανταλλάγματα ακολουθώντας
παρελκυστική πολιτική. Για το λόγο αυτό ο υπέργηρος Σκουλούδης δικάστηκε
αργότερα, αλλά αφέθηκε… λόγω γήρατος…
9.Την
ώρα που η Ελλάδα είχε ανάγκη κάθε στρατιωτική συνδρομή και ζητά από τον Μεταξά
(προσέξτε… με τους «φιλοδανούς» στην εξουσια… όχι τους Βενιζελικούς… και με τον
Κωνσταντίνο στο θρόνο!) να τεθεί αρχηγός του Επιτελείου, ο ίδιος αρνείται επειδή
λέει δεν τον κάλεσαν 5 μήνες πριν που τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά(!). Ακούστε
ανακολουθία… Αντετέθη από το 1915 σε (τότε) ενδεχόμενο πόλεμο κατά της Τουρκίας
(επειδή λέει θα ήταν ιμπεριαλιστικός) και ψέγει το Γούναρη γιατί ακολούθησε την
πολιτική Βενιζέλου συνεχίζοντας την μικρασιατική εκστρατεία η οποία ήταν
καταδικασμένη να αποτύχει ΑΛΛΑ… εάν τον καλούσαν πέντε μήνες πριν αυτός θα είχε
νικήσει…
10.
Με βάση τη διαγωγή Μεταξά δεν θα πρέπει να αγνοήσουμε την εξιστόρηση του
Μαρξιστή Κορδάτου ο οποίος (μαρξιστής ξεμαρξιστής) αναφέρει ότι όταν στις 12
Σεπτεμβρίου του 1922, ο Κωνσταντίνος (ο οποίος αντί να ξεκουμπιστεί μετά την
καταστροφή παρέμενε μέχρι να τον διώξουν) πήγε ο ίδιος στις φυλακές για να
ζητήσει από τους κομμουνιστές ηγέτες να δημιουργήσουν μια κυβέρνηση λαϊκής
ενότητας και φυσικά οι κομμουνιστές που είναι συνεπείς (λόγω φανατισμού βέβαια
και όχι λόγω αρετής) στην πίστη τους και όχι ανεμοδούρες σαν τον Μεταξά,
αρνήθηκαν. Ο Μεταξάς φέρεται να ζήτησε να παραμείνει η συνομιλία τους μυστική…
11.Γιατί
ποτέ δεν έπαψε να μην θεωρεί τους πρόσφυγες τουρκόσπορους, κάτι που το
ανεδείκνυε συνεχώς από τις φυλλάδες που εξέμεσαν τις ιδέες αυτού και των
ομοιδεατών βασιλικών
12.Γιατί
υπήρξε πάντοτε Γερμανός και Τούρκος (δεν θα θέσω καν το πρόθεμα φιλο-). Και
μνείες στον «μέγα ηγέτη του τουρκικού έθνους Κεμάλ» έκανε… και το σπίτι που
φέρεται να γεννήθηκε το αγόρασε με κρατικά λεφτά (για την ακρίβεια το
απαλλοτρίωσε… αναγκαστικά από μια Εβραία γυναίκα η οποία δεν ήθελε να μετακομίσει…)
και το έδωσε στους Τούρκους και οδό «Κεμάλ Ατατούρκ» ονόμασε… και με τους
Γερμανούς ήθελε να συμμαχήσει αλλά ούτε οι Γερμανοί θεωρούσαν τους Έλληνες
συμμάχους τους, ούτε οι Ιταλοί.
13.Γιατί
όταν ανέλαβε να διαχειριστεί τον πόλεμο του 1940 το έκανε με τον παρωχημένο και
παλαιάς κοπής δικό του τρόπο της εποχής των χαρακωμάτων…
Κλείνοντας για τον Μεταξά
(για τον οποίο και πολύ λίγα έγραψα…) και αφού αναφέρθηκα στον πόλεμο του 1940…
Υπάρχει μια παρεξήγηση.
Ασχέτως του ηρωϊσμού των
Ελλήνων, ασχέτως των ανδραγαθημάτων, ασχέτως των πρώτων νικών και της
ολιγόμηνης απελευθέρωσης της Ηπείρου, ο πόλεμος χάθηκε… Δεν κερδήθηκε…
Κατά πρώτον και ο ίδιος στο
ημερολόγιό του αναφέρει ότι «η κοινή
γνώμη είναι υπεραισιόδοξος…» ενώ και ο ίδιος ο Στρατιωτικός Διοικητής του
Τμηματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας κατά την έναρξη είπε ότι «θα πάμε να ρίξουμε μερικές ντουφεκιές για
την τιμή των όπλων…»
Ούτε ο ίδιος ήλπιζε καν ότι
θα υπάρξει ποτέ θετικό αποτέλεσμα και δεν είχε βέβαια απόλυτα άδικο. Από πόλεμο
κινήσεων δεν εσκάμπαζε, τεθωρακισμένα δεν είχαμε (σάμπως και να είχαμε ποιος θα
ήξερε να καταρτίσει επιτελικά σχέδια για
τη χρήση τους;). Από αεροπορία, παρά τους συνεχείς εράνους δεν διαθέταμε παρά
κάτι παλαιού τύπου πολωνικά διπλάνα. Τα λεφτά λέγεται ότι τα έδωσαν στους
Άγγλους και δεν μας τα έδωσαν γιατί εν τω μεταξύ ξέσπασε ο πόλεμος… φήμες;
αλήθεια; Μεταφορικά δεν λειτουργούσαν παρά μόνο το 15% των υπαρχόντων και ο
πόλεμος στην Ήπειρο θύμιζε Μικρασία και Α’ ΠΠ με χαρακώματα, γραμμικό μέτωπο
κλπ. Στην δε Βουλγαρία η γραμμή Μεταξά όπως ονομάστηκε, ξοδεύτηκαν τόσα λεφτά
και καταλήφθηκαν σε 3 μέρες.
Ακόμα και σήμερα οι πάσης
φύσεως υπερασπιστές του Μεταξά εκστασιάζονται με το πόσο ηρωικά έπεσαν οι
μαχητές του Ρούπελ ή με την ολιγόμηνη απελευθέρωση της εν Αλβανία Ηπείρου.
Και ερωτώ. Δηλαδή ο σκοπός
ενός πολέμου είναι να πεθάνει κάποιος ένδοξα; Διότι εγώ θεωρούσα ότι σκοπός
είναι η νίκη. Το ερώτημα βέβαια ρητορικό.
Και τι θα γινόταν εάν για
παράδειγμα η Επανάσταση αντί να πετύχει πνιγόταν στο αίμα αλλά οι αγωνιστές της
«έπεφταν ένδοξα» κι εμείς απλά δεν υπήρχαμε; Θα αρκούσε απ’ όσους Έλληνες θα
είχαν απομείνει (ποιος ξέρει σε ποιο σημείο του πλανήτη και πώς) να λένε
«πέσανε ένδοξα»;
Επίσης τι ωραία που θα ήταν
(για εμάς βέβαια) εάν για παράδειγμα ο Κεμάλ έλεγε με το ίδιο σκεπτικό «τουλάχιστον
πέσαμε ένδοξα» προκειμένου να καλύψει τις τουρκικές ήττες.
Σε
ότι αφορά τον Μεταξά ο άνθρωπος πίστευε στην αριθμητική υπεροχή. Και αυτό ήταν
φυσικό αφού όπως προανέφερα αυτή ήταν η επιτελική του μόρφωση, σπούδασε σε μια
χώρα όπου οι πόροι και τα μέσα ήταν τεράστια και σε επάρκεια και αυτό
καταλάβαινε. [11]
Όταν λοιπόν ο ίδιος για να
διεξάγει έναν πόλεμο θεωρεί ότι πρέπει να διαθέτει την απόλυτο ισχύ (αυτό δεν
είναι κακό βέβαια για τον ίδιο από τη στιγμή που δεν γνωρίζει), τότε δεν
καταλαβαίνω για ποιόν λόγο πρέπει να τον θεωρούμε στρατιωτική ιδιοφυία; Και το
Μπιζάνι ακόμα (που είναι και το μόνο στρατιωτικό επίτευγμα που το αποδίδουν
στον Μεταξά), ο ίδιος αναφέρει ότι έπεσε από πείνα και εξάντληση (επίσης
αναφέρεται ότι ο κατασκευαστής τους Μινέϊκο πέρασε από τους Τούρκους στους Έλληνες
και παρέδωσε τα σχέδια… εξ ου του έδωσαν και την Ελληνική υπηκοότητα μένοντας
στην Ελλάδα).
Αυτός εν ολίγοις ήταν ο
Μεταξάς, για τον οποίο και μόνο για το ρόλο του στον Εθνικό Διχασμό θα έπρεπε
να αναφέρω πολύ περισσότερα. Η αναφορά μου σε αυτόν ήταν εκτενής διότι ο ρόλος
του ήταν πολύ κρισιμότερος ακόμα και από του Κωνσταντίνου.
Ήταν ο ουσιαστικός
εσωτερικός πολέμιος του Βενιζέλου (ο εξωτερικός ήταν βέβαια οι Γερμανοί), ο
οποίος Βενιζέλος εξαιτίας του Μεταξά τα βρήκε πολύ δύσκολα στο να ανατρέψει τη
φιλογερμανική του πολιτική-πολεμική.
Είναι δε μαθηματικώς βέβαιο ότι αν δεν
υπήρχε η ενεργός στήριξη Γαλλίας και Αγγλίας τη δεδομένη στιγμή, (Οπότε και η
Ελλάδα θα ετάσσετο με τους Γερμανούς) Θράκη και Ανατολική Μακεδονία θα είχαν δοθεί
από τους Γερμανούς σε άλλες χώρες ενώ και το Αιγαίο θα ήταν άγνωστη η τύχη του (προφανώς
θα εδίδετο στους Τούρκους αν όχι ολόκληρο τουλάχιστον μεγάλο μέρος του) αφού η
Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν είχε υπογράψει συνθήκη παρά μόνον ανακωχή…
Για
ποιο λόγο επήλθε η Μικρασιατική καταστροφή
Κατά καιρούς και από
διαφόρους πλήθος λόγων έχουν κατατεθεί για τους λόγους της αποτυχίας της
Μικρασιατικής Εκστρατείας. Αν και σε γενικές γραμμές οι απόψεις αυτές (μιλάμε
για τις επίσημες, δηλαδή αυτές που δέχεται σήμερα το εκπαιδευτικό σύστημα, τα
μμε, ο «πνευματικός κόσμος» κλπ), αναγάγουν τα αποτελέσματα σε αιτίες (πχ «η
εκστρατεία απέτυχε διότι όλοι τάχθηκαν με τον Κεμάλ») με συνέπεια η σχέση
πραγματικότητας με το επιχείρημα να είναι ανακόλουθα. Παράλληλα οι
πολιτικές-κομματικές θέσεις, οι ιδεολογικές εμμονές, οι περιττοί (για την
επιστήμη της ιστορίας) συναισθηματισμοί, αναδύουν συμπεράσματα τα οποία όχι
μόνο ενστερνίζονται ουσιαστικά την τουρκική άποψη (ότι δηλαδή η εκστρατεία ήταν
εγκληματική και δεν έπρεπε να γίνει) αλλά ξεπερνώντας οποιοδήποτε εθνικό
κριτήριο φτάνουν στα όρια της συναίνεσης στη διάπραξη εγκλημάτων οργανωμένων
επίσημα από κράτος και όλα αυτά την ώρα που ορισμένοι εκ των
επιχειρηματολογούντων παριστάνουν τους υπέρμαχους των δικαιωμάτων του ανθρώπου.
Πολιτικά
αίτια
Α. Αδυναμία κατανόησης και
εμπέδωσης πολιτισμικής ταυτότητας στο νέο Ελληνικό κράτος πάνω στη βάση του
Ελληνικού πολιτισμού του οποίου υποτίθεται ότι αποτελεί συνεχιστή
Β. Αδυναμία κατανόησης των
εγγενών προβλημάτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της μετάβασής της από το
απολυταρχικό καθεστώς της λόγω θεοκρατίας καταπίεσης-εκμετάλλευσης των
μειονοτήτων, στον αφανισμό τους στη βάση της εθνικιστικής θεωρίας περί
φυλετικής καθαρότητας και θρησκευτικής ομοιογένειας.
Γ. Γιατί Μεταξάς και
Κωνσταντίνος, ακόμα και αν μπορούσαν να γίνουν δεκτές οι κατηγορίες των
φιλοβασιλικών (απορρίπτοντας βέβαια παράλληλα τις κατηγορίες των Βενιζελικών)
ότι δηλαδή η Ελλάδα «δεν έπρεπε να μπει σε αυτό το μακελειό (εννοούν τον Α ΠΠ)»
φέρουν ακέραιες τις ευθύνες. Στην καθημερινή ζωή όπως και στο Δημόσιο βίο και
βέβαια στις Διεθνείς Σχέσεις, οι άνθρωποι οφείλουν να βλέπουν και να κρίνουν
τις καταστάσεις με πραγματισμό. Το να θεωρείς ότι δεν θα σου συμβεί ποτέ κανένα
ατύχημα επειδή έτσι θέλεις, δεν αποτελεί ρεαλιστική αντιμετώπιση της κατάστασης
αλλά αγνή ελπίδα και κατά βάση βλακεία. Στα δε θέματα που αφορούν μια χώρα η πολιτική
συμπεριφορά αυτή είναι ολέθρια. Αλλά αυτά βέβαια ισχύουν μόνο σε περίπτωση που
«ο βασιλεύς είχε αγνά αισθήματα» όπως μάλλον μάταια προσπαθούν να μας πείσουν
οι λάτρεις των Δανών. Εκ των καταστάσεων μάλλον άλλα προκύπτουν που δεν είναι
καθόλου υποστηρικτικά στο ότι «είχαν καλές προθέσεις» και «ότι έκαναν το έκαναν
για το εθνικό συμφέρον»…
Δ. Διότι ο Βενιζέλος
απεδείχθη πολύ μαλθακός και από ένα σημείο και μετά αλλοπρόσαλλος. Από τη μια
ενώ η κατάσταση είναι κρίσιμη, πολεμικά μέτωπα ξεσπούν γύρω από την Ελλάδα και
οι δεδηλωμένοι εχθροί της φτάνουν όλο και πιο κοντά στα σύνορα (μέχρι που τα
πέρασαν στο Ρούπελ) και από την άλλη παρατηρεί (και απ ότι φαίνεται καταλαβαίνει)
το τι συμβαίνει εκ μέρους του θιάσου Μεταξά-Κωνσταντίνου, αντί να λάβει από
νωρίς μέτρα για να μην φτάσουμε εκεί που
τελικά έφτασαν τα πράγματα, φτάνει σε παραίτηση για να κάνει μετά τι; Αυτό που
έπρεπε να κάνει πιο πριν και μάλιστα όχι από την Θεσσαλονίκη, αλλά από την
Αθήνα με πραξικόπημα και καθαίρεση. Αν
αυτά που έγιναν το 1917 επραγματοποιούντο το 1914, τίποτα απ όσα συνέβησαν μετά
δεν θα είχαν συμβεί και τα πράγματα σε τοπικό, περιφερειακό και το πιθανότερο
και σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα ήταν αλλιώς.
Πολιτισμικά αίτια
Α. Το πρώτο και κύριο αίτιο
είναι ότι η Ελλάδα δεν κατάλαβε ποτέ τον ιστορικό ρόλο που είχε και έχει.
Ασχέτως αν μας αρέσει η όχι το σημερινό κράτος που λέγεται Ελλάδα και με τον
υπάρχοντα πληθυσμό αποτελεί συνέχεια του κράτους εκείνου του Μεσαίωνα που
ονομαζόταν Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος.
Ασχέτως αν το κράτος εκείνο
πολιτισμικά ανήκε στην Ανατολή, πληθυσμιακά ανήκε στην Ελλάδα. Το πρώτο είναι
ζήτημα πολιτικής. Το άλλο όμως δεν είναι ζήτημα πολιτικής αλλά το που ανήκει
πολιτισμικά ο καθένας.
Εάν οι άνθρωποι της
Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ζούσαν έστω σε καθεστώς ανεξιθρησκίας ή τέλος πάντων
υπό ένα καθεστώς κάτω από το οποίο μπορούσαν να ζουν ελεύθερα, έχοντας
εξασφαλισμένο το δικαίωμα της ζωής, ελευθερίας, περιουσίας ή έστω αν το κράτος
αυτό φρόντιζε ώστε περνώντας από τον Μεσαίωνα να φτάσει στο να εκσυγχρονιστεί και
να σέβεται τους υπηκόους του (αν όχι πολίτες του), τότε ούτε θα αντιμετώπιζε το
μίσος των υπηκόων της και πολύ περισσότερο τις βλέψεις γειτονικών λαών και των
μεγάλων δυνάμεων.
Αντ’ αυτού, η Οθωμανική
Αυτοκρατορία θέλησε το βάρβαρο θεοκρατικό της σύστημα της Jizyah (=κεφαλικός φόρος), την διάκριση των
υπηκόων της σε πιστά και άπιστα μιλέτια
και τους κεφαλικούς φόρους και τα χαράτσια, όχι μόνο να μην τα καταργήσει, αλλά
αντιθέτως να τα διατηρήσει «εκσυγχρονίζοντάς» τα…
Από
την Ελληνική Επανάσταση, οπότε και αφενός μεν έχασε σημαντικά γεωστρατηγικά
εδάφη της Μεσογείου και της Βαλκανικής δημιουργώντας παράλληλα ένα νέο «μέτωπο»
στα Νότια Βαλκάνια και αφετέρου ήρθε αντιμέτωπη στρατιωτικά και πολιτικά με
ενωμένες τις Μεγάλες Δυνάμεις της τότε Ευρώπης, έβαλε σκοπό, όχι βέβαια να
εκσυγχρονιστεί πολιτικά, αλλά στρατιωτικά και διοικητικά με σκοπό «να πάρει
το αίμα της πίσω»…
Ξεκίνησε με την κατάργηση
των Γενιτσάρων και συνέχισε με την οργάνωση του στρατού της, την ισοπολιτεία
των «μιλέτ» την ίδια ώρα που οι υπόλοιπες δυνάμεις και κυρίως οι γείτονές της
νόμιζαν ότι αυτή προχωρά σε γενναίες μεταρρυθμίσεις.
Παράλληλα παίρνοντας
παράδειγμα από τους Έλληνες και την ίδρυση της «Φιλικής Εταιρίας» που τους οδήγησε
στον ξεσηκωμό και την απελευθέρωση, εκείνοι δημιούργησαν μυστικές ενώσεις, όχι
βέβαια για κάποια απελευθέρωση, αλλά για τον εξοθωμανισμό των υπηκόων της και
αν αυτό δεν καθίστατο δυνατό, για την απαλλαγή από αυτούς… δηλαδή το θάνατο!
Οι προθέσεις αυτές δεν ήταν
εντελώς κρυφές βέβαια. Εάν υπήρχαν έστω και λίγο έξυπνοι ηγέτες, αν όχι στις
μεγάλες δυνάμεις, τουλάχιστον στα γειτονικά κράτη που τα αφορούσε, θα έπρεπε να
είχαν καταλάβει το τι ακριβώς συμβαίνει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία αργά και
μεθοδικά.
Από την λογοτεχνία που
εκείνη την εποχή έβριθε εθνικιστικών μηνυμάτων που καλούσαν τους Οθωμανούς να
απαλλαγούν από τους μιαρούς χριστιανούς, μέχρι τις πρώτες επαφές Οθωμανών και
Γερμανών και την επακόλουθη συνεργασία τους από τα στρατιωτικά μέχρι τις
υποδομές και την οικονομία, από τις σφαγές των Αρμενίων με τα «Χαμιδιανά», τον
Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 που ήρθε ως αποτέλεσμα της άρνησης της Ελλάδος
στην απαίτηση των Άγγλων, των Γάλλων και κυρίως των Γερμανών για οικονομική
υποτέλεια των τοκογλυφικών δανείων τους, από τον φρενήρη εξοπλισμό και οχύρωση
της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θα έπρεπε προ πολλού να είχε γίνει κατανοητό έστω
ότι «κάτι συμβαίνει»… «κάτι πάει να γίνει»… Αλλά φαίνεται αυτή η χώρα λόγω της
ομορφιάς της, του ήλιου της και του ανέμελου τρόπου ζωής, δεν είναι γραφτό να
βγάλει ανθρώπους που νοιάζονται για κάτι άλλο εκτός από την ανεμελιά του τώρα…
Χαρακτηριστικό είναι πώς
όταν ξέσπασε το κίνημα των Νεότουρκων, η Ελληνική πολιτική ηγεσία χάρηκε τόσο
πολύ, ώστε προξένησε την απορία σε αυτούς που γνώριζαν πρόσωπα και πράγματα του
(Οθωμανικού) κράτους και ένας απ’ αυτούς ήταν και ο τότε χριστιανός πατριάρχης.
Επίσης ένας επιπλέον λόγος
ήταν και το θολό πνευματικό τοπίο που είχαν δημιουργήσει τα εθνικιστικά
κινήματα της Ευρώπης.
Εάν μελετήσετε τις ιδέες και
τις απόψεις των κυριότερων τουλάχιστον πρωταγωνιστών της περιόδου (Βενιζέλος,
Μεταξάς, Δραγούμης κλπ) ελάχιστα θα καταλάβετε περί του τι θεωρούν ως Ελλάδα.
Τη μια λένε ότι η Ελλάδα
έχει πληθυσμούς στην Μικρά Ασία, την άλλη λένε ότι αυτοί είναι ολιγάριθμοι, την
άλλη κλαίγονται ή οργίζονται για τα δεινά τους και την άλλη τους
συμπεριφέρονται όχι απλά σαν τούρκους αλλά και αδιαφορούν για την τύχη τους.
Και τέτοιες απόψεις και
περιστατικά μπορεί να συναντήσετε όχι απλά σε κείμενα, λόγους, υπομνήματα,
άρθρα κλπ, αλλά ακόμα και στιχομυθίες!
Αυτό ενώ φαινομενικά είναι
παράδοξο, στην πραγματικότητα εξηγείται πολύ απλά.
Το Ελληνικό κράτος, από
ιδρύσεώς του, είχε να υπερασπιστεί δύο τίτλους. Αφενός μεν αυτό της «αναγεννημένης
(αρχαίας) Ελλάδος» και αφετέρου του κληρονόμου της Ανατολικής Ρωμαϊκής
Αυτοκρατορίας.
Και οι δύο περιπτώσεις ήταν
«θελκτικές» για πολλούς και διαφόρους λόγους. Επίσης παρά το ότι το Ελληνικό
κράτος αυτοπεριορίστηκε συνταγματικά ως κράτος στο οποίο «κυρίαρχη θρησκεία
είναι αυτή της του Χριστού Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας», η άποψη που υπήρχε
μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα δεν ήταν και οι καλύτερες. Το
αυθαίρετα και υπό των ξένων ονομασθέν «Βυζάντιο», εθεωρείτο ως ένα κράτος όπου
επικρατούσε η δεισιδαιμονία και ο σκοταδισμός, παρά το ότι η κρατούσα πολιτική
ελίτ της εποχής διακήρυττε την πίστη στο χριστιανισμό.
Όπως έχω αναφέρει ήδη σε
άλλο άρθρο, το Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος είναι μια εντελώς ιδιάζουσα περίπτωση
(πολιτισμικά πάντα) διότι δεν έχουμε παράδειγμα άλλου κράτους στον κόσμο το
οποίο να απαρνείται και να διώκει τον πολιτισμό πάνω στον οποίο βασίζεται και
την γλώσσα του οποίου ομιλεί.
Και η "διεθνιστική" Σοβιετική
Ένωση ακόμα, ακολούθησε μια πανσλαβιστική πολιτική, διαιωνίζοντας την πολιτική
των πολιτικών προκατόχων της, των Τσάρων.
Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε
με ένα κράτος που μπορεί μεν οι υπήκοοι και η άρχουσα τάξη να ομιλούσε
ελληνικά, μπορεί να εμελετάτο ως ένα σημείο κάποιες αρχές του Αριστοτέλη ή ο
Όμηρος, αλλά η «ψυχή» της ήταν στην Ιερουσαλήμ…
Παράλληλα ομιλούμε για ένα
κράτος όπου συνυπήρχαν πλήθος φυλών, οι περισσότεροι αυτοκράτορες ήταν μη
Έλληνες το γένος και όλους αυτούς τους ένωναν (θέλοντας και μη) ο χριστιανισμός
και η αυτοκρατορική εξουσία.
Ωστόσο το Ανατολικό Ρωμαϊκό
Κράτος είχε και δυό διαφορές που ως παράγοντες διαφοροποιούν την εξομοίωσή της
με την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Ο πρώτος παράγοντας είναι
ότι το Α.Ρ.Α. μπορεί να είχε εκπροσώπους διαφορετικών θρησκευτικών παραφυάδων
του χριστιανισμού, αλλά πολιτισμικά όλοι αυτοί συνυπήρχαν εν πολλοίς από την
εποχή των ελληνιστικών χρόνων. Με άλλα λόγια, με την Αραβική κατάκτηση της
Ανατολής τον 7ο αιώνα «έκλεισε» ένα πολιτισμικό κεφάλαιο 9 αιώνων
που «άνοιξε» ο Αλέξανδρος τον 4ο αιώνα πκχ.
Οι Τούρκοι από την άλλη
πέραν του ότι ήταν εκπρόσωποι μιας άλλης θρησκείας, ήταν και εκπρόσωποι ενός
εντελώς άλλου πολιτισμού, που οι ρίζες του βρισκόταν στα βάθη της Ασίας.
Τα δύο αυτά «μίγματα» (θρησκευτικό
και πολιτισμικό) που έφεραν οι Σελτζούκοι Τούρκοι ήταν το τελειωτικό χτύπημα
στον Ελληνικό πολιτισμό, ο οποίος αφού πέρασε μέσα από τις πολιτισμικές
ζυμώσεις των Ελληνιστικών χρόνων και του Ελληνορωμαϊκού πολιτισμού, δέχτηκε το
πρώτο κύριο χτύπημα με την έλευση του χριστιανισμού, οπότε και από «εθνικός πολιτισμός»
έγινε «οικουμενικός». Και για να εξηγήσω τι εννοώ, εννοώ ότι αφού απογυμνώθηκε
από τα κύρια πολιτισμικά του στοιχεία που τον διέκριναν από άλλους (ήθη έθιμα,
λαϊκές παραδόσεις, λατρευτικές παραδόσεις, φιλοσοφία, παιδεία, τρόπος ζωής κλπ)
τον «ενέδυσαν» μέσω της βίαιης παρακρατικής (στην αρχή) και κρατικής (έπειτα)
εξουσίας με ξένα και εν προκειμένω ανατολίτικά «ενδύματα» κρατώντας μόνο τα
στοιχειώδη που χρειαζόταν η νέα θρησκεία (ο χριστιανισμός) για να επιβληθεί.
Έτσι, μπορεί να κρατήθηκαν η
γλώσσα, η γραφή, κάποια φιλοσοφικά στοιχεία Ελλήνων φιλοσόφων (και αυτά με ενδελεχή
σχολαστικισμό και αυστηρή λογοκρισία), αλλά η πολιτισμική ταυτότητα έγραφε
«Ρωμαίος» και η θρησκευτική ταυτότητα έγραφε χριστιανός.
Τέτοιο πρόβλημα δεν
είχαν/έχουν άλλοι λαοί οι οποίοι μπορεί μεν να έχουν εκχριστιανιστεί βίαια όπως
οι Γερμανοί αλλά η πολιτισμική τους ταυτότητα είναι παγκοίνως η Γερμανική.
Ομοίως και με τους Γερμανούς της υπόλοιπης Ευρώπης με εξαίρεση τους
λατινόφωνους όπου και εκεί υπάρχει μια σύγχυση. Ωστόσο σε γενικές γραμμές
ουδέποτε ταράχτηκαν οι Ιταλοί, οι Ισπανοί ή ακόμα και οι «Γάλλοι», οι οποίοι
συνεχίζουν ακόμα και σήμερα να συνδέουν την ιστορία τους με αυτή της υπόλοιπης
Δυτικής Ευρώπης.
Ωστόσο η Δυτική Ευρώπη δεν
έχει να παραβάλλει θέατρα, φιλοσοφία, βουλευτήρια, πολιτικούς και πολιτειακούς
θεσμούς, ιατρική, μαθηματικά, γεωμετρία, αστρονομία και τόσες άλλα πολιτισμικά
αγαθά όπως ανέδειξαν οι Έλληνες σκορπώντας ιδέες και υποδομές σε όλο τον τότε
γνωστό κόσμο.
Συνεπώς ένας Γερμανός, εάν
υποθέσουμε ότι απαρνείται τον χριστιανισμό πού θα βρει πολιτισμικό «στήριγμα»;
Μήπως στον Αρμίνιο και στον Αλάριχο; Ή μήπως ένας Κέλτης θα βρει πολιτισμικό «στήριγμα»
στον Βρέννο;
Για το λόγο αυτό άλλωστε,
από την έξαρση των εθνικισμών του 19ου αιώνα, ξεκίνησε μια μαζική
προσπάθεια «επαναπροσέγγισης» των λαών τους με τις πολιτισμικές ρίζες τους στη
Δύση, η οποία δεν είναι τίποτα άλλο φυσικά από ιστορικό αναθεωρητισμό.
Με άλλα λόγια οι λήσταρχοι,
οι κατσαπλιάδες, οι βιαστές, οι ανθρωποφάγοι και οι πάσης λογής βάρβαροι
επανατοποθετήθηκαν από τον πολιτισμικό πάτο της ιστορίας σε ένα πάνθεο «ηρώων»
που δεν πολέμησαν τους εκπροσώπους του πολιτισμού Ελληνορωμαίους (βλέπε Κέλτες,
Γερμανούς, Τουρκοειδείς κλπ) από ληστρική διάθεση και μίσος προς κάθε τι που
αυτοί (ο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός) αντιπροσώπευαν, αλλά επειδή «ήθελαν απλά να
είναι ελεύθεροι», «ενάντια στον Ρωμαϊκό επεκτατισμό», «ενάντια στην βάρβαρη
υποδούλωση των Ρωμαίων» κλπ. Ο δε καλύτερος σύμμαχός τους σε αυτή την
«επανατοποθέτηση» (ή διαστρέβλωση αν θέλετε) ήταν ο χριστιανικός μύθος περί
«κακών και αμοραλιστών Ρωμαίων», ο οποίος φυσικά εκπηγάζει από το γεγονός ότι
ως θρησκεία προέρχεται από την Παλαιστίνη η οποία είναι γνωστή για τις
επαναστατικές της εξάρσεις και το συσσωρευμένο μίσος όχι μόνο κατά των Ρωμαίων,
αλλά και πιο πριν κατά των ελληνιστικών βασιλείων, των Περσών, Βαβυλωνίων και
άλλων κατακτητών της.
Β. Ο δεύτερος παράγοντας που
ανέφερα είναι ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία, αποτελούσε μια θεοκρατία, η οποία
ούτε καλύτερη, αλά ούτε χειρότερη ήταν της προηγούμενης.
Απλά η θρησκευτική της
πολιτικής έναντι των «άλλων» διέφερε λόγω διδασκαλίας. Με άλλα λόγια μπορεί
φαινομενικά μεν να ήταν ανεκτική έναντι των άλλων θρησκειών δίνοντας περιθώρια
να ασκούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, αλλά αυτό δεν συνέβαινε χωρίς σοβαρό
λόγο.
Ο διαχωρισμός ανάμεσα στο
«μιλέτ του Αλλάχ» (Μουσουλμάνοι) και τα «άπιστα μιλέτ» (χριστιανοί-Εβραίοι)
ήταν όχι απλά ευδιάκριτος αλλά και επιβεβλημένος.
Ισοπολιτεία δεν υπήρχε και ο
μόνος λόγος ανοχής ήταν διότι παρείχαν στο κράτος τους έμψυχο και άψυχο υλικό.
Σε οποιαδήποτε άλλη
περίπτωση η «συμφωνία» αυτή χαλούσε και ο ραγιάς μεταβαλλόταν σε «γκιαούρη» ή
«καφίρ» (άπιστο) και άρα «άχρηστο» για το κράτος.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες
έζησαν οι πρώτοι Ανατολικορωμαίοι που δέχτηκαν τον Αραβικό ζυγό στις Αραβικές
κατακτήσεις.
Αλλά εκείνοι είτε
εξισλαμίστηκαν, είτε εξαραβίστηκαν και δημιούργησαν μια Μέση Ανατολή που
γνωρίζουμε και σήμερα.
Από τον 11ο αιώνα
και μετά όμως, που εισέρχονται στην Μικρά Ασία οι Σελτζούκοι, τον ίδιο κίνδυνο
αντιμετώπιζαν πλέον και οι ρωμαϊκοί πληθυσμοί της Μικράς Ασίας και της Ευρώπης,
τόσο ελληνόφωνοι όσο και μη ελληνόφωνοι.
Και επειδή πολλές φορές έχω
διαβάσει ή ακούσει απόψεις οι οποίες εξομοιώνουν την Οθωμανοκρατία με την
θεοκρατική Ανατολική Ρώμη, θα πρέπει να προσέχουν όταν εκφέρουν τέτοιες
απόψεις.
Για τον Ελληνικό πολιτισμό,
εάν το ονομασθέν «Βυζάντιο», υπήρξε η βαρύτατη ασθένεια του πολιτισμού μας, η
Οθωμανοκρατία, τουρκοκρατία, παντουρκισμός ή όπως άλλως θέλετε να πείτε, είναι
ο θάνατος, πέραν του οποίου ουδείς πολιτισμικός «γυρισμός» υπάρχει, αφού για
όποιον «τουρκέψει» και χαθεί στο τουρκικό πολιτισμικό «χαρμάνι», δεν υπάρχει
ούτε ελπίδα αναγέννησης, ούτε επανελλήνισης, ούτε καν πνευματικού επανόδου.
Για να κλείσω με το θέμα, οι
Έλληνες της εποχής των δύο αιώνων, όπως και μέχρι σήμερα ουδέποτε κατανόησαν
τον ρόλο τους.
Η φιλοσοφία τους ήταν κλεισμένη
ανάμεσα στον πρωσσικής έμπνευσης εθνικισμό και τον ανιστόρητο
«ελληνοχριστιανισμό» του Ζαμπελιού ο οποίος για να πούμε φέρεται να τον
επινόησε για άλλα κίνητρα και συγκεκριμένα με εθνικιστικά.
Και στις δύο περιπτώσεις
όμως, οι «ιδεολόγοι», ξέχασαν δύο πολύ σημαντικά πράγματα
1.Οτι η Ελλάδα εκαλείτο
εκείνες τις στιγμές να «γυρίσει τα ρολόγια πίσω», στην εποχή δηλαδή που
εγκατέλειψε τη Μικρά Ασία προ πέντε και πλέον αιώνων και να αντικαταστήσει την
Οθωμανική Αυτοκρατορία και
2.Ότι θεωρώντας ως Έλληνες μόνο
τους χριστιανούς ή μόνο τους Έλληνες το γένος ή μόνο όσους έφεραν αυτές τις δύο
ιδιότητες, αυτοακρωτηριαζόταν σε ένα «άλλο» κράτος, ένα πρωσσικού τύπου
κατασκεύασμα, το οποίο πέρα από το ότι δεν είχε καμία ιστορική βάση, δεν
αποτελούσε πραγματικότητα τόσο για τους πληθυσμούς που διαβιούσαν στον κυρίως
Ελλαδικό χώρο, όσο και τη Μικρά Ασία. [12]
Από τις πολιτικές αλλά και
την ίδια ρητορική των ηγετών εκείνης της περιόδου τόσο των φιλοβασιλικών, όσο
και τον μετά εκλογών του 1920 Βενιζέλου, αποδεικνύεται περίτρανα ότι ελάχιστα
συμμερίζονταν τα πάθη, τις ελπίδες και το μέλλον των ανθρώπων της μικρασιατικής
Ελλάδας.
Αν ο Γούναρης (που
χαρακτήρισε τη Μικρασιατική καταστροφή «ατύχημα) [13] και ο Μεταξάς
θεωρούσαν ιμπεριαλισμό την απελευθέρωση των Ελλήνων και ζητούσαν τον
επαναπατρισμό τους, ο Βενιζέλος ο οποίος μετά την απόπειρα του 1920 «σάλεψε»
φέρει τις ίδιες ευθύνες αφού πέραν του ότι αδιαφόρησε για τη ζωή των προσφύγων
εδώ και τις περιουσίες που έχασαν εκεί, διέταξε ελαφρά τη καρδία την εκκένωση
της Ανατολικής Θράκης χωρίς καν να ρωτήσει, αποσπώντας τους επαίνους ακόμα και
Άγγλων στρατιωτικών για την «πολύ οργανωμένη αποχώρηση»…
Γ. Γιατί εξαιτίας του Μεταξά
και του Κωνσταντίνου η Ελλάδα απομονώθηκε [14] .
Και απομονώθηκε όχι γιατί κατά τη μαρξιστική «λογική»: «οι σύμμαχοι την
εγκατέλειψαν» αλλά γιατί έπραξε με όργανα τον Μεταξά και τον Κωνσταντίνο το
ανήκουστο: Την ώρα που οι Γερμανοί είχαν τεθεί έργω και λόγω χρόνια πριν τους
Βαλκανικούς υπέρ των γειτόνων, οι δύο αυτοί εγκληματίες προσπαθούσαν να δέσουν
τη χώρα στο άρμα των φυσικών εχθρών μας. Αφού όμως είδαν ότι η στρατιωτική
κατάσταση στα μέτωπα της Ευρώπης είναι ακόμα συγκεχυμένη και η νίκη δεν είναι
σίγουρη, μετέτρεψαν την αναμονή σε
ουδετερότητα, την ώρα που οι Τούρκοι είχαν ξεκινήσει από χρόνων πογκρόμ κατά
των χριστιανικών μειονοτήτων και την ώρα που οι Βούλγαροι είχαν προχωρήσει
επίσης σε πογκρόμ ενάντια σε Έλληνες των περιοχών που κατείχαν. Και όλα αυτά
γινόταν είτε με την ανοχή είτε με την καθοδήγηση των ίδιων των Γερμανών και σε
έναν πόλεμο που σκόπευε να καταστήσει τους Γερμανούς και τους συμμάχους τους
παγκόσμιους κυριάρχους εκτοπίζοντας την τότε Αγγλία και καταστρέφοντας Γαλλία
και Ρωσία.
Ακόμα και αν θεωρήσουμε ως
ειλικρινείς τους «φόβους» του Κωνσταντίνου σε περίπτωση κήρυξης πολέμου ενάντια
στις Κεντρικές Δυνάμεις (την ώρα που άλλα «κορόϊδα» γύρω μας και πιο πέρα
σκοτώνονταν για πληθυσμούς και εκτάσεις που δεν ξεπερνούσαν αυτήν τη Κρήτης…),
το δίλημμα που ετίθετο δεν ήταν απλό. Εάν νικήσουν οι Κεντρικές Δυνάμεις ποια η
τύχη μας την ώρα που οι Έλληνες και γενικά οι χριστιανοί της Μικράς Ασίας
σφάζονταν και χωρίς την κήρυξη πολέμου από την Ελλάδα;
Αλλά βέβαια πότε ένας
προδότης εφήρμοσε την πολιτική του στηριζόμενος σε λογικά επιχειρήματα;
Έπρεπε να βρουν κάτι ως
πρόσχημα και βρήκαν (οι δυό τους) αυτό. Αυτός που παρίστανε τον στρατιωτικό χωρίς
καν να έχει περάσει όχι από την Πολεμική Ακαδημία του Βερολίνου, αλλά ούτε καλά
- καλά την Ελληνική Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και καθήμενος στην ασφάλεια του
Επιτελείου του διέταζε κατά μέτωπο εφόδους με λόγχες και χωρίς πολλές φορές καν
προπαρασκευή πυροβολικού, ένιωσε φόβο να πολεμήσει αυτούς που διέταζαν να σφάζονται
Έλληνες στη Μικρά Ασία, αυτούς που μέχρι λίγα χρόνια έβγαζαν στα διεθνή ΜΜΕ την
Ελλάδα «στον τάκο» επειδή δεν τους πλήρωνε όχι τα δάνεια, αλλά τους τόκους και
άρπαζαν τον Ελληνικό Δημόσιο πλούτο έναντι πινακίου φακής.
Ο δε Μεταξάς, αντί να
βρίσκεται σε κάποιο επιτελείο και να σχεδιάζει γέφυρες και οχυρωματικά έργα,
έκανε σχέδια μάχης επειδή οι ανώτεροί του είτε βαριόταν είτε δεν ήξεραν καν να
καταστρώνουν!
Και το ωραίο είναι ότι ο
ίδιος ο Μεταξάς το αναφέρει στον Γούναρη και ο Γούναρης αντί να τον αποπέμψει
μετά από αυτή τη μαρτυρία η οποία στην ουσία σήμαινε ότι «όλοι από το βασιλικό
επιτελείο ήμασταν άσχετοι, απλά εγώ ήμουν ο λιγότερο άσχετος» συνέχιζε να τον
παρακαλά και να τον πιέζει να αναλάβει μια εκστρατεία για την οποία τη μια λέει
ότι δεν πιστεύει ότι θα πετύχει και την άλλη δίνει συμβουλές. Τη μια λέει ότι
δεν θέλει να συμμετέχει και ότι είναι αντάρτης και την άλλη λέει «θα πάω αλλά
ως στρατιώτης». Τη μια λέει ότι έχει ιδέες και πολιτικές και την άλλη λέει ότι
«δεν αισθάνομαι στρατιωτικός, ούτε καν στρατιώτης»! Και από κάτι τέτοια άτομα
περίμεναν οι Ελληνικές ηγεσίες της εποχής όχι απλά να ευδαιμονίσουν την Ελλάδα,
αλλά να την μεγαλώσουν κιόλας…
Αφού λοιπόν με τέτοιους ανθρώπους
γύρευαν να… μεγαλώσουν την Ελλάδα, πάλι καλά που βρισκόμαστε στον Έβρο!
Γιατί αν οι Οθωμανοί είχαν
προλάβει να ξεριζώσουν τους Έλληνες και προπαντός εάν είχαν νικήσει, ούτε στη
Μελούνα δεν θα ήταν τα σύνορά μας!
Πολιτικά λοιπόν η Ελλάδα
«έχασε πόντους» με την άρνηση των Μεταξά-Κωνσταντίνου να μπουν από την αρχή του
πολέμου με τους Συμμάχους. Αυτό από μόνο του δεν λέει απολύτως τίποτα αν δεν το
εξηγήσω.
Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος, όλοι
νόμιζαν ότι θα κρατήσει λίγο κάτι άλλωστε που επιβεβαιώνει και ο Βενιζέλος [15] Για την ακρίβεια έτσι θα ήταν εάν ο πόλεμος βασιζόταν
στο δόγμα ενός πολέμου κινήσεων και μη στατικού. Όμως αφού αυτός ήταν ο τρόπος
του μάχεσθαι εκείνη την εποχή (πάλι καλά που ένας Έλληνας ανακάλυψε τις χακί στολές
στις αρχές του 20ου αιώνα και τις υιοθέτησαν πρώτοι οι Ιάπωνες διότι
ακόμα και στον Α ΠΠ θα φόραγαν τις χρωματιστές στολές με τα… σιρίτια…).
Σε δυτικό και Ανατολικό
Μέτωπο η κατάσταση αν και διέφερε ήταν περίπου η ίδια. Παρά τις αρχικές
επιτυχίες των Γερμανών στο Δυτικό Μέτωπο, μετά τη μάχη του Μάρνη η κατάσταση σχεδόν σταθεροποιήθηκε Στο
Ανατολικό όμως που το μέτωπο ήταν εκτεταμένο έγιναν φονικότατες μάχες μέχρι οι
Ρώσοι να αρχίσουν να δέχονται απανωτά χτυπήματα.
Ωστόσο τα πράγματα δεν είναι
όπως φαίνονται. Η Γερμανόφιλη και παράδοξη δυαρχία (Κωνσταντίνος-Μεταξάς),
ακολούθησε παρελκυστική πολιτική έναντι του Βενιζέλου, ο οποίος κατά τα
φαινόμενα πρέπει να είχε απόλυτο δίκιο όταν κατέθετε τις μαρτυρίες του εναντίον
του Κωνσταντίνου και του Μεταξά, (αναφέρομαι βέβαια στην αρθρογραφία του 1934
που είχαν στην Καθημερινή οι δύο άνδρες) και που ενώ ο Βενιζέλος ως υπεύθυνος
Πρωθυπουργός καταθέτει τα στοιχεία του, τις μαρτυρίες του και εξηγεί κατά
γράμμα την πολιτική που εφήρμοζε, ο Μεταξάς παραθέτει ένα μνημείο υπεκφυγής,
βλακοειδέστατης στρεψιδικίας και ανόητων αστεϊσμών οι οποίοι δεν τεκμηριώνουν
τίποτα. Παράλληλα βρίθει από αντιφάσεις, όχι μόνο από το ένα άρθρο στο άλλο,
αλλά και στο ίδιο το άρθρο!. Το δε κωμικό σε αυτή την αρθρογραφία είναι ότι
αφού ο Βενιζέλος με ήπιο και μειλίχιο ύφος γράφει αυτά που ήθελε εξ αρχής να
γράψει για τον Εθνικό Διχασμό, απαντώντας παράλληλα και στον «εύθικτο» Μεταξά,
ο οποίος γράφει 70 αρθρα για να
καταλήξει σε ένα μονόλογο από τον οποίο εξάγεται (από τον ίδιο βεβαίως βεβαίως)
ότι αυτός έχει Εθνική πολιτική και ο Βενιζέλος δεν είχε… Αυτός που την ώρα που
σφάζονταν Έλληνες σε Μικρά Ασία και Βαλκάνια χαρακτήριζε την οποιαδήποτε
ανάληψη εκστρατείας στη Μικρά Ασία ως αποικιοκρατική
και ιμπεριαλιστική επιχείρηση και ηρνείτο ο μεν Κωνσταντίνος
να κηρύξει πόλεμο στο γαμπρό του (Κάϊζερ), ο δε Μεταξάς, απλά δεν έφτιαχνε
σχέδια γιατί όπως έλεγε «έτσι κι αλλιώς οι τούρκοι θα είχαν εξοπλίσει τα στενά»(!)
Με άλλα λόγια ο Πρωθυπουργός ως αρμόδιος για την εξωτερική και εσωτερική
πολιτική της χώρας δίνει εντολή σε έναν αξιωματικό, δηλαδή υπάλληλο του
κράτους, να του καταρτίσει σχέδια για εκστρατεία και αυτός αντί να καταρτίσει
σχέδιο του λέει ότι δεν μπορεί να αναληφθεί τέτοια επιχείρηση! Φανταστείτε μόνο
ως παράδειγμα, να παρήγγειλε ο Αυτοκράτορας της Αυστρίας ή της Γερμανίας (που
ήταν και φίλοι του…) να καταρτίσουν σχέδια κατάληψης της Σερβίας ή επίθεσης
κατά των Ρώσων και των Αγγλογάλλων και ο Φαλκενχάϋμ, ο Χίντενμπουργκ ή ο
Λούντεντορφ να του έλεγαν «για να κάνεις πόλεμο με ολόκληρη Ρωσία, ολόκληρη τη
Βρετανική Αυτοκρατορία, τη Γαλλία με τις αποικίες της και τους συμμάχους της θα
πρέπει να έχεις πολλαπλάσιες δυνάμεις…Τι ωραία που θα ταν! Δεν θα είχαν γίνει
ποτέ Παγκόσμιοι πόλεμοι. Αυτοί ωστόσο τους έκαναν, όχι γιατί τους έσφαζαν (όπως
εμάς…), ούτε και λογάριασαν το πόσοι θα είναι οι αντίπαλοι ή τι όπλα θα έχουν.
Ξεκίνησαν πολέμους γιατί ήθελαν να γίνουν μεγάλοι και αδιαφορώντας για το πόσοι
θα είναι εναντίον τους.
Ο «καπετάν τρομάρας» Μεταξάς
όμως, αντί να κοιτάξει το ότι αν υπηρετούσε ο ίδιος σε καμιά Γερμανία ή Αυστρία
η ειδικότητά του θα ήταν για γεφυροποιός όπου θα ήλπιζε το πολύ – πολύ να πει
καμιά καλή συμβουλή μπας και πάρει προαγωγή, επειδή βασιζόταν στα σιρίτια του
θείου του και του βασιλιά, νόμιζε πώς έχει «τον πάπα απ τα γένια».
Και ο Βενιζέλος, αντί να
απολύσει το Μεταξά και να φυλακίσει έστω και κατ’ οίκον τον Γλύξμπουργκ για το
άθλιο παιχνίδι που έπαιζαν, προσπαθούσε να εξηγήσει στους δήθεν «πάνω απ όλα το
εθνικό συμφέρον» γιατί η Ελλάδα είναι απαραίτητο να τεθεί άμεσα στο πλευρό των
Συμμάχων. Δηλαδή να κάτσει και να εξηγήσει για ποιο λόγο έπρεπε να ταχθούμε
εναντίον αυτών που είναι εναντίον των συμφερόντων μας έμπρακτα και εμπόλεμα
πλέον!
Αποτέλεσμα όλων αυτών;
Η Σερβία
τελικά καταρρέει και τα υπολείμματα του ηρωϊκού στρατού της φτάνουν κάτω από
χίλιες δυό αντιξοότητες μέσα από βουνά και ξένα εδάφη στην Κέρκυρα την οποία
καταλαμβάνουν οι σύμμαχοι προκειμένου να εξασφαλίσουν φίλιο έδαφος για τους
συμμάχους τους, ενώ τελικά στον πόλεμο υπέρ των Κεντρικών Δυνάμεων μπήκαν τόσο
η Βουλγαρία (που βοήθησε τους Αυστριακούς στην κατάρρευση της Σερβίας), όσο και
η Τουρκία. Στον πόλεμο επίσης υπέρ της Αντάντ μπήκε και η Ρουμανία, η οποία
παρά το ότι είχε υπογράψει σύμφωνο με τις Κεντρικές Δυνάμεις, πέρασαν στο
αντίπαλο στρατόπεδο μόλις η Αντάντ τους έταξε προσάρτηση των περιοχών Βανάτο και Τρανσυλβανία,
κηρύττοντας τον πόλεμο στους Γερμανούς στις 27 Αυγούστου του 1916. Το γεγονός
της εισόδου της Ρουμανίας στον πόλεμο, ήταν και αυτό που ξεχείλισε
(επιτέλους) το ποτήρι της υπομονής του Βενιζέλου κι αυτό γιατί μετά από χίλια
δυό προσχήματα του Κωνσταντίνου, κατέρρευσε και το τελευταίο του «ανάχωμα»,
σύμφωνα με το οποίο υποσχόταν έξοδο εάν μπει στον πόλεμο και η Ρουμανία. Η
Ρουμανία μπήκε, αλλά ο Γκλύξμπουργκ δεν άλλαζε στάση…
Τα υπόλοιπα γεγονότα είναι
γνωστά. Η Ελλάδα χωρίζεται στα δύο, ο Κωνσταντίνος όχι μόνο δεν φεύγει αλλά
ανασυντάσσεται και προκαλεί προβλήματα με χίλιους δυό τρόπους (από προπαγάνδα
και παρακρατικές διώξεις, μέχρι παράδοση στρατευμάτων και αμάχων στους
Γερμανοβούλγαρους και αντάρτικο κατά των συμμάχων) με αποτέλεσμα οι Σύμμαχοι να
προβούν σε αποκλεισμό της Νοτίου Ελλάδος (προκαλώντας πρόσθετα προβλήματα
επισιτιστικά στον πληθυσμό), μέχρι να έρθει η ώρα να αποσυρθεί (αλλά όχι να
παραιτηθεί) ο Κωνσταντίνος [16] μετά από τηλεγράφημα των Αγγλογάλλων.
Τέλος πρώτου μέρους
----------------------------------------------------------------------------------------------------------
Σημειώσεις
1 Οι
σύγχρονοι κομμουνιστές έχουν λόγους βέβαια που αποκρύπτουν όλα αυτά και πετάνε
πυροτεχνήματα ότι «οι Έλληνες προκάλεσαν το μουσουλμανικό στοιχείο και γι αυτό
επήλθε η πόλωση, η σύγκρουση και στο τέλος ο ξεριζωμός» διότι εάν αποδεχτούν
ότι η Τουρκία δεν είναι παρά ένα κρατικό μόρφωμα που δημιουργήθηκε με το έτσι
θέλω από Τούρκους εθνικιστές πάνω στη βάση αφανισμού των άλλων, θα πρέπει να
αποδεχτούν και το ότι οι πάτρωνες τους οι Μπολσεβίκοι της Ρωσίας είναι
συνένοχοι του εγκλήματος, πράγμα που δεν συμφέρει στον προλεταριακό «αγώνα»
τους… Συνεπώς τι θα πουν;
2 Η ταύτιση πολιτικών μεταξύ
βασιλικών-κομμουνιστών φαίνεται περίεργη μόνο στους φανατικώς καταπίνοντες
αμάσητη την προπαγάνδα δεκαετιών βασιλικούς και μαρξιστές. Όσοι ενδιαφέρονταν
για την πατρίδα τους αλλά και για το δίκαιο, έμπαιναν στα καράβια που τους
επιβίβαζε η Εθνική Άμυνα και πολέμησαν στα μέτωπα του Α ΠΠ και της Μικράς
Ασίας. Οι νυφίτσες του παγγερμανισμού και του αναρχοκομμουνισμού όχι απλά
λούφαζαν στα σκοτεινά υπόγεια υφαίνοντας ραδιουργίες, αλλά πολέμαγαν ξεκάθαρα
τους συμμάχους, οι μεν παγγερμανιστές της Ελλάδος με αντάρτικο, οι δε
κομμουνιστές με προπαγάνδα. Τα δε συντρόφια τους στη Ρωσία, με την κατάληψη της
εξουσίας από τον σοσιαλιστή Κερένσκι έκαναν ότι μπορούσαν προκειμένου να
ενισχύσουν τον Κεμάλ. Για τις δύο αυτές εγκληματικές παρατάξεις, όχι μόνο δεν
ακούσαμε όλα αυτά τα χρόνια μια συγγνώμη αλλά ακόμα και σήμερα τα θύματά τους
ερωτοτροπούν με τους σφαγείς των προγόνων τους. Κάτι βέβαια όχι περίεργο γι
αυτό τον τόπο που έχει περάσει από εκδοροσφαγείς και εκδοροσφαγείς…
3 «Αν
δεν νικιόμασταν στη Μ.Ασία, η Τουρκία θα 'τανε σήμερα πεθαμένη και εμείς μεγάλη
Ελλάδα. Τη "λευτεριά" μας θα την στηρίζαμε στην υποδούλωση του
Τουρκικού λαού. Αυτό εμείς δεν το δεχόμαστε. Το αποκρούουμε κατηγορηματικά. Η
αστικοτσιφλικάδικη Ελλάδα στη Μ.Ασία πήγε όχι σαν εθνικός απελευθερωτής μα σαν
ιμπεριαλιστική δύναμη, όργανο των εγγλέζων μεγαλοκαρχαριών. Πήγαινε όχι μόνο
για να διαιωνίσει την ξενική κυριαρχία πάνω στον Τουρκικό λαό μα και να κάνει
την Τουρκία αντισοβιετικό ορμητήριο. Γι' αυτό εμείς όχι μόνο δεν λυπηθήκαμε για
την αστικοτσιφλικάδικη ήττα στη Μικρασία μα και την επιδιώξαμε» Ριζοσπάστης 12/07/1935
Σ.σ. Το διαβάσατε; Μόνο οι
άγγλοι ήταν μεγαλοκαρχαρίες. Οι Γάλλοι και οι Ιταλοί που όχι μόνο πήραν εδάφη
στη Μικρά Ασία αλλά και τελικά κράτησαν οι μεν τη Συρία (υπό Γαλλική εντολή)
και οι δε τα Δωδεκάνησα, δεν ήταν ιμπεριαλιστές μεγαλοκαρχαρίες γιατί προφανώς
δέχτηκαν να ανταλλάξου ψυχές (μικρασιατών) με φράγκα οπότε για τους συντρόφους
δεν τρέχει τίποτα. Εννοείται ότι οι Μπολσεβίκοι είναι υπεράνω πάσης κριτικής
για τους εν Ελλάδι συντρόφους τους, ασχέτως αν εξόπλιζαν, χρηματοδοτούσαν τον
Κεμάλ και ασχέτως της συμμετοχής τους στο έγκλημα της Αρμενικής Γενοκτονίας την
οποία ολοκλήρωσαν οι… λαοκράτες… Άλλωστε όπως λέει και ο ριζοσπάστης το
πρόβλημα ήταν μήπως γίνει η Μικρά Ασία μελλοντικά ορμητήριο κατά της Σοβιετικής
Ένωσης… Όχι αν θα πεθάνουν μερικά εκατομμυριάκια αθώων ψυχών…
4 Αλλά
γιατί οι «σύντροφοι» δεν ήθελαν (αρχικά) τους πρόσφυγες στην Ελλάδα και οι
πρόσφυγες δεν ενετάσσοντο μαζικά στο ΚΚΕ αφού όπως μας λένε σήμερα «οι Έλληνες
ξέρουν από προσφυγιά»; Ας δούμε τι μας λέει η Εγκυκλοπαίδεια του Μείζονος
Ελληνισμού:
Το κόμμα ιδρύθηκε με την
ονομασία ΣΕΚΕ (Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας) το 1918, εποχή που το
κυρίαρχο ζήτημα στην ελληνική πραγματικότητα ήταν η μικρασιατική εκστρατεία.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της εκστρατείας το ΣΕΚΕ τήρησε κριτική στάση σχετικά με
την παρουσία του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία με αποτέλεσμα να έρθει σε
αντίθεση με τις αλυτρωτικές προσδοκίες που έτρεφε το ελληνορθόδοξο στοιχείο της
περιοχής. Λίγα χρόνια αργότερα, όταν οι Μικρασιάτες «αδελφοί» έγιναν πρόσφυγες, τα γεγονότα ήταν πρόσφατα, η μνήμη
ισχυρή και η συναισθηματική φόρτιση ακόμα έντονη. Όπως είδαμε, ο Βενιζέλος που
θεωρούνταν ο πρωτεργάτης της ελληνικής αλυτρωτικής πολιτικής καρπώθηκε τη
λατρεία των προσφύγων, ενώ η Αριστερά εισέπραξε τη δυσπιστία τους.
Ωστόσο, η
απόφαση του ΚΚΕ πάνω στο λεγόμενο «μακεδονικό ζήτημα» υπήρξε ίσως ο πιο
αποφασιστικός παράγοντας για τη διαμόρφωση των σχέσεών του με τους πρόσφυγες τη
δεκαετία του ’20. Δημοσιοποιήθηκε στις αρχές του 1925 και ουσιαστικά συνοψιζόταν
στη θέση ότι μονάχα η δημιουργία αυτόνομης Μακεδονίας και Θράκης και η ένωσή
τους με τις υπόλοιπες βαλκανικές χώρες σε μια ομοσπονδιακή δημοκρατία
σοσιαλιστικού τύπου θα αποκαθιστούσε για πάντα την ειρήνη μεταξύ των βαλκανικών
λαών (Παπαπαναγιώτου, Α., Το
Μακεδονικό ζήτημα και το Βαλκανικό Κομμουνιστικό κίνημα 1918-1939
(Αθήνα 1992), σελ. 47.).
Η γραμμή αυτή θα έπρεπε να
υλοποιηθεί με την επιστροφή των «βουλγαρομακεδόνων προσφύγων» στη Μακεδονία και
τη Θράκη και την ταυτόχρονη στέρηση του δικαιώματος της οριστικής εγκατάστασης
των Ελλήνων προσφύγων σε αυτές τις περιοχές. Το κόστος της θέσης αυτής ήταν
μάλλον εκ των προτέρων γνωστό τόσο στους ιθύνοντες του κόμματος όσο και στα
στελέχη της Διεθνούς. Στελέχη του κόμματος εξέφραζαν την ανησυχία τους όταν
υποστήριζαν ότι το σύνθημα της ανεξαρτησίας της Μακεδονίας θα οδηγούσε σε
αδιέξοδα: «Σύμφωνα με το σύνθημά μας ο προσφυγικός αυτός πληθυσμός δεν είχε
καμία θέση στη Μακεδονία […].
Πώς θα μπορούσαμε να ρίξουμε σύνθημα με το οποίο
οι προσφυγικές αυτές μάζες διώχνονται από τον τόπο της εγκαταστάσεώς των;» (Παπαπαναγιώτου,
Α., Το Μακεδονικό ζήτημα και
το Βαλκανικό Κομμουνιστικό κίνημα 1918-1939 (Αθήνα 1992), σελ. 76.). Τελικά η πολιτική αυτή υποστηρίχθηκε από το ΚΚΕ, παρότι
ήταν σαφές ότι θα αντιμετωπιζόταν εχθρικά από την πλειονότητα του προσφυγικού
κόσμου. Η επισήμανση του Χαϊτά, ενός από τα ηγετικά στελέχη του ΣΕΚΕ, ότι «και
όλοι οι πρόσφυγες να στραφούν εναντίον μας, αυτός δεν είναι λόγος να ανακόψουμε
τη λενινιστική μας τακτική» (Παπαπαναγιώτου, Α., Το Μακεδονικό ζήτημα και το Βαλκανικό
Κομμουνιστικό κίνημα 1918-1939 (Αθήνα 1992), σελ. 77.), μάλλον δηλώνει το προδιαγεγραμμένο της δυσαρέσκειας που
επρόκειτο να δημιουργήσει η θέση αυτή στις τάξεις των προσφύγων. Το Φεβρουάριο
του 1925, όταν το κόμμα έδωσε στη δημοσιότητα την «Απόφαση πάνω στο εθνικό», το
κάλεσμα για «καταπολέμηση με τον πιο αμείλικτο τρόπο της αποικιστικής πολιτικής
της ελληνικής μπουρζουζίας στην Μακεδονία και τη Θράκη» (Επίσημα Κείμενα
ΚΚΕ 1, «Απόφαση πάνω στο εθνικό», σελ. 517.) δεν
ήχησε με τον πιο ευχάριστο τρόπο στα αυτιά των προσφύγων, που την ίδια στιγμή
γεύονταν τα αγαθά της αγροτικής μεταρρύθμισης που προωθούσαν οι βενιζελικές
κυβερνήσεις.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες το κόμμα κράτησε απέναντι στους
πρόσφυγες μια πολιτική, που αν δεν ήταν αντιφατική, τουλάχιστο έτσι την
αντιλαμβανόταν η πλειονότητα των προσφύγων. Τη στιγμή που έριχνε στο πολιτικό
παιχνίδι το σύνθημα για «ενιαίο μέτωπο εργατών, αγροτών και προσφύγων» (Επίσημα
Κείμενα ΚΚΕ 1, «Μανιφέστο προς τον εργαζόμενο λαό», σελ. 528) υιοθετούσε ως επίσημη γραμμή του μια πολιτική η εφαρμογή
της οποίας πολύ απλά θα σήμαινε την απομάκρυνση των προσφύγων από τις βόρειες
επαρχίες του κράτους, δηλαδή μια νέα προσφυγιά.
Και ενώ στις αποφάσεις του
κόμματος οι πρόσφυγες παρουσιάζονταν ως τα θύματα μιας πολιτικής που επιβλήθηκε
και στα δύο μέρη του διπολισμού από «τα συμφέροντα της πλουτοκρατίας»,
ταυτόχρονα επιδιωκόταν η ακύρωση της εγκατάστασής τους στις βόρειες επαρχίες
της χώρας με το αιτιολογικό ότι αυτή συνιστούσε πολιτική βίαιου εποικισμού των
περιοχών αυτών.
Η
ρητορική του κόμματος
Την ίδια εποχή το ΚΚΕ
επέλεγε να χρησιμοποιεί στις πολιτικές του αναλύσεις μια συγκεκριμένη οπτική
αναγνωρίζοντας μονάχα κοινωνικές τάξεις και όχι ευρύτερες ομάδες ανθρώπων. Το
γεγονός αυτό λειτουργούσε ανασχετικά στις σχέσεις του με τους πρόσφυγες, οι
οποίοι, παρά την ανομοιογένεια που τους χαρακτήριζε, αποτελούσαν ένα σύνολο
ανθρώπων που αντιμετώπιζε ορισμένα κοινά προβλήματα.
Η τακτική αυτή του
κόμματος ήταν πάγια την πρώτη μεσοπολεμική δεκαετία και συνέβαλε στο να μην
αντιμετωπίζονται οι πρόσφυγες ως μια κοινωνική ομάδα με ιδιαίτερα προβλήματα
και διεκδικήσεις, αλλά καθεμιά τάξη ξεχωριστά και ανάλογα βέβαια με την
ερμηνεία που έδινε το κόμμα για τη θέση της στην ελληνική κοινωνία (Είναι
ενδεικτικά όσα δημοσίευε το καλοκαίρι του 1925 η Κομμουνιστική Επιθεώρηση σε σχέση με το
προσφυγικό ζήτημα: «Η μεταξύ των διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων του προσφυγικού
πληθυσμού πάλη… επιβάλλει στο Κόμμα μας να καθορίση τη θέση του απέναντι του
προσφυγικού ζητήματος, όχι ως συνόλου, αλλά ξεχωριστά απέναντι μιας εκάστης των
κοινωνικών κατηγοριών στις οποίες υπάγονται οι πρόσφυγες.
Μεταξύ του
προσφυγικού πληθυσμού υπάρχει σήμερα μια βαθειά αντίθεση συμφερόντων που δεν
επιτρέπει στο Κόμμα μας να το αγνοήση» (Επίσημα Κείμενα ΚΚΕ 2 , σελ. 76-77)). Έτσι, για τους πρόσφυγες αποκλειστικός εκφραστής των
συμφερόντων τους υπήρξε η βενιζελική παράταξη, καθώς ήταν λογικό να νιώθουν
περισσότερο ότι ανήκουν στον προσφυγικό κόσμο παρά στην εργατική ή όποια άλλη
τάξη.
Η αίσθηση αυτή ενισχύθηκε μάλιστα από το γεγονός ότι σε κάποιες
περιπτώσεις οι θέσεις που εξέφραζε το ΚΚΕ προωθούσαν τα συμφέροντα των γηγενών
και στα μάτια των προσφύγων ήταν ταυτισμένες με αυτές της αντιβενιζελικής
παράταξης (Mavrogordatos, G., Stillborn
Republic. Social
Coalitions and Party Strategies in Greece 1922-1936 (Los Angeles 1983), σελ. 218.). Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η απόδοση ευθυνών από
το ΚΚΕ για την εκλογική του ήττα το Δεκέμβριο του 1923 στους πρόσφυγες, στις
γυναίκες τους και στα παιδιά τους, στους χαφιέδες και στους αργόμισθους, μια
θέση που έφερνε το κόμμα πολύ κοντά στα όσα υποστήριζε η αντιπροσφυγική
ρητορική του Λαϊκού Κόμματος (Κριτική αυτής της θέσης
κάνει ο Νεφελούδης, Π., Στις
πηγές της κακοδαιμονίας. Τα βαθύτερα αίτια της διάσπασης του ΚΚΕ 1918-1968
(Αθήνα 1974), σελ. 39. Για το πλήρες κείμενο της προκήρυξης, βλ. Επίσημα
Κείμενα ΚΚΕ, Το ΚΚΕ και τα
αποτελέσματα των εκλογών: προκήρυξις προς τον εργαζόμενον λαόν της Ελλάδος
1, σελ. 382.). Η ψυχολογία των προσφύγων εξάλλου
συντελούσε στην ενσωμάτωσή τους στην ιδεολογία του βενιζελισμού και την
απομάκρυνσή τους από την Αριστερά.
Ο διεθνισμός του κομμουνιστικού κόμματος δεν
μπορούσε να γίνει εύκολα αποδεκτός από ανθρώπους που τα προηγούμενα χρόνια
είχαν ενστερνιστεί στην πλειονότητά τους τα συνθήματα και τα ιδεώδη μιας
εθνικής αλυτρωτικής πολιτικής (Pentzopoulos, D., The Balkan Exchange of Minorities and
its Impact upon Greece (Athens 1962), σελ. 190.). Εξάλλου, οι
περισσότεροι πρόσφυγες δεν είδαν για πολλά χρόνια τις αρχικές δυσκολίες της
εγκατάστασης σαν έναν μόνιμο κοινωνικό και οικονομικό «υποβιβασμό».
Το γεγονός
ότι εργάζονταν σε άθλιες και πρωτόγνωρες για αυτούς συνθήκες, πολλοί από αυτούς
ως εργάτες σε βιομηχανικές μονάδες, δε θεωρήθηκε τεκμήριο της ένταξής τους στην
εργατική τάξη.
Η ρητορική του κομμουνιστικού κόμματος τη δεκαετία του ’20 ήταν
προσηλωμένη με θρησκευτική ευλάβεια στη διάκριση των τάξεων και αρνούνταν να
βάλει στο πολιτικό παιχνίδι αιτήματα ευρύτερων ομάδων πέρα από αυτά της
«εργατικής τάξης». Έτσι, σημαντικό τμήμα των προσφύγων απομακρύνθηκε από τις
αγκάλες του, καθώς σε καμία περίπτωση δε θέλησε να αποποιηθεί την αστική του
προέλευση και δεν έπαψε να προσβλέπει στην κοινωνική και οικονομική του
αποκατάσταση (Τσουκαλάς, Κ., Η
ελληνική τραγωδία (Αθήνα 1974), σελ. 29.).
Μονάχα προς τα τέλη της
δεκαετίας του ’20 η κατάσταση άρχιζε να αλλάζει και να γίνεται αντιληπτή
ευρύτερη αποδοχή του πολιτικού λόγου της Αριστεράς από τον προσφυγικό κόσμο. Το
1928 ο Ελευθέριος Βενιζέλος επέστρεψε στην πρωθυπουργία της χώρας ύστερα από
μακρά περίοδο απουσίας του από την πολιτική σκηνή της χώρας.
Η τετραετία της
διακυβέρνησής του αποτέλεσε ένα διάλειμμα ηρεμίας στον ταραγμένο βίο της
δεύτερης ελληνικής δημοκρατίας, ωστόσο τα αιτήματα των καιρών είχαν πλέον
διαφοροποιηθεί σημαντικά σε σχέση με εκείνα που κυριαρχούσαν την προηγούμενη
δεκαετία, μια εποχή φιλελεύθερου και αναμορφωτικού ενθουσιασμού.
Η σύμπλευση
του Βενιζέλου με συντηρητικότερα στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας (Η
σύμπλευση αυτή εκφράστηκε με την ψήφιση το 1929 του περίφημου «Ιδιώνυμου» ή
Νόμου για την προστασία του κοινωνικού καθεστώτος.)απογοήτευσε
σημαντικά τμήματα του εκλογικού σώματος που μέχρι τότε αποτελούσαν τους
πραγματικούς ή εν δυνάμει κοινωνικούς εταίρους του βενιζελισμού. Ανάμεσα σε
αυτά, ένα τμήμα των προσφύγων που άρχισε να απογοητεύεται από τις αποτυχίες της
βενιζελικής διαχείρισης, κυρίως σε όσα ζητήματα τους αφορούσαν.
Από τις αρχές
της δεκαετίας του ’30 η δυσαρέσκεια προς το βενιζελισμό ήταν έκδηλη, ενώ τόσο
το Λαϊκό Κόμμα όσο και το Αγροτικό, για οργανωτικούς ή άλλους λόγους,
αδυνατούσαν να εισπράξουν τη δυσαρέσκεια αυτή και να τη μετατρέψουν σε μόνιμη
πολιτική υποστήριξη. Η υπογραφή του συμφώνου φιλίας ανάμεσα στην Ελλάδα και την
Τουρκία το 1930 απομάκρυνε, όπως είδαμε, αρκετούς πρόσφυγες από το βενιζελικό
στρατόπεδο, καθώς έσβησε οριστικά όποιες ελπίδες έτρεφαν μέχρι τότε για
επιστροφή στη Μικρά Ασία και για πλήρη οικονομική αποζημίωση.
Το ΚΚΕ δεν άργησε
να συνειδητοποιήσει τη χρυσή ευκαιρία που του παρουσιαζόταν για αύξηση της
επιρροής του και ενεργοποίησε το παλιό σύνθημά του για ενιαίο μέτωπο εργατών,
αγροτών και προσφύγων. Στα κομματικά κείμενα είναι πολύ συχνές πλέον οι
προτροπές για «εντατικοποίηση της δουλειάς» στους προσφυγικούς πληθυσμούς, ενώ
όλο και πιο συχνά απευθύνεται στους πρόσφυγες μέσω του επίσημου οργάνου του
κόμματος, του Ριζοσπάστη: «Ξεσήκωσαν οι μπουρζουαζικές, μοναρχοβασιλικές
κυβερνήσεις ενάμισι εκατομμύριο πρόσφυγες και τους έφεραν στην Ελλάδα. Όσοι δεν
εγκαταστάθηκαν στα νεκροταφεία και τους χιονισμένους κάμπους της Μακεδονίας
πουλήθηκαν σαν σκλάβοι στους Χάμπρο και την Εθνική. Πρόσφυγες, μονάχα με την
εργατοαγροτική κυβέρνηση θα βρείτε τη λύση των προβλημάτων σας!» (Ριζοσπάστης, 16 Δεκεμβρίου
1927.).
Στα μέσα της δεκαετίας του ’30 η τάση για
ενσωμάτωση του προσφυγικού κόσμου στην Αριστερά άρχισε να γίνεται όλο και πιο
εμφανής. Ήδη από το 1931, η ηγετική ομάδα του ΚΚΕ αποτελούνταν στην πλειονότητά
της από πρόσφυγες με καταγωγή από τη δυτική Μικρά Ασία και τον Πόντο (Ελεφάντης,
Α., Η επαγγελία της αδύνατης
επανάστασης. ΚΚΕ και αστισμός το μεσοπόλεμο (Αθήνα 1979), σελ. 368.).
Η εξέλιξη αυτή μπορεί να μην αποτελεί από μόνη της
ασφαλές τεκμήριο της αύξησης της κομμουνιστικής επιρροής στον προσφυγικό κόσμο,
έχει ωστόσο ιδιαίτερη σημασία για τον τρόπο με τον οποίο η ανώτερη κομματική
ομάδα προσλαμβάνει πια την πορεία του προσφυγικού ζητήματος. Καθώς οι αλλαγές
στην ελληνική κοινωνία φαίνονταν πια παγιωμένες και η εγκατάσταση των προσφύγων
ήταν μια πραγματικότητα, το ΚΚΕ θεώρησε σημαντικότερη προτεραιότητά του την αντιμετώπιση
του κινδύνου της δικτατορίας (Είναι χαρακτηριστικό ότι από το 1934 το
ΚΚΕ ξεκίνησε μια προσπάθεια συνεργασίας με άλλες πολιτικές δυνάμεις της χώρας.
Τη χρονιά αυτή προχώρησε στη σύναψη συμφώνου κοινής δράσης ενάντια στη
«στρατιωτικοφασιστική δικτατορία» και το 1936 στη συγκρότηση «λαϊκού μετώπου».
Βλ. Ελεφάντης, Α., Η
επαγγελία της αδύνατης επανάστασης. ΚΚΕ και αστισμός το μεσοπόλεμο
(Αθήνα 1979), σελ. 252-254.). Στις αρχές της δεκαετίας του ’30 το ΚΚΕ
εγκατέλειψε το αίτημα για την «ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη», υιοθετώντας
αυτό για «την πλήρη εθνική και πολιτική ισότητα των μειονοτήτων» (Mavrogordatos,
G., Stillborn Republic. Social Coalitions and Party Strategies in Greece
1922-1936 (Los Angeles 1983), σελ. 222.).
Ταυτόχρονα,
το κόμμα άλλαξε την τακτική του και άρχισε να απευθύνεται σε ευρύτερες
κοινωνικές ομάδες, κύρια στους πρόσφυγες, και όχι αποκλειστικά και μόνο σε
αυστηρά οριοθετημένες κοινωνικές τάξεις. Η απόφαση του κόμματος που
δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 1936 για το προσφυγικό ζήτημα αποτελεί την επιτομή
των παραπάνω εξελίξεων, καθώς υιοθετήθηκε σχεδόν το σύνολο των προσφυγικών
αιτημάτων. Είναι χαρακτηριστικό των αλλαγών στην οπτική του ΚΚΕ πως για πρώτη
φορά ο προσφυγικός κόσμος αντιμετωπιζόταν ενιαία σαν ένα αδιαφοροποίητο σύνολο
πολιτών δίχως ταξικούς ή άλλους διαχωρισμούς. Στα μέσα της δεκαετίας του ’30
δύο γεγονότα σφράγισαν τις παραπάνω εξελίξεις.
Η καταστολή του βενιζελικού
στρατιωτικού κινήματος που εκδηλώθηκε το 1935 ήταν το σημαντικότερο, καθώς
υπήρξε για τη βενιζελική παράταξη μια συντριπτική ήττα, η σκιά της οποίας
σκέπασε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία. Το πολιτικό κύρος του βενιζελισμού
μειώθηκε σημαντικά, η διαχείριση των πραγμάτων άλλαζε χέρια και ένας ολόκληρος
κύκλος πραγμάτων έδειχνε να κλείνει.
Ο θάνατος του Ελευθέριου Βενιζέλου το
Μάρτιο του 1936 υπογράμμισε την παραπάνω πορεία διευρύνοντας τα αδιέξοδα, ενώ η
μοναδική πολιτική δύναμη που φάνηκε ικανή να καρπωθεί οφέλη από αυτές τις
εξελίξεις ήταν το ΚΚΕ (Ο Δαφνής υποστηρίζει το 1963 ότι ο
θάνατος του Βενιζέλου αποτελεί σημαντική καμπή στη σχέση των προσφύγων με το
βενιζελισμό και την Αριστερά, καθώς σηματοδοτεί τη μετατόπισή τους στα αριστερά
του πολιτικού συστήματος.
Επιχειρεί μάλιστα να συγκρίνει τα εκλογικά
αποτελέσματα του 1936 με αυτά του 1958 σε τέσσερις προσφυγικές συνοικίες
θέλοντας να αποδείξει με τον τρόπο αυτό την τεράστια αλλαγή που είχε επέλθει
στην εκλογική συμπεριφορά των προσφύγων μετά το θάνατο του Ελευθέριου Βενιζέλου
το 1936 [Δαφνής, Γ., Τα
ελληνικά πολιτικά κόμματα 1821-1961 (Αθήνα 1963), σελ. 145-146].
Περισσότερο τεκμηριωμένη είναι η υπόθεση του Σπύρου Καράβα, ότι δηλαδή γύρω στο
1936 πρέπει να αρχίζει η διαμόρφωση του «αντιδεξιού μπλοκ» στην Ελλάδα, βασικό
συστατικό του οποίου αποτελούν οι πρόσφυγες, όπως προκύπτει από την ψήφο τους
[Καράβας, Σ., «Η προσφυγική ψήφος στο πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας την
περίοδο του Μεσοπολέμου», Δελτίο
Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών 9 (1992), σελ. 150]).
5 Μια ανάγνωση ενός σχολικού βιβλίου αρκεί για
να πείσει περί του πόθεν οι καταβολές των συμπερασμάτων…
6 Χαρακτηριστική περίπτωση είναι το «ιδιώνυμο»
το οποίο η ελληνική ιστοριογραφία το απέδωσε στην αντικομμουνιστική πρόληψη ενώ
η πραγματικότητα είναι ότι κύριο στόχο είχε τους πρόσφυγες τους οποίους
θεωρούσαν ως «αντιδραστικά στοιχεία»…
7 Ο
ΕΛΛΗΝΟΒΟΥΛΓΑΡΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΔΡΟΜΟΥ ΠΡΟΣ ΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Βενιζέλος προς Κωνσταντίνο: «Σας το απαγορεύω...»
Η καθοριστική επέμβαση του πρωθυπουργού, ώστε ο διάδοχος και αρχιστράτηγος να σταματήσει αμέσως την πορεία προς το Μοναστήρι
Ακριβώς πριν
από έναν αιώνα (12-14 Οκτωβρίου 1912), ο ελληνικός στρατός προελαύνει στο
τουρκικό έδαφος και απελευθερώνει την Κοζάνη. Εχει αφήσει πίσω τα στενά του
Σαραντάπορου, όπου κατέγραψε την πρώτη μεγάλη νίκη του κατά των Οθωμανών στον
Α' Βαλκανικό Πόλεμο.
Αλλά η
θριαμβευτική πορεία, στη φάση αυτή, έμελλε να σφραγιστεί και από περιστατικά
«τα οποία προανήγγειλαν περιπετείας, συμφοράς, εμφύλιον ανταγωνισμόν», όπως
θέτει το ζήτημα ιστορικός της περιόδου. Πρόκειται για την περιλάλητη «στροφή
της Στρατιάς προς τη Θεσσαλονίκη».
Εχουν γραφεί
πολλές εκατοντάδες σελίδες για τα γεγονότα εκείνων των ωρών. Μερικά απ' αυτά
παραμένουν ακόμη και σήμερα ασαφή. Κυρίως επειδή εκεί τοποθετείται από πολλούς
η πρώτη εκδήλωση του κατοπινού εθνικού διχασμού και χρησιμοποιήθηκαν
«εργαλειακά». Κρίσιμα ιστορικά τεκμήρια δεν βρέθηκαν (π.χ. το τηλεγράφημα με το
«σας απαγορεύω») και κάποια ίσως «διορθώθηκαν» χρονικά (για να δικαιώσουν
διαφορετικές αφηγήσεις).
To δίλημμα
Αυτή η
πολιτικο-στρατιωτική, όμως, διαμάχη έχει χάσει την παλιότερη σημασία και το
διχαστικό φορτίο της. Σύμφωνα με το κυρίαρχο σενάριο, όπως το παραθέτει «εξευγενισμένα»
ο Ι. Μαζαράκης-Αινιάν, «από τη στιγμή αυτή (κατάληψη Κοζάνης) ετίθετο το
δίλημμα στο Γενικό Στρατηγείο, να συνεχίσει την προέλαση προς το Μοναστήρι και
να συνδεθεί με τους Σέρβους ή να στραφεί προς Βέροια και Θεσσαλονίκη.
![]() |
| Ο Κωνσταντίνος με το επιτελείο του. Αριστερά του ο Ι. Μεταξάς, πίσω του ο Δούσμανης και δεξιά του ο Δαγκλής. Πυρ και μανία όλοι για τα τηλεγραφήματα |
Αρχικά
φαίνεται ότι πρόθεση της Στρατιάς ήταν να κινηθεί προς βορράν, αλλά σύντομα
εγκαταλείφθηκε αυτή η ιδέα, ύστερα μάλιστα από τηλεγραφήματα του υπουργείου
Στρατιωτικών (Ελ. Βενιζέλου) και του υπουργείου Εξωτερικών (Λ. Κορομηλά) που
επισήμαιναν την ανάγκη να καταληφθεί το ταχύτερο δυνατόν η Θεσσαλονίκη».
Η αμιγώς
βενιζελική αφήγηση είναι έντονα χρωματισμένη: Μετά την κατάληψη της Κοζάνης ο
Κωνσταντίνος και το επιτελείο του αποφάσισαν να βαδίσουν προς το Μοναστήρι
(Βιτόλια) και όχι προς Θεσσαλονίκη. Κατά παράβαση ρητών και επανειλημμένων
υποδείξεων του πρωθυπουργού.
Η «ανταρσία»
ματαιώθηκε, αφού χρειάστηκε ο πρωθυπουργός να «διατάξει» τα δέοντα, να ζητήσει
την τελευταία στιγμή τη μεσολάβηση του βασιλιά Γεωργίου Α'. Ο τελευταίος
έσπευσε στην Κοζάνη για να επαναφέρει τον διάδοχο στην τάξη. Ετσι, έγινε δυνατή
η «στροφή» του στρατού στις 14 Οκτωβρίου κι επομένως η νίκη στον αγώνα δρόμου
Ελλήνων και Βουλγάρων προς τη Θεσσαλονίκη.
Κατά την
εκδοχή αρκετών βασιλικών ο Κωνσταντίνος και οι επιτελείς του δεν είχαν
αποφασίσει ακριβώς προς ποια κατεύθυνση θα οδεύσει ο στρατός, αναμένοντας τις
κινήσεις των Οθωμανών. Ακόμη και πριν από τα κυβερνητικά τηλεγραφήματα
(Κορομηλά και Βενιζέλου) είχαν καταστρώσει σχέδια για πορεία προς τη Βέροια.
Προσκομίζουν, μάλιστα, και μια σχετική διαταγή του Στρατηγείου. Στέκονται
ιδιαίτερα, όμως, στις «ανοίκειες» επεμβάσεις της κυβέρνησης στις στρατιωτικές
επιχειρήσεις.
Υποστηρίζουν
ακόμη ότι οι στρατιωτικές ανάγκες επιβάλανε την πορεία προς βορρά για να
εξασφαλιστεί η στρατιά από εγκλωβισμό. Πρώτα, λοιπόν, θα βάδιζε ο στρατός προς
Μοναστήρι και μετά στη Θεσσαλονίκη.
Στο επίπεδο
αυτό δεν βρίσκονταν τελείως εν αδίκω. Αλλά η πορεία προς την πολυεθνική πρωτεύουσα
της Μακεδονίας «δεν ήτο στρατιωτική μόνο ενέργεια. Από αυτή θα επραγματοποιείτο
ή θα εματαιώνετο ο σκοπός διά τον οποίο η Ελλάς εμάχετο...». Αυτή η κλασική
εκτίμηση του ιστορικού Γ. Βεντήρη επαναλαμβάνεται με διάφορες παραλλαγές από
τους περισσότερους μελετητές.
Ανεξάρτητα
από όλα αυτά, η ουσία είναι πως χωρίς την αποφασιστική επέμβαση του Βενιζέλου
στη Θεσσαλονίκη θα μπορούσαν να είχαν φθάσει πρώτοι οι Βούλγαροι. Η ίδια
άλλωστε αποφασιστικότητα εκδηλώθηκε και τις επόμενες μέρες, καθώς ο Κωνσταντίνος
καθυστερούσε επικίνδυνα και απελπιστικά...
Τα
ντοκουμέντα για «τη στροφή»
- «...Σερβικός στρατός ευρίσκεται νυν μεταξύ Κουμανόβου και Σκοπίων, Βουλγαρικός στρατός κατέλαβε χθες Σαράντα Εκκλησίας. Φρονώ ότι πρέπει, κατά το δυνατόν, να εντείνωμεν ημετέρας ενεργείας ώστε να καταληφθή όσον τάχιστα Θεσσαλονίκη και ίνα μη ημέτερα αποτελέσματα έλθωσιν πολύ ύστερον από τα αποτελέσματα των συμμάχων» (Κορομηλάς προς Κωνσταντίνο).
- «Ευχαριστώ θερμώς διότι με πληροφορήσατε διά τας νίκας των συμμάχων μας... Θα εξακολουθήσω με την αυτήν έντασιν δυνάμεων, επιδιώκων καταστροφήν του εχθρού επί τη βάσει του σχεδίου το οποίον έχω προδιαγράψει και του οποίου τους αντικειμενικούς σκοπούς μόνος εγώ είμαι αρμόδιος και υπεύθυνος να κανονίζω... Παρακαλώ δε όπως ευαρεστούμενος μη προσπαθήτε να επηρεάζετε την διεύθυνσιν των επιχειρήσεων» (Κωνσταντίνος προς Κορομηλά).
- «Αναμένω να μοι γνωρίσετε την περαιτέρω διεύθυνσιν ην θα ακολουθήσει η προέλασις του στρατού Θεσσαλίας. Παρακαλώ μόνον να έχετε υπ’ όψιν ότι σπουδαίοι πολιτικοί λόγοι επιβάλλουσι να ευρηθώμεν μίαν ώραν ταχύτερον εις την Θεσσαλονίκην» (Βενιζέλος προς Κωνσταντίνο).
- «Η κατεύθυνσις της αποχωρήσεως (των Τούρκων) και αι προθέσεις του πολεμίου θα κανονίσωσιν την προέλασιν και την κατεύθυνσιν της υπ' εμέ στρατιάς... Και να παύση του λοιπού η κυβέρνησις αναρμοδίως γνωματεύουσα και εκ του μακρόθεν αναμειγνυομένη εις τας πολεμικάς επιχειρήσεις» (Κωνσταντίνος προς Βενιζέλο).
- «Οτε ο στρατός ημών ευρίσκετο εις την Κοζάνην, εστάλη τηλεγράφημα από τον αρχηγόν του στρατού... το οποίον μου έλεγεν ότι ο στρατός δεν θα οδεύση προς την Θεσσαλονίκην.
- Εγώ, έλεγε
το τηλεγράφημα, έχω καθήκον να στραφώ προς το Μοναστήριον, εκτός αν το
απαγορεύσετε.
Και του
απάντησα: - «Σας το απαγορεύω» (αγόρευση του Βενιζέλου στη Βουλή τον Αύγουστο
του 1917).
Η ΠΡΩΤΗ
ΕΠΙΣΗΜΗ ΕΚΘΕΣΗ
Η πρώτη
επίσημη πολεμική έκθεση για τους Βαλκανικούς Πολέμους (συντάχθηκε με
καθυστέρηση είκοσι ετών το 1932!) δεν αφήνει κανένα περιθώριο για αμφισβητήσεις
και διαφορετικές πολεμικές αφηγήσεις. Το συμπέρασμά της, βασισμένο στα αρχεία,
ήταν ότι ο Κωνσταντίνος και το επιτελείο του ήταν αποφασισμένοι να προχωρήσουν
προς το Μοναστήρι. Αργότερα (το 1939) η έκθεση θα «διορθωθεί» στο σημείο αυτό
και το συμπέρασμα θα θολώσει...
ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΕΣ
ΘΑ ΗΤΑΝ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ
Γιατί, όμως,
ο Κωνσταντίνος επέμενε στην πορεία προς το Μοναστήρι; Εχουν διατυπωθεί διάφορα
σενάρια. Σύμφωνα, πάντως, με την πρώτη (και αδιόρθωτη) επίσημη έκθεση, ο
διάδοχος και το επιτελείο του «αμελούσαν τη Θεσσαλονίκη... οδηγούμενοι από
δόγματα αποκλειστικώς και ψυχρώς ακαδημαϊκώς στρατηγικά...». Σε αντίθεση με τον
πρωθυπουργό που προσλάμβανε τη συνολική πολιτική εικόνα και διέβλεπε «τας
τρομακτικάς συνεπείας» από μια τυχόν βουλγαρική κατάληψη της Θεσσαλονίκης.
Τ.
Κατσιμάρδος
8 Εαν λάβουμε υπόψη ως αληθή (που μάλλον έτσι
είναι) τη μαρτυρία οτι εκτός του ότι είχε εξωσυζυγικές σχέσεις, παρείχε καίριες
και απόρρητες πληροφορίες του κράτους σε μια Γερμανο-ιταλίδα ονόματι Πάολα φον
Οστχάϊμ, τότε το δυστύχημα δεν είναι ότι ο Κωνσταντίνος έπραξε όλα αυτά, αλλά
το γιατί δεν έπεσε στα χέρια των διωκτών του και κυρίως του Πάγκαλου το 1922…
Διαβάστε και φρίξτε
για το ποιους ηγέτες είχε και έχει η Ελλάδα διαχρονικά…
«Για τα μάτια της Πάολα - Ένας
άρρωστος ηγέτης της Ελλάδος και ερωτοχτυπημένος με μια Ιταλίδα τυχοδιώκτισσα...
Και μέσα σ’ όλα οι Γερμανοί.
Ο Έλλην βασιλιάς, της πλέον
ταραχώδους περιόδου της νεωτέρας ελληνικής Ιστορίας, 1912-1923, ήταν όχι μόνον
άρρωστος, αλλά και βαρειά ερωτοχτυπημένος, εκτός του γάμου του!..
Ο λόγος για τον βασιλιά Κωνσταντίνο
Α΄, έναν από τους λίγους πολιτικούς άνδρες της Ελλάδος που μισήθηκε, αλλά και
λατρεύθηκε στον υπερθετικό βαθμό!
Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, στην
ταραγμένη και καθοριστική περίοδο - αλλά ποια δεκαετία του ελληνισμού δεν ήταν
τέτοια; - 1912-1922, που από τον θρίαμβο ξεπέσαμε στην τραγωδία, ήταν
νυμφευμένος, ως γνωστόν, με την αδελφή του Κάιζερ, την Γερμανίδα Σοφία, η οποία
ήταν μια ψυχρή και απόμακρη γυναίκα, όπως όλες οι Γερμανίδες. Νοιαζόταν μόνον
για το κοινωνικό της πρόσωπο και αράδιαζε κουτσούβελα (έξι τον αριθμό), ίνα
ενδυναμώσει και εδραιώσει τον οικογενειακό θρόνο της «σε ξένο αχυρώνα». Και
ταυτόχρονα να επισημοποιήσει το «πόδι» των Γερμανών στην Ελλάδα, κάτι που το
είχαν άχτι, από την εποχή του Όθωνος - ίσως και από παλαιότερα.
Η Πάολα, για τα μάτια της και τον έρωτά της ο βασιλιάς
Κωνσταντίνος Α΄ αφιέρωσε πολύ χρόνο και χρήμα, έγινε αρχαιοκάπηλος και πρόδωσε
μυστικά του κράτους. Και όλα αυτά εν μέσω της ταραχώδους δεκαετίας 1912-1922...
Ο χαρακτήρας της «ξινής» Σοφίας, σε
συνδυασμό με τα καταπιεσμένα παιδικά χρόνια που έζησε ο Κωνσταντίνος, και την
έλλειψη των γονέων του, ως γονιών, τον έκαναν να αναζητήσει αλλού την,
απαραίτητη για την ισορροπία κάθε ανθρώπου, τρυφερότητα.
Έτσι κι ο βασιλεύς των Ελλήνων
Κωνσταντίνος Α΄, αναζήτησε την τρυφερότητα στα μάτια μιας Ιταλίδας
τυχοδιώκτισσας, της Πάολα, ταπεινής καταγωγής, που αναζητούσε να αναρριχηθεί,
με τον τρόπο του κισσού, στα υψηλά «πατώματα». Γι' αυτό και υπανδρεύθηκε έναν
Γερμανό αριστοκράτη-κόμιτα. Αλλά έμεινε ζωντοχήρα (της έμεινε όμως αυτό που
ήθελε, το επίθετο φον Όστχάιμ) και συνέχισε να αναζητά διακαώς την είσοδό της
στα ακριβά επίσημα σαλόνια. Έπαιζε μανιωδώς πόκερ και ξόδευε σε λούσα, μέσα που
πίστευε πως θα της φέρουν γνωριμίες για τους τίτλους που αρρωστημένα κυνηγούσε.
Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄ χτυπήθηκε
κεραυνοβόλα από τα μάτια της. Ο Tino - έτσι τον αποκαλούσε αυτή - εύρισκε χρόνο
και, κρυφά φυσικά από την σύζυγό του, Σοφία, της έγραφε γράμματα, πολλά των
οποίων ήταν μακροσκελέστατες επιστολές (έως και 9 σελίδων). Της έκαμε, μάλιστα
και δώρα, κάποια των οποίων ήταν σπάνια χρυσά αρχαία μυκηναϊκά ευρήματα, που
αγόραζε από τον γιο του Σλήμαν, συμπεριφερόμενος ως κοινός αρχαιοκάπηλος!..
Ο Κωνσταντίνος Α΄ δεν δίσταζε στα
γράμματα που εύρισκε χρόνο και της έγραφε, να της προαναγγέλλει μέλλουσες
πολιτικές κινήσεις του, τα σχέδια του ελληνικού στρατού, τις συζητήσεις με τους
υπουργούς του, κλπ. να της σχεδιάζει σε αυτά στρατόπεδα, σχέδια κινήσεως των
μεραρχιών μας, κ.ά. Μ' άλλα λόγια, ο ερωτοχτυπημένος βασιλιάς μας, μοιραζόταν
με μια τυχαία Ιταλίδα τα μυστικά του κράτους μας! Της αναγγέλλει: «Κατά πάσα πιθανότητα θα μπούμε στο τουρκικό
έδαφος»!.. Στα γράμματά του προς μια τυχαία Ιταλίδα «αδειάζει» τους Γάλλους
και χαρακτηρίζει βαρειά αξιωματικούς του: «όσα
ρυθμίσθηκαν δήθεν από τους Γάλλους δεν λειτουργούν καθόλου και τα πάντα
βρίσκονται εν αταξία, κυρίως σε ό,τι αφορά την ιατρική υπηρεσία. Έχουμε έναν
ηλίθιο, που ονομάζεται Αρμάν, που μιλά πολύ και δεν κάνει τίποτε». Και
μάλιστα προς μια γυναίκα, την οποία δεν εγνώριζε σχεδόν καθόλου!.. Πληροφορίες
δηλ. που οι κατάσκοποι θα πλήρωναν κάτι παραπάνω από χρυσάφι για να τις
αποκτήσουν! Και πράγματι, η Πάολα είχε μπει στο στόχαστρο των κατασκόπων των
«Μεγ. Δυνάμεων». Αντιθέτως, ο Κωνσταντίνος δεν υποπτεύθηκε ποτέ την Πάολα,
ακόμη κι όταν εκείνη του είπε πως έρχεται ως εθελόντρια νοσοκόμος. Η ενθυμία
δεν υπάρχει στον ερωτευμένο.
Ήταν μνημειώδης η ελαφρότητα που
επέδειξε ο βασιλιάς μας εκείνην την ιστορική περίοδο! Η πολυλογία του έφθανε
στα όρια της φλυαρίας, έως και της βλακείας!
Εκείνη πάλι, του έστελνε τους
λογαριασμούς της μοδίστρας της (που πλήρωνε ο βασιλιάς, δια μέσου του ελληνικού
Δημοσίου, δηλ. του έρημου ελληνικού λαού).
Κι ενώ οι Βαλκανικοί, ο Πρώτος
Παγκόσμιος και ο εθνικός διχασμός μαίνονταν, εκείνος ξετρύπωνε χρόνο και έγραφε
στην καλή του! Πώς ανάμεσα σ' όλα αυτά βρέθηκε χρόνος και απελευθερώσαμε την.
Θεσσαλονίκη και τα Γιάννενα, είναι άξιον απορίας και θαυμασμού!..
Τόσο φούντωσε η επιστολομανία του,
προς την Πάολα, που πολλάκις τα δημόσια έγγραφα περίμεναν καιρό και αράχνιαζαν
στο γραφείο του, αφού αυτός προτιμούσε να γράφει και να ξαναγράφει στην
αγαπημένη του!.. Σχεδόν 100 καλχαίνουσες επιστολές, όλες γραμμένες γαλλιστί!
Αυτό ήταν η προτεραιότητά του!..
Μέσα όμως απ' αυτές τις επιστολές,
ζούσε τον έρωτα, που δεν γεύθηκε ποτέ, τον εξιδανίκευσε - επειδή δεν ερχόταν σε
επαφή με το πρόσωπο με το οποίο ήταν ερωτευμένος - και τον φαντασιώθηκε,
φτιάχνοντας μια ιδεατή εικόνα γι' αυτόν στο κεφάλι του και στην καρδιά του.
«Δεν
είμαι γεννημένος για αυτοκράτωρ της Ρωσίας» παραδεχόταν στην Πάολα, κάτι που δεν μπορούσε να
εξομολογηθεί σε κανέναν τριγύρω του. «Διάταξέ
με» της έλεγε. «Είμαι δούλος σου»,
της έγραφε παρακάτω. Συνήθης συμπεριφορά των μεγάλων ανδρών της Ιστορίας. Ο
έρως είναι το παρέκταμα της εξουσίας τους. Οι περισσότεροι ηγέτες από ένα
σημείο και πέρα αρρωσταίνουν και εξακολουθούν ασθενείς να κυβερνούν (και να
ταλαιπωρούν) τους λαούς τους. Γαντζώνονται στην εξουσία, υποβοηθούμενοι διότι
αυτό βολεύει κάποιους, που τους θέλουν αχυρανθρώπους, για να περνούν τα σχέδιά
τους. Ποιοι μεγάλοι ηγέτες δεν ήταν άρρωστοι; «Γι' αυτό πρέπει το ιατρικό απόρρητο να μην ισχύει για τους πολιτικούς
ηγέτες», είπε η κα Σ. Βούλτεψη, εκ των παρουσιαστών του βιβλίου, και
συμφωνούμε απολύτως.
Και δεν ήταν ο έρως η μόνη ασθένεια
που είχε κτυπήσει τον Κωνσταντίνο. Αρειμάνιος καπνιστής από μικρή ηλικία,
έπασχε από χρόνια πνευμονοπάθεια. Και μέσα από το αρχείο του οικογενειακού
ιατρού της βασιλικής οικογενείας, τότε, Ανδρέα Αναστασόπουλου, μαθαίνουμε την
πορεία και εξέλιξη της υγείας του, που κάθε άλλο παρά ομαλή ήταν: Από γρίππη,
εξελίχθηκε σε πνευμονία, έγινε πλευρίτιδα (η οποία, τότε, δεν αντιμετωπίζόταν
με φάρμακα), και του έγινε πλευρεκτομή. Συνέχισε με οξεία νεφρίτιδα,
καρδιοπάθεια, κ.ά. ενώ είχε και υπέρταση (που, τότε, οι ιατροί δεν την
εγνώριζαν, μάλιστα επισήμως την έλεγαν περίταση!), για την οποία επίσης δεν
υπήρχε φαρμακευτική αγωγή (ούτε καν πιεσόμετρα υπήρχαν τότε!), και
αντιμετωπιζόταν μόνον με αφαίμαξη (και βδέλλες)!
Το 1917 ο βασιλιάς μέτρησε για
πρώτη φορά την πίεσή του στην Ελβετία, και οι ιατροί την βρήκαν κάτι παραπάνω
από 20! Έκτοτε η (μεγάλη) πίεσή του έφθανε συχνάκις και 24. Παρ’ όλ’ αυτά τα
προβλήματα - συν τον έρωτα! - ο βασιλιάς πήγε στην εκστρατεία της Μ. Ασίας, με
σωληνάκι στο στήθος. Μια φορά, μάλιστα, δημόσια στο Δορύλαιον (τουρκιστί Εσκί
Σεχίρ) έπαθε κρίση παρατεταμένης επιληψίας και χρειάσθηκε αφαίμαξη για να
επανέλθει. Γι' αυτό - και όχι μόνο - ο Κωνσταντίνος Α΄ λατρεύτηκε τόσο, που οι
οπαδοί του, τον έλεγαν Κωνσταντίνο ΙΒ΄, ως συνέχεια του μεγάλου Κωνσταντίνου
Παλαιολόγου, του τελευταίου αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως. Ενώ οι
αντίπαλοί του τον κατηγορούσαν για «γερμανόφιλο». Οι ασθένειες συνέχιζαν να
επιλέγουν αυτόν τον πολιτικό άνδρα, με φανατική προσήλωση: Σηψαιμία, ουραιμία,
αναιμία, κατάθλιψη, απώλεια συνειδήσεως, και εν τέλει ο θάνατος από βαρειά
εγκεφαλική αιμορραγία στην Ιταλία.
Έτσι πέρασαν τα χρόνια πάνω από το
σώμα της Ελλάδος. Με δυο Βαλκανικούς Πολέμους, έναν Παγκόσμιο Πόλεμο, έναν
εθνικό διχασμό, μια μικρασιατική εκστρατεία, που έφερε καταστροφή και τραγωδία,
μια δικτατορία, την δίκη και εκτέλεση των Έξι στου Γουδή. Και ενδιαμέσως, για
τον Κωνσταντίνο, δυο εξορίες της βασιλικής οικογενείας.
Η πλουτομανής Πάολα, με την σειρά
της, διαπραγματεύθηκε την πώληση αυτών των επιστολών με επίδοξους αγοραστές,
λάτρεις της μυστικής διπλωματίας και του ροζ χρώματος της γαργαλιστικής
πολιτικής.
Εν τέλει, τα χειρόγραφα αυτά
καταστάλαξαν στο Ιστορικό Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών της. Γερμανίας, στο
Βερολίνο! Απ' εκεί τα ανέσυρε η δημοσιογράφος Αλεξάνδρα Στεφανοπούλου, τα
μετέφρασε και για πρώτη φορά παραδίδονται στο ελληνικό κοινό στα ελληνικά, μέσα
από το προσφάτως εκδοθέν βιβλίο της «Κωνσταντίνος-Πάολα, 100 ερωτικές
επιστολές», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Λιβάνη.
Η
συγγραφέας-δημοσιογράφος-σεναριογράφος είναι χρονογράφος της εφημερίδος
«Εστία», βραβευμένη πολλάκις, ενώ έχει εκδόσει και τα βιβλία «Μια Ελληνίδα στον
πόλεμο του Βιετνάμ», «Η στάσις της Ρωσίας για την Κωνσταντινούπολιν», «Κωστής
Παλαμάς, ο Δωδεκάλογος του Έρωτα», «Η Παγκόσμια Συνδιάσκεψη στο Ελσίνκι»,
«Άτακτοι Ηγέτες, μοιραίες γυναίκες», «13 Δεκεμβρίου 1967», κλπ.
Το βιβλίο παρουσίασαν προσφάτως στην
αίθουσα της ΕΣΗΕΑ, η δημοσιογράφος κα Σοφία Βούλτεψη, που είχε και τον
συντονισμό, ο συγγραφέας-δημοσιογράφος κ. Θ. Καρζής, η ψυχολόγος κα Ε.
Κεραμιδά, ο στρατηγός-ιατρός κ. Γρ. Σκαμπαρδώνης. Στους παρουσιαστές θα ήταν
και ο βουλευτής κ. Μ. Ανδρουλάκης, αλλά δεν μπόρεσε να έλθει «λόγω ανειλημμένων
υποχρεώσεων». Τον αντικατέστησε μια τυπική επιστολή που έστειλε. Τέτοιες
εποχές, συνήθως, οι βουλευτές δεν εμφανίζονται ακόμη και στους πλέον ασφαλείς
χώρους και στις πλέον αξιοπρεπείς εκδηλώσεις.»
9 Στρατιωτική προπαρασκευή :
Κατ΄ αρχήν κύριος μοχλός της στρατιωτικής προπαρασκευής, ήταν το αποτέλεσμα του
Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 εκ της μελέτης του οποίου τα συμπεράσματα που
εξήχθηκαν οδήγησαν την τότε στρατιωτική και πολιτική ηγεσία της Ελλάδας στην
αναδιοργάνωση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, αλλά και στην επαύξηση της
εκπαίδευσης με παράλληλο εκσυγχρονισμό των διατιθέμενων μέσων. Ένας δεύτερος
μοχλός υπήρξε ο συνεχιζόμενος Μακεδονικός Αγώνας, τρίτος επίσης μοχλός ήταν το
Κρητικό ζήτημα. Πέραν όμως αυτών τα διάφορα παράλληλα γεγονότα που συνέβαιναν
τότε στα Βαλκάνια, δεν άφηναν καμία αμφιβολία πως τα σύννεφα ενός γενικευμένου
πολέμου δεν θ΄ αργούσαν να φανούν. Και βεβαίως η Ελλάδα δεν μπορούσε να
αγνοήσει και τους ελληνογενείς πληθυσμούς της Μακεδονίας που υπέφεραν κυρίως
από τις βουλγαρικές βαρβαρότητες.
Το 1900 επί κυβέρνησης Γ. Θεοτόκη, που ανέλαβε το 1899,
συστήθηκε η «Γενική Διοίκηση Στρατού» υπό τον τότε Διάδοχο Κωνσταντίνο το 1904
εγκρίνεται και ψηφίζεται ο νέος οργανισμός του στρατού. Σύμφωνα με αυτόν ο
ελληνικός στρατός συγκροτείται από τρεις Μεραρχίες. Παράλληλα δημιουργείται το
«Ταμείο Εθνικής Αμύνης» από τους πόρους του οποίου παραγγέλθηκαν 60.000 τυφέκια
Μάνλιχερ. Η συνολική δύναμη του ελληνικού «εν ενεργεία» στρατού ανέρχονταν μέχρι
τότε σε 18.000 άνδρες από τους οποίους οι 8.000 ήταν αποσπασμένοι σε Βασιλική
Χωροφυλακή, μεταβατικά αποσπάσματα, φρουρές φυλακών, Τελωνοφυλακή, ακόμη και
Αγροφυλακή. Η υπόλοιπη στρατιωτική δύναμη ήταν κατανεμημένη σε διάφορες πόλεις
της χώρας, σε τέτοια διασπορά όμως, που ήταν αδύνατη η εκπαίδευση των μονάδων.
Το 1906 και συνέχεια της ίδιας κυβέρνηση, μετά τη
βελτίωση των δημοσίων οικονομικών, λήφθηκαν και τα πρώτα σοβαρά μέτρα
στρατιωτικής ανασυγκρότησης τα οποία και εξακολούθησαν να επιταχύνονται κατά τη
διάρκεια της μακράς θητείας της κυβέρνησης Θεοτόκη. Το Ταμείο Εθνικής Αμύνης με
μια σειρά διαταγμάτων προικοδοτήθηκε με νέους πόρους έτσι ώστε να καταστεί
δυνατή η παραγγελία άλλων 40.000 ακόμη τυφεκίων Μάνλιχερ που παραλήφθηκαν το
ίδιο έτος, ενώ συνάφθηκε δάνειο 20.000.000 δρχ. που διατέθηκε στο παραπάνω
Ταμείο για παραγγελίες υλικού επιστράτευσης και κατασκευή αποθηκών. Το ύψος
εκείνων των παραγγελιών καθώς και των ετών 1907, 1908, και 1909 (επί Θεοτόκη)
ανήλθε στο συνολικό ποσό των 77.000.000 δρχ. Έτσι το 1909 όταν μετά τη
παραίτηση του Γ. Θεοτόκη ανέλαβε ο Δ. Ράλλης ο ελληνικός στρατός είχε παραλάβει
συνολικά: 100.000 Τυφέκια Μάνλιχερ, 7.000 Αραβίδες Μάνλιχερ, 10 Πυροβολαρχίες
ταχυβόλων, 36.000.000 Φυσίγγια νέου τυφεκίου, όπως και υλικό επιστράτευσης για
δύναμη τριών μεραρχιών και κάποια δευτερεύοντα είδη που δεν είχαν ακόμη
παραληφθεί.
Ο Ελληνικός Στρατός το 1912
Ο Στρατός Θεσσαλίας στον οποίο συγκεντρώθηκε το
μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεων αποτελούνταν από: τις 1ης έως 7ης Μεραρχίες, 20
συντάγματα πεζικού, 1 σύνταγμα Κρητών, 1 τάγμα Ευζώνων, 3 Τάγματα Εθνοφρουράς,
1 ταξιαρχία ιππικού, 4 συντάγματα πεδινού και 2 μοίρες ορειβατικού πυροβολικού.
Επίσης το μηχανικό αποτελούνταν από 2 συντάγματα σκαπανέων, 1 τάγμα γεφυροποιών
και 2 λόχους τηλεγραφητών. Την δύναμη ενίσχυαν και 4 αεροσκάφη.
Ο Στρατός Ηπείρου, που ο ρόλος του θα ήταν δευτερεύων,
αποτελούνταν από την 8η Μεραρχία, 1 συντάγμα πεζικού, 4 τάγματα Ευζώνων, 1
τάγμα Εθνοφρουράς, 1 Ίλη ιππικού, 1 μοίρα πεδινού, 1 ορειβατικού και 1
τοπομαχικού πυροβολικού. Επίσης πλαισιονόταν και από έναν λόχο μηχανικού.
Ο Ελληνικός Στόλος το 1912: Εκτός
όμως των παραπάνω προμηθειών και κατασκευών αποθηκών κ.λπ. η κυβέρνηση Θεοτόκη
προώθησε τη βελτίωση του ελληνικού στόλου. Δέκα χρόνια πριν ο ελληνικός στόλος
απαρτιζόταν από απαρχαιωμένα σκάφη, με εξαίρεση τα θωρηκτά που αποκτήθηκαν το
1890 και τα τοπριλοβόλα που είχε αγοράσει η Κυβέρνηση του Τρικούπη. Έτσι το
1900 ιδρύθηκε και το «Ταμείο Εθνικού Στόλου» το οποίο και ενισχύθηκε με
2.500.000 φράγκα που κληροδότησε ο Γεώργιος Αβέρωφ ενώ κατ΄ έτος αντλούσε
επίσης 925.000 δραχμές από κονδύλια του προϋπολογισμού. Τον Νοέμβριο του 1908
ξεκινά η παραγγελία του θωρηκτού καταδρομικού κλάσης «Πίζα», που ονομάσθηκε «Γ.
ΑΒΕΡΩΦ» και κατέπλευσε μόλις το 1911. Επίσης τότε, την ίδια περίοδο (1906) και
για πρώτη φορά ξεκίνησε η σύντονη εκπαίδευση του στρατού. Ο Θεοτόκης με μια
αποφασιστική ενέργεια κατάργησε όλες εκείνες τις αποσπάσεις των αξιωματικών του
στρατού σε άλλες υπηρεσίες, αστυνομία, αποσπάσματα, φύλαξη λιμένων κ.λπ. απελευθερώνοντας
χρηματικούς πόρους. Έτσι το 1907 ξεκινά η εκπαίδευση του στρατού καθώς και των
έφεδρων τεσσάρων προηγουμένων κλάσεων. Το 1908 εκπαιδεύονται όλες οι κλάσεις
από 1900 μέχρι και 1908. Το δε 1909 συνεχίσθηκε η συμπληρωματική εκπαίδευση
τριών κλάσεων 1902, 1904 και 1906.
Στόλος
Αιγαίου
Θωρηκτά: 4 (Αβέρωφ, Σπέτσαι,Ψαρά, Ύδρα)
Αντιτορπιλλικά: 10[1] (Βέλος, Σφενδόνη, Λόγχη, Νίκη, Ναυκρατούσα, Δόκα, Νέα Γενεά, Ασπίς, Θύελλα, Κεραυνός)
Ανιχνευτικά: 4 (Λέων, Πάνθηρ, Αετός, Ιέραξ)
Τορπιλλοβόλα: 5 (11, 12, 14, 15, 16)
Υποβρύχια: 1 (Δελφίν)
Υδροπλάνα: 1
Οπλιταγωγά: 1 (Σφακτηρία)
Ναρκοθετικά: 1 (Άρης)
Ανεφοδιαστικά: 1 (Κανάρης)
Μοίρα Ιονίου:
Ατμοβάριδες: 2 (Άκτιον, Αμβρακία)
Ατμομυοδρόμωνες: 4 (Αλφειός, Αχελώος, Πηνειός, Ευρώτας)
Κανονιοφόροι: 3 (Α, Β, Δ)
Αντιτορπιλλικά: 10[1] (Βέλος, Σφενδόνη, Λόγχη, Νίκη, Ναυκρατούσα, Δόκα, Νέα Γενεά, Ασπίς, Θύελλα, Κεραυνός)
Ανιχνευτικά: 4 (Λέων, Πάνθηρ, Αετός, Ιέραξ)
Τορπιλλοβόλα: 5 (11, 12, 14, 15, 16)
Υποβρύχια: 1 (Δελφίν)
Υδροπλάνα: 1
Οπλιταγωγά: 1 (Σφακτηρία)
Ναρκοθετικά: 1 (Άρης)
Ανεφοδιαστικά: 1 (Κανάρης)
Μοίρα Ιονίου:
Ατμοβάριδες: 2 (Άκτιον, Αμβρακία)
Ατμομυοδρόμωνες: 4 (Αλφειός, Αχελώος, Πηνειός, Ευρώτας)
Κανονιοφόροι: 3 (Α, Β, Δ)
Εμπορικά: 5 (Εσπερία, Μυκάλη,Μακεδονία, Αθήναι, Αρκαδία)
Βοηθητικά: 3 (Αιγιαλεία, Μονεμβασία, Ναυπλία)
Βοηθητικά: 3 (Αιγιαλεία, Μονεμβασία, Ναυπλία)
Χωρίς αυτή τη προπαρασκευή όπως σημειώνουν σύγχρονοι
στρατιωτικοί αναλυτές η Ελλάδα θα ήταν αδύνατον να βρεθεί έτοιμη στις ραγδαίες
εκείνες εξελίξεις παρόλο τον πυρετώδη αγώνα που κατέβαλε στη συνέχεια ο
Στρατιωτικός Σύνδεσμος του 1909 και η κυβέρνηση του Ε. Βενιζέλου μεταξύ των
ετών 1909 - 1912 με ακόμη επιτάχυνση της εκπαίδευσης και του εξοπλισμού του
ελληνικού στρατού.
Σημειώνεται επίσης ότι και η Οθωμανική Αυτοκρατορία
βλέποντας μάλλον θορυβημένη την αύξηση της ελληνικής ναυτικής δύναμης
παρήγγειλε το 1910 δύο γερμανικά καταδρομικά. Η ναυτική όμως υπεροχή και
υπεροπλία της Ελλάδας ήταν ήδη δεδομένη έναντι της χαώδους κατάστασης που
επικρατούσε στον τουρκικό στόλο που ήταν αμφίβολος ακόμη και ο απόπλους του
λόγω ακριβώς της παντελούς έλλειψης ναυτικής εκπαίδευσης.
10 Η επιστολή Βενιζέλου προς τον Πρόεδρο της
επιτροπής των Νόμπελ όπου ζητά να βραβευθεί ο σφαγέας εκατομμυρίων ανθρώπων από
τις χριστιανικές (και μη) μειονότητες της Μικράς Ασίας:
«Κύριε πρόεδρε,
Επί επτά σχεδόν αιώνες όλη ή Εγγύς Ανατολή και ένα μεγάλο τμήμα τής Ευρώπης υπήρξαν το θέατρο αιματηρών πολέμων, των οποίων ή αντήχηση υπήρξε τεράστια. Ή οθωμανική αυτοκρατορία και το απολυταρχικό καθεστώς των σουλτάνων υπήρξε το βασικό αίτιο. Ή υποταγή χριστιανικών λαών σέ έναν ζυγό αφόρητης καταπίεσης, οι θρησκευτικοί πόλεμοι του Σταυρού εναντίον της Ημισελήνου, με μοιραία κατάληξη και οι αλλεπάλληλες εξεγέρσεις όλων αυτών των λαών, πού ήλπιζαν στη χειραφέτηση τους, δημιούργησαν μία κατάσταση πραγμάτων πού θα παρέμενε μόνιμη πηγή κινδύνων όσο ή οθωμανική αυτοκρατορία διατηρούσε την πορεία πού είχαν χαράξει οι σουλτάνοι.
Ή εγκαθίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας το 1922, όταν το εθνικό κίνημα του Μουσταφά Κεμάλ Πασά θριάμβευσε επί των αντιπάλων του, έθεσε οριστικώς τέρμα σ' αύτη την κατάσταση αστάθειας και έλλειψης ανεκτικότητας, της όποιας ή διατήρηση δεν θα γεννούσε παρά μόνον νέους και σοβαρούς κινδύνους για την ειρήνη στο μέλλον.
Σπανίως πραγματοποιείται σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα μία τόσο ριζική αλλαγή στη ζωή μιας χώρας. Τη θέση μιας φθίνουσας αυτοκρατορίας, ή οποία ζει υπό ένα θεοκρατικό καθεστώς, όπου ή έννοια του δικαίου και της θρησκείας συγχέονται, παίρνει ένα εθνικό και σύγχρονο κράτος, γεμάτο ζωντάνια.
Μέ τήν προτροπή του μεγάλου μεταρρυθμιστή Μουσταφά Κεμάλ Πασά, το απολυταρχικό καθεστώς των σουλτάνων καταργήθηκε και το κράτος έγινε απολύτως λαϊκό. Ολόκληρο το έθνος κινητοποιήθηκε προς τη φιλόδοξη, δίκαιη προσπάθεια να συμπεριληφθεί στην εμπροσθοφυλακή των πολιτισμένων λαών.
Όμως, το κίνημα για την εδραίωση της ειρήνης συμβάδισε με όλες τις εσωτερικές μεταρρυθμίσεις πού έδωσαν στο νέο, εντόνως εθνικό, κράτος της Τουρκίας τή σημερινή του μορφή.
Η Τουρκία ρύθμισε πράγματι όλα τα εδαφικά θέματα με τους γείτονες της και, απολύτως ικανοποιημένη από τα εθνικά και πολιτικά της σύνορα, κατέστη πραγματικός πυλώνας της ειρήνης στην εγγύς Ανατολή.
Εμείς οι Έλληνες, τους οποίους οι αιματηροί αγώνες κράτησαν επί πολλούς αιώνες σε μια κατάσταση συνεχούς αντιπαράθεσης με την Τουρκία, είμαστε οι πρώτοι πού είχαμε την ευκαιρία να αισθανθούμε τα αποτελέσματα της βαθειάς αλλαγής πού συνετελέσθη στη χώρα αυτή, τη διάδοχο της παλαιάς οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Έχοντας, από την επαύριον της καταστροφής στη Μικρά Ασία, διακρίνει την πιθανότητα μιας συνεννόησης με την αναγεννημένη Τουρκία, ή οποία βγήκε από τον πόλεμο ως εθνικό κράτος, της τείναμε το χέρι το οποίο εκείνη δέχθηκε και έσφιξε με ειλικρίνεια. Από την προσέγγιση αυτή, ή οποία μπορεί να χρησιμεύσει ως παράδειγμα των δυνατοτήτων συνεννόησης ανάμεσα σε δύο λαούς τους οποίους έχουν διαιρέσει οι πλέον σοβαρές διαφορές, εφ' όσον αφεθούν να διαποτιστούν από την ειλικρινή επιθυμία της ειρήνης, δεν προέκυψαν παρά μόνο ευεργετήματα, τόσο για τις δύο χώρες, όσο και για την ειρηνική τάξη στην Εγγύς Ανατολή.
Ό άνθρωπος στον όποιο οφείλεται ή πολύτιμη αυτή συμβολή στην υπόθεση της ειρήνης είναι ό πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας, Μουσταφά Κεμάλ Πασάς.
Έχω λοιπόν την τιμή, με την ιδιότητα μου ως αρχηγού της ελληνικής κυβέρνησης το 1930, όταν ή υπογραφή του έλληνο-τουρκικού συμφώνου σημάδεψε μια νέα εποχή στην πορεία της Εγγύς Ανατολής προς την ειρήνη, να θέσω προ των εξεχόντων μελών της επιτροπής του βραβείου Νόμπελ για την ειρήνη την υποψηφιότητα του Μουσταφά Κεμάλ Πασά, ως άξιου αυτής της επιφανούς τιμής.
Επί επτά σχεδόν αιώνες όλη ή Εγγύς Ανατολή και ένα μεγάλο τμήμα τής Ευρώπης υπήρξαν το θέατρο αιματηρών πολέμων, των οποίων ή αντήχηση υπήρξε τεράστια. Ή οθωμανική αυτοκρατορία και το απολυταρχικό καθεστώς των σουλτάνων υπήρξε το βασικό αίτιο. Ή υποταγή χριστιανικών λαών σέ έναν ζυγό αφόρητης καταπίεσης, οι θρησκευτικοί πόλεμοι του Σταυρού εναντίον της Ημισελήνου, με μοιραία κατάληξη και οι αλλεπάλληλες εξεγέρσεις όλων αυτών των λαών, πού ήλπιζαν στη χειραφέτηση τους, δημιούργησαν μία κατάσταση πραγμάτων πού θα παρέμενε μόνιμη πηγή κινδύνων όσο ή οθωμανική αυτοκρατορία διατηρούσε την πορεία πού είχαν χαράξει οι σουλτάνοι.
Ή εγκαθίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας το 1922, όταν το εθνικό κίνημα του Μουσταφά Κεμάλ Πασά θριάμβευσε επί των αντιπάλων του, έθεσε οριστικώς τέρμα σ' αύτη την κατάσταση αστάθειας και έλλειψης ανεκτικότητας, της όποιας ή διατήρηση δεν θα γεννούσε παρά μόνον νέους και σοβαρούς κινδύνους για την ειρήνη στο μέλλον.
Σπανίως πραγματοποιείται σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα μία τόσο ριζική αλλαγή στη ζωή μιας χώρας. Τη θέση μιας φθίνουσας αυτοκρατορίας, ή οποία ζει υπό ένα θεοκρατικό καθεστώς, όπου ή έννοια του δικαίου και της θρησκείας συγχέονται, παίρνει ένα εθνικό και σύγχρονο κράτος, γεμάτο ζωντάνια.
Μέ τήν προτροπή του μεγάλου μεταρρυθμιστή Μουσταφά Κεμάλ Πασά, το απολυταρχικό καθεστώς των σουλτάνων καταργήθηκε και το κράτος έγινε απολύτως λαϊκό. Ολόκληρο το έθνος κινητοποιήθηκε προς τη φιλόδοξη, δίκαιη προσπάθεια να συμπεριληφθεί στην εμπροσθοφυλακή των πολιτισμένων λαών.
Όμως, το κίνημα για την εδραίωση της ειρήνης συμβάδισε με όλες τις εσωτερικές μεταρρυθμίσεις πού έδωσαν στο νέο, εντόνως εθνικό, κράτος της Τουρκίας τή σημερινή του μορφή.
Η Τουρκία ρύθμισε πράγματι όλα τα εδαφικά θέματα με τους γείτονες της και, απολύτως ικανοποιημένη από τα εθνικά και πολιτικά της σύνορα, κατέστη πραγματικός πυλώνας της ειρήνης στην εγγύς Ανατολή.
Εμείς οι Έλληνες, τους οποίους οι αιματηροί αγώνες κράτησαν επί πολλούς αιώνες σε μια κατάσταση συνεχούς αντιπαράθεσης με την Τουρκία, είμαστε οι πρώτοι πού είχαμε την ευκαιρία να αισθανθούμε τα αποτελέσματα της βαθειάς αλλαγής πού συνετελέσθη στη χώρα αυτή, τη διάδοχο της παλαιάς οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Έχοντας, από την επαύριον της καταστροφής στη Μικρά Ασία, διακρίνει την πιθανότητα μιας συνεννόησης με την αναγεννημένη Τουρκία, ή οποία βγήκε από τον πόλεμο ως εθνικό κράτος, της τείναμε το χέρι το οποίο εκείνη δέχθηκε και έσφιξε με ειλικρίνεια. Από την προσέγγιση αυτή, ή οποία μπορεί να χρησιμεύσει ως παράδειγμα των δυνατοτήτων συνεννόησης ανάμεσα σε δύο λαούς τους οποίους έχουν διαιρέσει οι πλέον σοβαρές διαφορές, εφ' όσον αφεθούν να διαποτιστούν από την ειλικρινή επιθυμία της ειρήνης, δεν προέκυψαν παρά μόνο ευεργετήματα, τόσο για τις δύο χώρες, όσο και για την ειρηνική τάξη στην Εγγύς Ανατολή.
Ό άνθρωπος στον όποιο οφείλεται ή πολύτιμη αυτή συμβολή στην υπόθεση της ειρήνης είναι ό πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας, Μουσταφά Κεμάλ Πασάς.
Έχω λοιπόν την τιμή, με την ιδιότητα μου ως αρχηγού της ελληνικής κυβέρνησης το 1930, όταν ή υπογραφή του έλληνο-τουρκικού συμφώνου σημάδεψε μια νέα εποχή στην πορεία της Εγγύς Ανατολής προς την ειρήνη, να θέσω προ των εξεχόντων μελών της επιτροπής του βραβείου Νόμπελ για την ειρήνη την υποψηφιότητα του Μουσταφά Κεμάλ Πασά, ως άξιου αυτής της επιφανούς τιμής.
Δεχθείτε,
κύριε πρόεδρε, την έκφραση της μέγιστης εκτίμησης μου.
Υπογραφή,
Ελευθέριος Βενιζέλος,
Υπογραφή,
Ελευθέριος Βενιζέλος,
Πρωθυπουργός
της Ελλάδος».
Φυσικά περιττεύει να
αριθμήσω τις πομφόλυγες του κειμένου το οποίο είναι εξ ολοκλήρου βλακώδες, όταν
κάθεται και γράφει ότι ο σφαγέας του λαού του «θριάμβευσε επί των αντιπάλων του
αποκαθιστώντας την αστάθεια», δηλαδή τι μας λέει; Ότι είναι σπουδαίος επειδή
έσφαζε και έστελνε σε πορείες θανάτου χιλιάδες χιλιάδων ανθρώπων
«αποκαθιστώντας την τάξη» που… «του τη χαλάσαμε» εμείς οι Έλληνες επειδή
ζούσαμε για χιλιάδες χρόνια στη Μικρά Ασία και επειδή το Ελληνικό κράτος
εξεστράτευσε για να τους προστατεύσει; Τέτοιο βλακώδες κείμενο και κυρίως
πράξη, σπάνια μπορεί να βρει κανείς σε παγκόσμιο επίπεδο…
11 Θαυμάστε ήθος στρατιωτικού ο οποίος μάλιστα
θαυμάζει μεταξύ άλλων τη γερμανική πειθαρχία…
Απευθυνόμενος το Μάρτιο του 1921στον
Πρωθυπουργό Γούναρη (=ομοιδεάτης) που τον καλεί να συνδράμει στρατιωτικά στη
Μικρασιατική Εκστρατεία…
«Αποτελώ
εν σύνολον με τας ιδέας μου, τας σκέψεις μου, τας προθέσεις μου, τα πεποιθήσεις μου, τας πολιτικάς, τας
στρατιωτικάς μου γνώσεις, τας οποίας μεταχειρίζομαι ακριβώς προς υποστήριξην
των ιδεών μου δια την εθνικήν πολιτικής. Ή θα με πάρετε ολόκληρον ή θα με
αφήσετε ολόκληρον. Δεν είμαι αξιωματικός δια να σας χρησιμεύσω ως ειδικόν
τεχνικόν όργανον. Δεν είμαι όργανον. Αυτό είναι το λάθος όλων σας. Δεν είμαι πλέον αξιωματικός, πρέπει να το
εννοήσετε, δεν είμαι αξιωματικός. Δεν υπόκειμαι εις την πειθαρχίαν την
στρατιωτικήν. Είμαι πολίτης σκεπτόμενος και ενεργών αυτοβούλως.»
Όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά
οπουδήποτε αλλού, αξιωματικός που δεν δέχεται να επιστρατευτεί πάει προς
εκτέλεση, αλλά βέβαια στην Ελλάδα ο κάθε Μεταξάς μπορεί να παριστάνει τον
αντάρτη μόνο και μόνο γιατί έχει μέσο το βασιλιά. Και όλα αυτά την ίδια ώρα που
αίμα αξιωματικώ και στρατιωτών ρέει άφθονο στο μέτωπο
«…Και
εξαφθείς προσέθεσα. Δύνασθε να με
καλέσητε ως πολεμιστήν, να πολεμήσω και εγώ. Εις οιανδήποτε κλίμακαν της
ιεραρχίας μετά των άλλων. Να διοικήσω μιαν οιανδήποτε μονάδα. Είμαι έτοιμος.
Είμαι έτοιμος να μεταβώ εις την πρώτην
γραμμή και να πέσω. Σας το δηλώ αυτήν την στιγμήν. Δεν δύνασθε όμως να με
βιάσητε να μετάσχω ως αρχηγός του Επιτελείου των ευθυνών σας, εις την
διεύθυνσιν του πολέμου, ευθυνών τας οποίας δεν συμμερίζομαι…»
Και παρακάτω αναφέρει
«Θεοτόκης:
Μα ένας αξιωματικός…
Εγώ:
Μα είπαμε Θεοτόκη. Δεν είμαι αξιωματικός.
Πρέπει να συνηθίσεις με αυτήν την ιδέαν ότι δεν είμαι αξιωματικός. Θέλεις και
κάτι άλλο; Δεν είμαι ούτε καν στρατιώτης. Μέσα ου έπαυσα να είμαι στρατιώτης.
Είδα πολλά, ηννόησα περισσότερα και έπαυσα πλέον να δίδω τον εαυτόν μου ως
αφοσιωμένος άνθρωπος.»... Τέτοια συνέπεια λόγων. Η μία
πρόταση αναιρεί την άλλη!
Παρακάτω μας λέει ότι οι
Οθωμανοί έχασαν στα Γιάννενα γιατί ήταν εξαντλημένοι. Σε άλλο σημείο αναφέρει
ότι τον φώναξαν από το Λονδίνο, ήρθε και τα πήραμε (sic)…
«Του
απήντησα τότε ότι στα Ιωάννινα ευρίσκετο ένας στρατός εχθρικός αποκλεισμένος,
άνευ πόρων, άνευ εφοδιασμού. Και η νίκη μας οφείλεται κατά μέγαν μέρος εις την
εξάντλησίν του. Και αυτήν ακριβώς επεδιώξαμεν… Έπειτα τα Ιωάννινα ήσαν τέρμα. Η
κατάληψίς των ήτο και το τέρμα της εκστρατείας. Τότε ενθυμείσθε μόνος μου
ανέλαβον την ευθύνην απέναντι του βασιλέως της πτώσεως των Ιωαννίνων και
εζήτησα να φύγω από το Λονδίνον ακριβώς προς τον σκοπόν αυτόν.»
Είναι όμως και καλός στις
προβλέψεις…
«Απαντώ
εντόνως. Μη ταράττεσθε. Ο Βενιζέλος δεν επανέρχεται… Αλλά αυτά είναι υποθέσεις.
Ούτε ο Βενιζέλος είναι εκείνος που θα έσωζε την Ελλάδα, ούτε ο λαός θα πέση στα
πόδια του ποτέ. Αφήστε τα αυτά»
Τελικώς θα πέσει στα πόδια
του, όταν οι κυβερνώντες και ομοιδεάτες του θα πέσουν από τις σφαίρες των εκτελεστών
του Πάγκαλου…
Έπειτα κάνει μια σύγκριση
μεταξύ πλήρως ανόμοιων καταστάσεων όπου όχι μόνο η σύγκριση είναι βλακώδης,
αλλά και ανακριβής. Διαβάστε:
«…Σας
παρασύρει η ανάμνησις της ήττης του 1897. Αλλά η ήττα εκείνη ήτο παιγνιδάκι
μπροστά εις εκείνη η οποία ειμπορεί να επέλθη τώρα. Και έπειτα μήπως εις τα
1897 δεν διεκόψαμεν τον πόλεμον εις την μέσην; Ηγωνίσθημεν άραγε μέχρις
εσχάτων; Και μάλιστα πολλοί διέδιδον ότι ήτο ψεύτικος πόλεμος, ψεύτικη ήττα.
Και μ’ όλον τούτο, ο ελληνικός λαός ταχέως συνήλθε και χάρις εις την ήτταν του
1897, ειργάσθη, διόρθωσε τα του στρατού
του, δεν απεθαρρύνθει, παρεσκέυσε το 1912. Και τότε όλοι έλεγον. Τι βλακεία
να μη δεχθώμεν το καθεστώς της Κρήτης που μας επρότειναν εις τας αρχάς του
πολέμου…»
Προφανώς λησμονεί ο
«επαναστάτης» καραβανάς ότι δεν «διακόψαμε στη μέση» επειδή έτσι γουστάραμε,
αλλά έτρεξε η τότε κυβέρνηση παρακαλώντας την Αγγλία να μεσολαβήσει «αφήνοντας
τις τύχες πάνω της» όπως ακριβώς διατυπώθηκε το τηλεγράφημα της κυβέρνησης για
άνευ όρων παράδοση υποθηκεύοντας όχι μόνο την εδαφική ακεραιτότητα και
ανεξαρτησία αλλά και το μέλλον της χώρας για γενιές και γενιές οδηγώντας τη
χώρα στη χρεοκοπία. Και όλα αυτά γιατί εκτός του ότι η Ελλάδα δεν ήταν
προετοιμασμένη στρατιωτικά, είχε και τη Δανέζικη βασιλική οικογένεια να
παριστάνει τους στρατηλάτες…
Ίσως θέλοντας να μειώσει τις
συνέπειες εκείνης της ήττας λέει ο Μεταξάς ότι «ήταν παιγνιδάκι» αντί να πει
ότι οι φιλοδανοί (=φιλοβασιλικοί) πάνε να κάνουν το 2 στα 2… (Βαλκανικοί και Α
ΠΠ δεν πιάνονται γιατί δυστυχώς γι’ αυτούς δεν ήταν μόνοι τους στην εξουσία)…
Την ώρα που σφάζονται
μικρασιάτες Έλληνες και οι Έλληνες στρατιώτες δίνουν αγώνα να πιάσουν τους
δολοφόνους που μπαίνουν από χωριό σε χωριό, σκοτώνουν, λεηλατούν βιάζουν και
μετά φεύγουν, ο Μεταξάς, κάνοντας βόλτες στο Φάληρο δε βλέπει λόγο ανησυχίας
και αναφέρει στο Γούναρη: «…κινδυνεύει η πατρίς; Κάθε άλλο κινδυνεύει μια
πολιτική ωρισμένη, μια πολιτική την οποίαν θα ηδύνατο και να μη ακολουθήση η
Ελλάς, χωρίς να κινδυνεύση η πατρίς…»
Με άλλα λόγια, αν
συνέβαινε (όπως και τελικά συνέβη) μια καταστροφή, δεν θα εβλάπτοντο οι Έλληνες
αλλά η πολιτική του Βενιζέλου που «κακώς» κατά τη γνώμη του Μεταξά ακολούθησε ο
Γούναρης… Τέτοιες απόψεις είχαν αυτοί που κλήθηκαν να σώσουν τους Έλληνες
εκείνες τις στιγμές… Πάρτε τους και κορνιζάρετέ τους για να χουμε να φτύνουμε…
12 Πόσοι ήταν οι Έλληνες
και οι Τούρκοι στη Μικρά Ασία το 1912
Εθνικότητα ή φυλή
|
Πληθυσμός
|
|
1
|
ΕΛΛΗΝΕΣ (Ορθόδοξοι,
Δυτικοί, Μελχίτες, Διαμαρτυρόμενοι, Έλληνες πολίτες)
|
2.660.316
|
2
|
ΑΡΜΕΝΙΟΙ (Γρηγοριανοί,
Δυτικοί, Προτεστάντες)
|
637.268
|
3
|
ΚΟΠΤΕΣ ΚΑΙ ΛΑΤΙΝ
ΡΑΓΙΑΣΗ
|
10.019
|
4
|
ΤΣΙΓΚΑΝΟΙ
|
78.221
|
5
|
ΙΟΥΔΑΙΟΙ
|
56.970
|
6
|
ΟΘΩΜΑΝΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ
|
1.802.697
|
7
|
ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ ΚΡΗΤΕΣ
|
53.926
|
8
|
ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ
ΓΙΟΥΡΟΥΚΟΙ
|
1.291.861
|
9
|
ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ
ΚΙΖΙΛ-ΜΠΑΣ
|
384.834
|
10
|
ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ
ΔΕΡΒΙΣΙΔΕΣ
|
173.825
|
11
|
ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ ΛΥΚΙΑΣ
|
95.000
|
12
|
ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ ΠΙΣΙΔΙΑΣ
|
85.000
|
13
|
ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ ΛΥΚΑΟΝΙΑΣ
|
70.040
|
14
|
ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ ΠΑΜΦΥΛΙΑΣ
|
90.004
|
15
|
ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ ΑΦΣΑΡΟΙ
|
225.000
|
16
|
ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ
ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ
|
95.000
|
17
|
ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ
ΤΡΟΥΚΜΕΝΗΔΕΣ
|
95.000
|
18
|
ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ ΒΙΘΥΝΙΑΣ
|
200.000
|
19
|
ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ
ΜΕΣΟΧΑΛΔΗΝΟΙ
|
80.000
|
20
|
ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ ΛΑΖΟΙ
|
125.000
|
21
|
ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ ΣΑΝΝΟΙ
|
303.955
|
22
|
ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ
ΜΙΓΓΡΕΛΟΙ-ΑΜΠΧΑΖΟΙ
|
210.510
|
23
|
ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ
ΓΕΩΡΓΙΑΝΟΙ
|
55.000
|
24
|
ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ ΑΝΖΑΡΙΤΕΣ
|
64.000
|
25
|
ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ ΖΕΫΜΠΕΚΕΣ
|
39.880
|
26
|
ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ ΑΛΒΑΝΟΙ
|
5.300
|
27
|
ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ ΠΟΜΑΚΟΙ
|
85.823
|
28
|
ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ ΚΙΡΚΑΣΙΟΙ
|
433.582
|
29
|
ΚΟΥΡΔΟΙ
|
119.834
|
30
|
ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ ΕΚ
ΒΟΣΝΙΑΣ-ΕΡΖΕΓΟΒΙΝΗΣ
|
64.462
|
31
|
ΣΥΡΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ
|
67.744
|
32
|
ΔΥΤΙΚΟΙ
|
30.397
|
33
|
ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ
ΤΑΤΑΡΟΙ-ΠΕΡΣΕΣ
|
78.518
|
ΣΥΝΟΛΟ
|
9.868.706
|
(ΤΟΥΡΚΙΚΑ ΒΙΛΑΕΤΙΑ) ΑΡΜΕΝΙΑ ΚΑΙ
ΚΟΥΡΔΙΣΤΑΝ
1
|
ΑΡΜΕΝΙΟΙ
|
860.000
|
|
2
|
ΚΟΥΡΔΟΙ
|
855.000
|
|
3
|
ΤΟΥΡΚΜΟΜΑΝΟΙ
|
40.000
|
|
4
|
ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ ΚΙΖΗΛ
ΜΠΑΣ
|
242.580
|
|
5
|
ΤΟΥΡΚΟΙ
|
30.500
|
|
6
|
ΕΛΛΗΝΕΣ
|
31.214
|
|
7
|
ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ ΚΙΡΚΑΣΙΟΙ
|
27.500
|
|
8
|
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΣΥΡΟΙ
|
9.990
|
|
9
|
ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ ΣΥΡΟΙ
|
8.000
|
|
10
|
ΧΑΛΔΑΙΟΙ (ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ)
|
25.020
|
|
11
|
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΙΑΚΩΒΙΤΕΣ
|
28.744
|
|
12
|
ΓΕΖΙΤΕΣ (μεταξύ Ισλάμ
και Χριστιανισμού)
|
17.263
|
|
13
|
ΚΟΠΤΕΣ ΤΣΙΓΚΑΝΟΙ
|
3.988
|
|
14
|
ΝΕΣΤΟΡΙΑΝΟΙ
|
92.000
|
|
15
|
ΞΕΝΟΙ ΗΜΕΔΑΠΟΙ
|
4.986
|
|
16
|
ΛΑΤΙΝΟΙ
|
18
|
|
17
|
ΙΟΥΔΑΙΟΙ
|
6.506
|
|
18
|
ΞΕΝΟΙ
|
1.220
|
|
19
|
ΛΟΙΠΟΙ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ
|
366.000
|
|
ΣΥΝΟΛΟ
|
|||
Ως γνωστόν
ένα από τα κυριότερα επιχειρήματα όσων κατέκριναν και κατακρίνουν την
Μικρασιατική Εκστρατεία είναι ότι η Μικρά Ασία κατοικούνταν στη συντριπτική
πλειοψηφία της από Τούρκους, ότι οι Έλληνες ήταν μια μικρή μειονότητα και
συνεπώς δεν είχε δικαίωμα το ελληνικό έθνος να ζητήσει τμήμα της Μικρασίας. Το
κατά πόσο αληθεύει η άποψη για την "τουρκική Μικρά Ασία" φαίνεται από
έρευνες που δε βασίζονται στην τουρκική προπαγάνδα και μάλιστα την εποχή των
μεγάλων διώξεων.
Αρχικά ας
δούμε τα πληθυσμιακά στοιχεία για την Μικρά Ασία από το βιβλίο του Γεώργιου Κ.
Σκαλιέρη "Λαοί και Φυλαί της Μικράς Ασίας" πρώτη έκδοση Ιούνιος 1922,
επανέκδοση από τις εκδόσεις ΡΗΣΟΣ, 1990, αντιγράφουμε το συνολικό πληθυσμό κατά
φυλές κι εθνότητες, σε Μικρά Ασία και σε Αρμενία/Κουρδιστάν, όπως ήταν πριν την
αρχή των εκτοπισμών και διωγμών κατά των Χριστιανών από το Οθωμανικό κράτος,
στα 1913:
Μικρά Ασία
Το σύνολο
του πληθυσμού της Μικρασίας συμπεριλαμβανομένης και της τουρκικής
Αρμενίας-Κουρδιστάν ανέρχονται σε 12.512.846
Οι Τούρκοι
(Οθωμανοί και λοιπές τουρκόφωνες μουσουλμανικές φυλές) συνολικά αποτελούν:
6.940.060, δηλαδή μόλις το 55,46% του συνολικού πληθυσμού. Αυτό το ποσοστό
εννοούν οι Έλληνες μαρξιστές και οι πάσης φύσεως νεροκουβαλητές τους όταν
μιλάνε περί Μικρασίας-Αρμενίας-Κουρδιστάν ως το "καθαρά Τουρκικό μέρος της
οθωμανικής αυτοκρατορίας"…
Οι
Έλληνες, Αρμένιοι, Κούρδοι, Νεστοριανοί και λοιποί Χριστιανοί συνολικά ανέρχονται
σε 5.401.167, δηλαδή 43,16% του πληθυσμού. Αυτό το 45% του πληθυσμού της
"Ασιατικής Τουρκίας" έπρεπε, σύμφωνα με τους Έλληνες διεθνιστές και
λοιπές προοδευτικές δυνάμεις να συνεχίσει να ανέχεται τη βαρβαρότητα τις
διώξεις και τις γενοκτονίες εκ μέρους των Τούρκων, του άλλου μισού πληθυσμού,
απλά και μόνο επειδή ο Λένιν είχε συμμαχήσει με τον Κεμαλισμό.
Προφανώς
για το Μεταξά, το Γουναρη και τους ομοιδεάτες τους κομμουνιστές δεν είχαν αυτοί
δικαίωμα στο να απαλλαχθούν από τον τουρκικό ζυγό.
Μιλάμε για
πεντέμισυ εκατομμύρια ανθρώπους στα 1913, που με τον ρυθμό άυξησης του
πληθυσμού στην Ανατολία σήμερα θα ήταν 30 εκατομμύρια.
Ε, αυτοί
έπρεπε να σφαγούν για χάρη της "προοδευτικής κεμαλικής
Τουρκίας", και η απελευθερωτική εκστρατεία των Ελλήνων να αποκληθεί
"ιμπεριαλιστική".
Σε ότι
αφορά τις "σφαγές του Ελληνικού στρατού εις βάρος των Τούρκων".
Παρεκτροπές φυσικά υπήρξαν (όχι βέβαια αυτές που παρουσίαζαν οι Τούρκοι στους
Δυτικούς και τις οποίες διέπρατταν οι τσέτες για να τις ρίξουν στους Έλληνες
και να θολώσουν τα νερά για το ποίος ευθύνεται για τις σφαγές). Ειδικότερα κατά
την άτακτη υποχώρηση του στρατού. Δε μπορούν όμως αυτές οι παρεκτροπές, αφενός
ούτε αριθμητικά να συγκριθούν με τις σφαγές που διενήργησαν οι Τούρκοι μεταξύ
1911-1922, αλλά αφετέρου ούτε και να συγκριθούν (όντας μη προμελετημένες) με
την προμελετημένη γενοκτονία που είχε σχεδιασθεί και εκτελεσθεί από τις ηγεσίες
του τουρκικού κράτους εις βάρος των χριστιανών υπηκόων του. "Οι
Χριστιανοί της Τουρκίας πρέπει ή να εκτουρκιστούν ή να διωχθούν", είχαν
αποφασίσει οι Νεότουρκοι συνέχεια των οποίων ήταν ο Κεμαλισμός. ΟΛΟΙ ΟΙ
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ, Έλληνες και Αρμένιοι.
Επίσης
βλακωδης είναι και η άρνηση της γενοκτονίας; Άντε ένας, άντε δύο να έπεσαν
τυχαία στις κάνες των όπλων του Κεμάλ, αλλά ένα εκατομμύριο; Σημειωτέον οτι από
τα 3,2 εκατομμύρια που ζούσαν το 1912 σε Α.Θράκη και Μ. Ασία, γύρισαν εδώ περί
το 1,6εκατομμύρια (1,28 το 1923 και οι υπόλοιποι πιο πριν), έφυγαν στη Ρωσία
περί τις 200.000-300.000, έμειναν στην Κωνσταντινούπολη περί τις 150.000, άρα
σφάχτηκαν 1.200.000.
Είμαι
τουλάχιστον γραφικό αν όχι σκόπιμο, να αντιπαραβάλονται οι ατομικές ενέργειες
στρατιωτών ή έστω τμημάτων που κυνηγούν ληστές (=τσέτες) ή βρίσκονται υπό
άτακτη υποχώρηση, με τις προσχεδιασμένες και προμελετημένες ενέργειες ενός
κράτους που ήθελε να εκτουρκίσει ή να σφάξει το 40 % των υπηκόων του, και
μάλιστα το έλεγε επίσημα;
Κι όλα
αυτά τη στιγμή που η Σμύρνη έπλεε στο αίμα, των μουσουλμάνων της Β. Ελλάδας δεν
πειράχτηκε ούτε μια τρίχα της κεφαλής τους, ενώ θα μπορούσε κάλλιστα το
ελληνικό κράτος να απειλήσει ή να εφαρμόσει αντίποινα εναντίον τους ώστε ο
Κεμάλ (και οι προκάτοχοί του, από το 1915 και μετά) να σταματήσει τις σφαγές
των Μικρασιατών; Εμείς όμως δεν κάναμε τέτοια πράγματα.
Σε ένα
πόλεμο γίνονται αρκετά άσχημα πράγματα, όμως γενικεύσεις που εξισώνουν θύμα και
θύτη, και μάλιστα παραγνωρίζουν το ιστορικό υπόβαθρο της συμπεριφοράς του
θύματος. Οι Τούρκοι επί αιώνες έσφαζαν άοπλους Ρωμιούς, είναι λογικό κάποτε να
σφάξουν και οι Ρωμιοί, αλλά η μια σφαγή διαφέρει από την άλλη: το θύμα
εκδικείται, ενώ ο θύτης που επί αιώνες έσφαζε γιατί του το επέβαλε το Κοράνι ή
οι φυλετικές του προκαταλήψεις, δεν έχει καμιά δικαιολογία. Είναι απαράδεκτες.
Είναι σαν
να εξισώνεται ο αντισημιτισμός των Παλαιστινίων που υπέφεραν και
υποφέρουν από το Ισραήλ, με τον αντισημιτισμό των Ναζί στους οποίους
τίποτε δεν έφταιξαν οι Εβραίοι.
Στο
συνέδριο του κόμματος των Νεοτούρκων, τον Οκτώβριο του 1911 είχε αποφασισθεί:
"Η Τουρκία πρέπει να γίνει μια ουσιαστικά μουσουλμανική χώρα(..) Αργά ή
γρήγορα πρέπει να επιτευχθεί η ολοκληρωτική οθωμανοποίηση (διάβαζε
τουρκοποίηση) όλων των υπηκόων της αυτοκρατορίας.
Είναι
πάντως ξεκάθαρο πως αυτό δε μπορεί να επιτευχθεί με την πειθώ και ως εκ τούτου
πρέπει να προσφύγουμε στην ένοπλη βία (..)Πρέπει να αρνηθούμε στις άλλες
εθνότητες το δικαίωμα να έχουν δικές τους οργανώσεις. Κάθε μορφή αποκέντρωσης
συνιστά προδοσία της Τουρκικής Αυτοκρατορίας. Οι άλλες εθνότητες είναι αμελητέα ποσότητα ..."...
Εύλογη η
ένσταση πως τα παραπάνω πληθυσμιακά στοιχεία είναι ίσως νοθευμένα για λόγους
εθνικού ελληνικού συμφέροντος. Ο Γ. Σκαλιέρης στην αρχή του βιβλίου αυτού
παραθέτει στατιστικά στοιχεία ξένων: Ο Malte-Brun στην "Geographie
Universelle" 1875 (tom. V) γράφει "Η Μ.Ασία έχει 8-9
εκ. κατοίκων εξ ων τα 5 είναι Μουσουλμάνοι και οι άλλοι Έλληνες Ορθόδοξοι."
Ο M. Ph.
Le Bas στο Asia Mineure 1878 γράφει "Οι Έλληνες κι οι Αρμένιοι της Μικράς
Ασίας ανέρχονται σε 3 εκατομμύρια, οι μουσουλμάνοι σε πέντε. Αν αφαιρεθούν οι
Κούρδοι και τα νομαδικά φύλα, οι Τούρκοι ούτε εις τέσσερα εκατομμύρια
φτάνουν".
Ο Γάλλος
αξιωματικός L. Lamouche, που επισκέφτηκε ως μέλος επίσημης αποστολής την
Τουρκία, στο L' organisation Militaire de l' Empire Ottoman γράφει "Οι Τούρκοι δεν υπερβαίνουν τα 38% του
πληθυσμού της χώρας". Ο Fontanier στο Voyages en Orient, Paris 1829 γράφει "γίνεται λόγος περί Τουρκικής
πλειονοψηφίας ενώ αυτή δεν υπάρχει".
Ο Τούρκος
Refik Nevzad στο La Federation Ottomane, Paris 1915 λέει πως οι Τούρκοι μαζί με
τους εξοθωμανισθέντες ανέρχονται στο 44,8%. Τέλος, η συμφωνία μεταξύ των
Τουρκων και των εν Τουρκια ελληνικών πολιτικών οργανώσεων στις αρχές του 1912
κάνει λόγο για 2,5 εκατομμύρια Έλληνες στη Μικρα Ασία (μαζί με τα σαντζάκια
Αδάνων και Αντάκιας), οπότε τα 2,66 εκατομμύρια που αναφέρει ο Σκαλιέρης δεν
απέχουν και πολύ από την αλήθεια.
Τη συμφωνία
αυτή είχαν δεχθεί όχι τίποτα παρακατιανοί Τούρκοι, αλλά ο τότε Μέγας Βεζύρης
Κιαμήλ Πασάς, ο τότε καθηγητής συνταγματικού δικαίου μετέπειτα εν
Ρώμη αντιπρόσωπος της Κεμαλικής Εθνοσυνέλευσης Αρίφ Μπέης, Στρατάρχες,
πολλοί στρατιωτικοί και αριστοκράτες Τούρκοι. Και είχαν μάλλιστα υποσχεθεί για
περισσότερες έδρες, δηλαδή πως υπήρχε περισσότερος των 2,5 εκατομμυρίων
πληθυσμός Ελληνικός στην Μικρά Ασία.
13 Σε ότι αφορά το Γούναρη και την κυβέρνησή του που
πρόσφατα έσπευσαν οι δικαστικοί να αθωώσουν τους «έξι» (μόνο αναπαράσταση δεν
έκαναν) και που παραδόξως η αριστερά ούτε καν αντετέθη έστω λεκτικά (όπως
γίνεται σε άλλα θέματα για… «ψύλλου πήδημα»), το 1922 διαφαινόταν ότι ήταν πλέον θέμα χρόνου η αντεπίθεση του
Κεμάλ, η κατάρρευση του ελληνικού μετώπου και η καταστροφή του μικρασιατικού
ελληνισμού. Παρά ταύτα η φιλοβασιλική κυβέρνηση των Αθηνών με νομοσχέδιο που
εισήγαγε για ψήφιση στη Βουλή την 31 Μαΐου 1922 έκλεινε προληπτικά την είσοδο
στην Ελλάδα των αναμενόμενων προσφύγων. Στην εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ (φύλλο της 1ης
Ιουνίου 1922) δημοσιεύτηκε το περιεχόμενο του νομοσχεδίου αυτού:
«Περί παρανόμου μεταφοράς προσώπων,
ομαδόν (= ομαδικά) ερχομένων εις ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής»
«Απαγορεύεται η
εις την Ελλάδα αποβίβασις προσώπων ομαδόν αφικνουμένων εκ της αλλοδαπής, εφ’
όσον ταύτα δεν είναι εφοδιασμένα διά τακτικών διαβατηρίων νομίμως τεθεωρημένων
ή διά των εγγράφων των εκάστοτε οριζομένων διά Β. Δ.(=βασιλικών διαταγμάτων)».
«Πας πλοιοκτήτης,
πράκτωρ, πλοίαρχος ή άλλο οιονδήποτε μέλος του πληρώματος πλοίου τινός, όστις
ήθελεν αναλάβει όπως διευκολύνη ή δεχθή την εις την Ελλάδα μεταφοράν των περί
ων η απαγόρευσις προσώπων, τιμωρείται διά φυλακίσεως 6 τουλάχιστον μηνών και διά
χρηματικής ποινής από 3.000 – 10.000 δραχμών δι’ έκαστον κατά παράβασιν του
παρόντος νόμου μεταφερόμενον πρόσωπον».
«Προκειμένου περί
πλοιάρχου ή άλλου μέλους του πληρώματος η καταδικαστική απόφασις δύναται να
επιφέρη εις βάρος του ενόχου και την οριστικήν ή προσωρινήν στέρησιν του
δικαιώματος της παρ’ αυτού ασκήσεως του ναυτικού επαγγέλματος. Αι υποθέσεις
αύται εισάγονται δι’ απευθείας κλήσεως ενώπιον του αρμοδίου Πλημμελειοδικείου.
Το ενεργήσαν παράνομον μεταφοράν πλοίον θεωρείται υπέγγυον (=δεσμευμένο από το κράτος) διά την πληρωμήν της
χρηματικής ποινής, της Λιμενικής αρχής υποχρεουμένης να μην επιτρέπη τον
απόπλουν μέχρι της καταβολής της χρηματικής ποινής».
Υπάρχουν και άλλες γραπτές πηγές που
δείχνουν την προσπάθεια της φιλοβασιλικής κυβέρνησης να αποτρέψει την άφιξη
στην Ελλάδα Μικρασιατών προσφύγων. Στις 17 Αυγούστου 1922, όταν είχε αρχίσει η
κατάρρευση του μετώπου, ο Ύπατος Αρμοστής Σμύρνης Αριστείδης Στεργιάδης έστειλε
τηλεγράφημα στην κυβέρνηση των Αθηνών: «Αποστείλατε τάχιστα πλοία προς παραλαβήν
στρατού μετά υλικού πολέμου και του πληθυσμού». Την επόμενη μέρα ο
πρωθυπουργός Δ. Γούναρης του απάντησε: « Αποφύγετε δημιουργία προσφυγικού
ζητήματος» (εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ, φύλλα από 5 έως 13 Ιανουαρίου 1930).
Βέβαια, όταν ο Κεμάλ κατέλαβε τη
Σμύρνη, η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορούσε να μείνει άπραγη μπροστά στο δράμα
του μικρασιατικού ελληνισμού. Έστειλε πλοία, τα οποία μετέφεραν στην Ελλάδα
χιλιάδες πρόσφυγες. Ασφαλώς τα πληρώματα των πλοίων δεν έλεγξαν αν οι δυστυχείς
αυτοί άνθρωποι είχαν διαβατήρια «νομίμως τεθεωρημένα».
Ωστόσο με εντολή της κυβέρνησης κρατούσαν δεμένα 60
Ελληνικά εμπορικά πλοία στο
λιμάνι της Μυτιλήνης και της Χίου , πλοία που είχαν σπεύσει εκεί για να
παραλάβουν τους πρόσφυγες και ήταν στο λιμάνι της Χίου πολλές μέρες πριν οι Τούρκοι.
λιμάνι της Μυτιλήνης και της Χίου , πλοία που είχαν σπεύσει εκεί για να
παραλάβουν τους πρόσφυγες και ήταν στο λιμάνι της Χίου πολλές μέρες πριν οι Τούρκοι.
Ο Ελληνικός στόλος απεχώρησε στις 25/8/22 από την Σμύρνη
και τις άλλες Ιωνικές παράλιες πόλεις χωρίς να παραλάβει κανένα πρόσφυγα και
παραδίνοντας την στους Τούρκους που μπήκαν στην Σμύρνη στις 27/8/1922.
Δέησαν να παραλάβουν τους πρόσφυγές μετά 17 ημέρες,
δηλαδή από τις 11/9/1922 έως και 17/9/22 κατόπιν συμφωνίας με τον Κεμάλ με την
μεσολάβηση των ξένων δυνάμεων.
Ουσιαστικά δηλαδή για δεκαεπτά (17) ημέρες άφησαν τους
Μικρασιάτες αβοήθητους στο έλεος των Τούρκων και των Τσετών.
Έτσι ξεπούλησαν και πρόδωσαν τους Μικρασιάτες αφήνοντας
τους να σφαγούν ανηλεώς και να ολοκληρωθεί με μεγάλη επιτυχία η ΕΘΝΟΚΑΘΑΡΣΗ των
Μικρασιατών και των Αρμενίων από τις άτακτες ομάδες των Τούρκων οι οποίες
ξεκίνησαν το έργο τους με την πυρπόληση της Αρμενικής συνοικίας. Οι μόνοι που
σώθηκαν εγκαίρως ήταν όσοι πέρασαν απέναντι χάρη στους φτωχούς βαρκάρηδες και
καΐκέρηδες που αψήφησαν το επαίσχυντο νόμο της κυβέρνησης Γούναρη-Πρωτοπαπαδάκη
που απαγόρευε την μετανάστευση των μικρασιατών στην Ελλάδα
Σε ότι αφορά το πολεμικό ναυτικό φαίνεται ότι όλος ο
ενθουσιασμός τους καταναλώθηκε στο πώς θα ανατρέψουν την κυβέρνηση των Αθηνών
με συνέπεια αντί να βρίσκονται στην Προκυμαία της Σμύρνης να παραλαμβάνουν
πρόσφυγες (ει μη να ρίξουν και καμιά τουφεκιά αν χρειαζόταν), έκοβαν τσάρκες
στο Αιγαίο… Συγκεκριμένα Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1922, δηλαδή δύο ημέρες πριν
από την έναρξη της καταστροφής της πόλης, είχε εκδηλωθεί στρατιωτικό κίνημα στη
Χίο και τη Μυτιλήνη. Τούτο είχε ως συνέπεια όλος σχεδόν ο ελληνικός στόλος με
το σύνολο των επίτακτων πλοίων να τεθεί υπό τους κινηματίες για τη μεταγωγή του
ελληνικού στρατού προς το Λαύριο, προκειμένου να επικρατήσει η επανάσταση στην
Αθήνα. Μάλιστα δε, το ελληνικό θωρηκτό Κιλκίς που ναυλοχούσε και είχε ως βάση
τη Σμύρνη, με την έκρηξη του κινήματος και υπό τον κυβερνήτη πλοίαρχο Δεμέστιχα
μετέβη στη Σάμο όπου και παρέμεινε προκειμένου να επιβάλει την επανάσταση παρότι
οι καπνοί της καταστροφής, (κατά την ημέρα), και το φέγγος της πυρκαγιάς, (κατά
τη νύχτα), ήταν ορατά τόσο από τη Χίο όσο και από τη Σάμο.
Στις 15 Σεπτεμβρίου 1922 κατά την τρίτη ημέρα της
καταστροφής της Σμύρνης το θωρηκτό Κιλκίς απέπλευσε και ενώθηκε με το θωρηκτό
Αβέρωφ, μεταξύ Χίου και Σάμου, που κατερχόταν ολοταχώς το Αιγαίο προς Πειραιά,
προερχόμενο από την Κωνσταντινούπολη, αφού προηγουμένως είχε σημειωθεί ανταρσία
και είχε αποχωρήσει από τη Διασυμμαχική Ανταντική Ναυτική Δύναμη, που
ναυλοχούσε στο Βόσπορο, (στην οποία είχε ενταχθεί μετά την υπογραφή της
ανακωχής του Μούδρου), υπό τον κινηματία κυβερνήτη Αντιπλοίαρχο Γ. Χατζηκυριάκο
14 Ο ελληνοιταλικός και ελληνογερμανικός πόλεμος του 40-41 θα
δοξάζει αιώνια την νεώτερη ελληνική ιστορία. Αλλά επειδή ένας λαός δεν ζει μόνο
με δόξα αλλά πρέπει τα διδάγματα να γίνονται μαθήματα ώστε τα λάθη να μην
επαναλαμβάνονται, πρέπει κάποια στιγμή να τεθεί η συγκεκριμένη ιστορική
περίοδος στις σωστές της βάσεις και όχι κάτω από το κομματικό – ιδεολογικό
πρίσμα του κάθε βασιλικού, εθνικιστή ή μαρξιστή συγγραφέα.
Ο Μεταξάς ήταν γερμανόφιλος αλλά πάνω από γερμανόφιλος
ήταν φιλοδανός (= «φιλοβασιλικός») για το λόγο ότι ανελίχθη λόγω των γνωριμιών
του με τους Γλύξμπουργκ. Το δε Γεώργιος τον είχε εκπαιδεύσει ο ίδιος, ότανακόμα
ζούσε ο Κωνσταντίνος. Γεώργιος όμως ήταν Αγγλόφιλος (μάλλον από
ανάγκη) οπότε θέλοντας και μη πολέμησε εναντίον των Γερμανών.
Ο Μεταξάς μπορεί να πίστευε ότι τελικός
νικητής θα ήταν οι Άγγλοι και οι σύμμαχοί τους, αλλά ούτε στιγμή δεν πίστεψε
ότι υπήρχε περίπτωση νίκης εναντίον των Ιταλών και πολύ περισσότερο εναντίοντων
Γερμανών (όταν αυτοί θα εισέβαλαν όπως και έκαναν αλλά μετά το θάνατό του, επι
Κορυζή).
Το πιθανότερο είναι ότι θεωρούσε ότι θα
πολεμούσαν για την τιμή των όπλων, ή όπως ανέφερε ο υποστράτηγος Π. Πετρόπουλος
, Διευθυντής τότε του ΙΙΙ Γραφείου επιχειρήσεων της VIII Μεραρχίας που
αντιμετώπισε το κύριο βάρος της εχθρικής επίθεσης στην Ήπειρο « Η Ανώτατη
ηγεσία δεν επίστευεν εις την νίκην , αλλά ήθελεν να ρίψωμεν μερικούς
πυροβολισμούς δια την τιμήν των όπλων μας»
Ο ίδιος ο Μεταξάς λοιπόν, αναφερόμενος στο
παρασκήνιο που είχε προηγηθεί και του αναγκαστικού μονόδρομου της ελληνικής
απάντησης στην επιθετική ενέργεια των Ιταλών το 1940 γίνεται ιδιαιτέρως
αποκαλυπτικός στην ανακοίνωσή του «προς τους ιδιοκτήτας και αρχισυντάκτας
του Αθηναϊκού Τύπου εις το Γενικόν Στρατηγείον» στις 30 Οκτωβρίου 1940,
όπου παρουσίασε την πραγματική κατάσταση και τις συνομιλίες που είχαν προηγηθεί
με τον Άξονα. Μεταξύ των πολλών που ανέφερε είναι τα εξής (οι υπογραμμίσεις της
σελίδας):
«…Μη νομίσητε ότι η απόφασις του ΟΧΙ πάρθηκε έτσι, σε μια στιγμή. Μη φαντασθήτε ότι εμπήκαμε στον πόλεμο αιφνιδιαστικά. Ή ότι δεν έγινε παν ό,τι επετρέπετο και μπορούσε να γίνει διά να τον αποφύγωμε… Θα σας αποκαλύψω τώρα, ότι τότε διέταξα να βολιδοσκοπηθή καταλλήλως το Βερολίνον… Εις σχετικάς βολιδοσκοπήσεις προς την κατεύθυνσιν του Αξονος μού εδόθη να εννοήσω σαφώς ότι μόνη λύσις θα μπορούσε να είναι μία εκουσία προσχώρησις της Ελλάδος εις την «Νέαν Τάξιν»…»
«…Συγχρόνως όμως μου εδόθη να εννοήσω ότι η ένταξις εις την Νέαν
Τάξιν προϋποθέτει προκαταρκτικήν άρσιν όλων των παλαιών διαφορών με τους
γείτονάς μας… Με καταφανή προσπάθειαν αποφυγής σαφούς καθορισμού, μου εδόθη να
καταλάβω ότι η
προς τους Ελληνας στοργή του Χίτλερ ήτο αι εγγυήσεις ότι αι θυσίαι αυταί
θα περιωρίζοντο «εις το ελάχιστον δυνατόν». Οταν επέμεινα να κατατοπισθώ,
πόσον επί τέλους θα μπορούσε να είναι αυτό το ελάχιστον τελικώς, μας εδόθη να
καταλάβωμεν ότι τούτο συνίστατο εις μερικάς ικανοποιήσεις
προς την Ιταλίαν, δυτικώς μέχρι Πρεβέζης, ίσως και προς τη Βουλγαρίαν,
ανατολικώς μέχρι Δεδεαγάτς.»
«Δηλαδή θα έπρεπε: διά να αποφύγωμεν τov πόλεμον, να γίνωμεν εθελονταί δούλοι και να πληρώσωμεν αυτήν την τιμήν… με το άπλωμα του δεξιού χεριού της Ελλάδος προς ακρωτηριασμόν από την Ιταλίαν και του αριστερού προς ακρωτηριασμόν από την Βουλγαρίαν. Φυσικά δεν ήτο δύσκολον να προβλέψη κανείς ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν οι Αγγλοι θα έκοβαν και αυτοί τα πόδια της Ελλάδος. Και με το δίκαιόν των…».
15 Λίγες μόνο εβδομάδες μετά την κήρυξη του
πολέμου, o Βενιζέλος είχε διατυπώσει την άποψη στο υπουργικό συμβούλιο πως ο
πόλεμος μέσα σε τρεις εβδομάδες θα τελειώσει και πρέπει να σπεύσει η Ελλάδα να
συμμετάσχει σ΄ αυτόν για να μην χάσει τα κέρδη της.
16 «Γιατί τέτοιο μένος με τον Κωνσταντίνο;»
αναρωτιούνται ακόμα και σήμερα οι αφελείς και οι φανατικοί φιλοδανοί
(=»φιλοβασιλικοί). Ας δώσουμε άλλο ένα παράδειγμα: Στο γενικότερο πλαίσιο της
παρελκυστικής πολιτικής του που δεν ήταν απλά γερμανόφιλη αλλά καθοριζόταν από
τη Γερμανική Πρεσβεία, ο Κωνσταντίνος όλο το διάστημα από το 1915 έως το 1917 εξαπατούσε
τους συμμάχους και «διερρήγνυε τα ιμάτιά του» λέγοντας ότι τον παρεξήγησαν, ότι
δεν είναι γερμανόφιλος, ότι ευχαρίστως θα βγει η Ελλάδα στον πόλεμο αν της έδιναν
ικανοποιητικά ανταλλάγματα, ότι το συζητάει το πράγμα, κλπ, κλπ. Βέβαια από
κάποια στιγμή και μετά κατάλαβαν ότι τους δούλευε, και όταν η υπομονή τους εξαντλήθηκε
αφού μέχρι και ανταρτοπόλεμο οργάνωσε, τον εκθρόνισαν.
Ας δούμε όμως ένα υπόδειγμα της διπροσωπίας του Κωνσταντίνου. Σε δήλωσή του Κωνσταντίνου προς τον απεσταλμένο της Γαλλικής κυβέρνησης Ντενύ Κοσεν στις 5/11/1915 αναφέρει:
«Λοιπόν Κύριε Κοσέν, ενομίζατε οτι θα έπέφτατε μέσα σέ «Μπος» (γουρούνια, ώς απεκάλουν οί Γάλλοι χλευαστικώς τους Γερμανούς) . Όμολογηστε, οτι έγελαστηκατε ! Φαντάζομαι, οτι θα είσθε απολύτως ευχαριστημένος απο την υποδοχήν που σας έκαμεν ο Λαός μου. Εις την Γαλλίαν μέ κρίνετε πολύ άσχημα. Με φαντάζεσθε αφωσιωμένον είς την Γερμανίαν ! Δεν είναι τούτο αληθές. Τρέφω πολλήν συμπάθειαν πρός την Γαλλίαν. 'Αλλα δέν είμαι ούτε Γερμανός, ούτε Γάλλος. Είμαι Έλλην και μόνον 'Έλλην. Είς την 'Ελλάδα έγεννηθηκα και έζησα και των 'Ελλήνων είμαι Βασιλεύς. Είναι μεγάλη ανοησία να μού ζητούν να υπερασπίσω άλλα συμφέροντα, πλην των 'Ελληνικών. Μεταξυ τής 'Ελλάδος και της Γαλλίας εδημιουργήθησαν βαθείαι παρεξηγήσεις είς βάρος της 'Ελλάδος. Δύο φοράς έως τώρα, τον Απρίλιον και τον Σεπτέμβριον εξουσιοδότησα την Κυβέρνησίν μου να ύποβάλλει προς την Γαλλικην προτάσεις, αίτινες θα ήδύναντο να άγουν την 'Ελλάδα είς πολεμικην συνεργασίαν προς τους Στρατους τών Συμμάχων. Διατί η Γαλλία δεν μου έκαμε την τιμήν να μου απαντήσει;"
Ας δούμε όμως ένα υπόδειγμα της διπροσωπίας του Κωνσταντίνου. Σε δήλωσή του Κωνσταντίνου προς τον απεσταλμένο της Γαλλικής κυβέρνησης Ντενύ Κοσεν στις 5/11/1915 αναφέρει:
«Λοιπόν Κύριε Κοσέν, ενομίζατε οτι θα έπέφτατε μέσα σέ «Μπος» (γουρούνια, ώς απεκάλουν οί Γάλλοι χλευαστικώς τους Γερμανούς) . Όμολογηστε, οτι έγελαστηκατε ! Φαντάζομαι, οτι θα είσθε απολύτως ευχαριστημένος απο την υποδοχήν που σας έκαμεν ο Λαός μου. Εις την Γαλλίαν μέ κρίνετε πολύ άσχημα. Με φαντάζεσθε αφωσιωμένον είς την Γερμανίαν ! Δεν είναι τούτο αληθές. Τρέφω πολλήν συμπάθειαν πρός την Γαλλίαν. 'Αλλα δέν είμαι ούτε Γερμανός, ούτε Γάλλος. Είμαι Έλλην και μόνον 'Έλλην. Είς την 'Ελλάδα έγεννηθηκα και έζησα και των 'Ελλήνων είμαι Βασιλεύς. Είναι μεγάλη ανοησία να μού ζητούν να υπερασπίσω άλλα συμφέροντα, πλην των 'Ελληνικών. Μεταξυ τής 'Ελλάδος και της Γαλλίας εδημιουργήθησαν βαθείαι παρεξηγήσεις είς βάρος της 'Ελλάδος. Δύο φοράς έως τώρα, τον Απρίλιον και τον Σεπτέμβριον εξουσιοδότησα την Κυβέρνησίν μου να ύποβάλλει προς την Γαλλικην προτάσεις, αίτινες θα ήδύναντο να άγουν την 'Ελλάδα είς πολεμικην συνεργασίαν προς τους Στρατους τών Συμμάχων. Διατί η Γαλλία δεν μου έκαμε την τιμήν να μου απαντήσει;"
Τι φιλόπατρις βασιλεύς ε;
Ωστόσο δύο εβδομάδες
μετά, πήρε το πρώτο γερμανικό δάνειο και τον Απρίλιο του 1916 εγκρίθηκε το
δεύτερο γερμανικό δάνειο.
Έπειτα από ένα μήνα, δηλαδή το Μάϊο του ίδιου έτους οι
Γερμανοβούλγαροι Κατελάμβαναν το Ρούπελ και ο Σκουλούδης κάνει διαβήματα
διαμαρτυρίας προς τους Γερμανούς. Εδώ βέβαια η υπόθεση θυμίζει την περίπτωση
διαμοιρασμού της Πολωνίας μεταξύ Πρώσσων, Αυστριακών και Ρώσων όπου ο
Φρειδερίκος της Πρωσσίας έλεγε για τη Μαρία τη Θηρεσία “she cries but she takes”. Το διάβημα έγινε φυσικά για να ρίξει
στάχτη στα μάτια των Συμμάχων.
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά όμως, όταν μετά την κατάληψη
του Ρούπελ, ο πρέσβης της Γαλλίας πήγε στον Κωνσταντίνο για να εκφράσει τη δυσφορία
της Γαλλίας, αυτός του απαντάει το εξωφρενικό:
"Έπρεπε να προλάβετε τους Γερμανούς και να πάτε σείς πρώτοι είς το Ρούπελ. Είναι πολύ καλή τοποθεσία και άντιστοιχεί προς το Δοβα Τεπέ. Σας είχα έγκαίρως ειδοποιήσει δια της Κυβερνήσεώς μου, ότι οι Γερμανοί ,ήσαν αποφασισμένοι να το καταλάβουν. Διατι δεν επήγατε; Άλλα δεν καταλαβαίνω την ταραχήν σας....»
Δε φτάνει δηλαδή που την ίδια ώρα που τσέπωνε τα γερμανικά δάνεια, ο Κωνσταντίνος ζήταγε γραπτές δεσμεύσεις από τους Αγγλογάλλους για να βγει στον πόλεμο αλλά τους έδινε και πολεμικές συμβουλές!
"Έπρεπε να προλάβετε τους Γερμανούς και να πάτε σείς πρώτοι είς το Ρούπελ. Είναι πολύ καλή τοποθεσία και άντιστοιχεί προς το Δοβα Τεπέ. Σας είχα έγκαίρως ειδοποιήσει δια της Κυβερνήσεώς μου, ότι οι Γερμανοί ,ήσαν αποφασισμένοι να το καταλάβουν. Διατι δεν επήγατε; Άλλα δεν καταλαβαίνω την ταραχήν σας....»
Δε φτάνει δηλαδή που την ίδια ώρα που τσέπωνε τα γερμανικά δάνεια, ο Κωνσταντίνος ζήταγε γραπτές δεσμεύσεις από τους Αγγλογάλλους για να βγει στον πόλεμο αλλά τους έδινε και πολεμικές συμβουλές!
Το ωραίο είναι ότι χωρίς να παρουσιάζεται στην ελληνική
ιστοριογραφία η πραγματικότητα μέσα από τα γεγονότα και τις μαρτυρίες ανθρώπων
που τα βίωσαν και τα κατέγραψαν, αρχίζει μια συνομωσιολογία και μαρξιστολογία
που ξεκινάει από το «φταίνε οι δυτικοί» μέχρι το «φταίνε οι καπιταλιστές»…










Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου