Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2017

Ο Ηγεμών: Η επιρροή του Μακιαβέλι στον σύγχρονο τρόπο σκέψης - Ο μακιαβελισμός στην καθημερινότητά μας



Ο Μακιαβελισμός στην ψυχολογία αναφέρεται σε ένα χαρακτηριστικό της προσωπικότητας που εξετάζει σε ένα άτομο το κατά πόσο επικεντρώνεται στα δικά του συμφέροντα χειραγωγώντας, εξαπατώντας και εκμεταλλευόμενος τους άλλους προκειμένου να επιτύχει τους στόχους του.

Ο Μακιαβελισμός είναι ένα από τα χαρακτηριστικά σε αυτό που αποκαλείται «Σκοτεινή Τριάδα». Τα άλλα δύο είναι ο ναρκισσισμός και η ψυχοπάθεια.

Ο ίδιος ο όρος αναφέρεται στον περίφημο Νικολό Μακιαβέλι, (διπλωμάτης και συγγραφέας της Αναγέννησης) του οποίου η πιο γνωστή δουλειά ήταν «Ο Ηγεμών» (Il Principe). Αυτό το διαβόητο βιβλίο υποστηρίζει μεταξύ άλλων στις απόψεις του, ότι οι ισχυροί κυβερνώντες θα πρέπει να είναι σκληροί στη διακυβέρνησή τους και τους εχθρούς τους, και ότι η δόξα και η επιβίωση δικαιολογεί οποιοδήποτε μέσο, ​​ακόμα και αυτά που θεωρούνται ανήθικα και βάρβαρα.


Από τα τέλη του 16ου αιώνα ο "μακιαβελισμός» έγινε μια δημοφιλής λέξη για να περιγράψει την τέχνη του να είναι κάποιος παραπλανητικός «για να πάει μπροστά».

Αλλά δεν ήταν ένας ψυχολογικός όρος μέχρι τη δεκαετία του 1970, όταν δύο κοινωνικοί ψυχολόγοι ο Ρίτσαρντ Κρίστι και ο L. Geis, ανέπτυξαν αυτό που ονομάζεται "η κλίμακα του μακιαβελισμού". Μια απογραφή προσωπικότητας που εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ως το κύριο εργαλείο αξιολόγησης για τον «Μακιαβελισμό». Αυτή η κλίμακα ονομάζεται πλέον «Δοκιμή Mach-IV».

Ο Μακιαβελισμός έχει βρεθεί να είναι πιο συχνός σε άνδρες παρά σε γυναίκες. Μπορεί, ωστόσο, να συμβεί στον οποιονδήποτε - ακόμη και παιδιά.

Σημάδια μακιαβελισμού

Κάποιος με το γνώρισμα του μακιαβελισμού τείνει να έχει πολλές από τις εξής τάσεις:

• Επικεντρώνεται μόνο στις δικές τους φιλοδοξίες και τα συμφέροντα
• Δίνει προτεραιότητα στα χρήματα και την εξουσία πάνω από τις σχέσεις
• Παρουσιάζεται ως γοητευτικός και με αυτοπεποίθηση
• Εκμεταλλεύεται και χειραγωγεί τους άλλους για να πάει μπροστά
• Χρησιμοποιεί το ψέμα και την εξαπάτηση όταν θεωρεί ότι απαιτείται
• Χρησιμοποιεί την κολακεία συχνά
• Έλλειψη αρχών και αξιών
• Μπορεί να συναντάται ως απόμακρος ή σκληρός αλλά πάντα θέλει να τα μαθαίνει όλα
• κυνική αντιμετώπιση της καλοσύνης και της ηθικής
• ικανοί να παρασύρουν άλλους να προξενήσουν κακό προκειμένου να επιτύχουν οι ίδιοι τους στόχους τους
• χαμηλά επίπεδα συμπάθειας για τους άλλους
• συχνά αποφεύγουν τη δέσμευση και γενικά την ανάπτυξη συναισθημάτων για άλλους
• Μπορεί να είναι πολύ υπομονετικός και επίμονος βασιζόμενος σε ψυχρό υπολογισμό
• Σπάνια αποκαλύπτουν τις πραγματικές τους προθέσεις
• Επιρρεπείς σε τυχαίες σεξουαλικές συνευρέσεις
• Μπορεί να είναι καλοί στο να «διαβάζουν» τις κοινωνικές καταστάσεις και τους άλλους
• Έλλειψη «θέρμης» στις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις
• Δεν έχουν πάντα επίγνωση των συνεπειών των πράξεών τους
• Δυσκολία στο να εντοπίσουν τα δικά τους συναισθήματα

Η Κλίμακα του μακιαβελισμού

Η κλίμακα του μακιαβελισμού είναι ένα σκορ έως και  το 100 που προκύπτει από μια δοκιμή (test) που αποτελείται από μια σειρά ερωτήσεων. Οι άνθρωποι που σκοράρουν πάνω από 60 θεωρούνται «υψηλού Machs» και εκείνους που σημειώνουν κάτω από 60, «χαμηλού Machs».

Υψηλό Machs Επικεντρώνονται στην δική τους ευημερία. Πιστεύουν ότι για να πάει μπροστά, κάποιος πρέπει να είναι παραπλανητικός. Δεν εμπιστεύονται την ανθρώπινη καλοσύνη και θεωρούν ότι η εξάρτηση από τους άλλους είναι αφελής. Δίνουν προτεραιότητα στην εξουσία πάνω από την αγάπη και τη σύνδεση και δεν πιστεύουν ότι η ανθρωπότητα είναι από τη φύση της καλή.

Χαμηλό Mach, Έχει την τάση να δείχνει συμπάθεια για τους άλλους, να είναι ειλικρινής και να δείχνει εμπιστοσύνη. Πιστεύει στην ανθρώπινη καλοσύνη και ότι αν συμμορφώνεται με τα χρηστά ήθη θα κάνει καλά πράγματα στη ζωή. Ωστόσο βαθμολογίες πάρα πολύ χαμηλές στην κλίμακα, μπορούν να έχουν οι άνθρωποι που είναι πολύ ενδοτικοί και πολύ συμβιβαστικοί.

Υπάρχει επίσης μια «Δοκιμή Mach» για τα παιδιά.

Σχετικές ψυχολογικές συνθήκες για να υφίσταται ο μακιαβελισμός
 
Ο Μακιαβελισμός θεωρείται μέρος της «Σκοτεινής Τριάδα», καθώς είναι ένα από τα τρία χαρακτηριστικά της προσωπικότητας που περιλαμβάνει επίσης τον Ναρκισσισμό και την sociopathy / ψυχοπάθεια. Για ένα άτομο με ένα μόνο από αυτά τα γνωρίσματα είναι δύσκολο να συνυπάρξει με άλλους ενώ και τα τρία ή συνδυασμός αυτών, όταν συμβαίνουν σε ένα άτομο, μπορούν να κάνουν κάποιον αρκετά επικίνδυνο για την ψυχική ευημερία των άλλων ανθρώπων.

Παρά τις φαινομενικά προφανείς συνδέσεις μεταξύ των χαρακτηριστικών των τριών ψυχικών νόσων της «Σκοτεινής Τριάδας» και την επικράτηση ενός χαρακτηριστικού που παρατηρείται συχνά σε σχέση με τις άλλες δύο, η έρευνα έχει ακόμη να γίνει για να αποδείξει συγκεκριμένα έναν συσχετισμό διαταραχής της προσωπικότητας, όπου οι πάσχοντες θα μπορούσαν να έχουν το χαρακτηριστικό του μακιαβελισμού περιλαμβάνοντας αντικοινωνική διαταραχή της προσωπικότητας και ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας.

Μια πρόσφατη μελέτη διαπίστωσε επίσης μεγάλη επικράτηση της κατάθλιψης σε άτομα με το μακιαβελικό γνώρισμα.

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ των τριών χαρακτηριστικά της προσωπικότητας της σκοτεινής τριάδας;

Και τα τρία γνωρίσματα αφορούν την προσπάθεια κάποιου «να πάει μπροστά» βάζοντας πρώτα τον εαυτό του για να πάρει αυτό που θέλει. Αλλά ο καθένας έχει διαφορετικό τρόπο επ’ αυτού.

Ο Μακιαβελισμός ενέχει περισσότερο την χειραγώγηση για προσωπικό κέρδος.

Ο Ναρκισσισμός είναι πιο σχετικός με την πίστη κάποιου οτι του αξίζει ο θαυμασμός και ότι «πρέπει» να αντιμετωπίζεται διαφορετικά από τους άλλους.

Η Sociopathy έχει περισσότερο να κάνει με το γεγονός κάποιος να είναι «ψυχρός» και αναίσθητος στις ανάγκες των άλλων.

Πώς αντιμετωπίζεται η μακιαβελισμός;

Το πρόβλημα με τα κακόβουλα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, όπως εκείνα που βρίσκονται στη «Σκοτεινή Τριάδα» είναι ότι όσοι έχουν τέτοια χαρακτηριστικά είναι απίθανο να αναζητήσουν θεραπεία ή να θέλουν να αλλάξουν.

Συνήθως παρακολουθούν θεραπεία μόνο αν κάποιος από τα μέλη της οικογένειας τους «έσπρωξε» να το πράξουν, είτε επειδή έχουν διαπράξει κάποιο έγκλημα και τους έχει επιβληθεί να παρακολουθήσουν θεραπεία με δικαστική απόφαση (αυτά βέβαια όχι στην Ελλάδα).

Μια ψυχοθεραπεία για να είναι αποτελεσματική, ένας «πελάτης» πρέπει να είναι ειλικρινής και να επιτρέψει να αναπτυχθεί μια σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ του ιδίου και του θεραπευτή τους. Ο Μακιαβελισμός είναι ένα γνώρισμα με το οποία ένα άτομο είναι συχνά ανέντιμο και δεν εμπιστεύεται τους άλλους.

Και όμως, με έναν πεπειραμένο ψυχοθεραπευτή μπορεί να σημειωθεί πρόοδος. Ένας καλός ψυχοθεραπευτής με εμπειρία από τα γνωρίσματα της «Σκοτεινής Τριάδας» θα «δει» τον πελάτη ως ένα ξεχωριστό άτομο και θα λάβει υπόψη την ιστορία τους ως ξεχωριστή περίπτωση.

Αυτό θα περιλάβει την κατανόηση των καταστάσεων που έχει βιώσει το άτομο και την μοναδικότητα της ιστορίας της ζωής τους. Ένας εκπαιδευμένος θεραπευτής μπορεί επίσης να προσδιορίσει και να βοηθήσει τη θεραπεία άλλων συναφών θεμάτων τα οποία ενδεχομένως το άτομο να έχει, όπως η κατάθλιψη και το άγχος.

Η Γνωσιακή συμπεριφοριστική θεραπεία είναι ένα είδος θεραπείας που μερικές φορές συνιστάται για τα άτομα με κακόβουλα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας και ενστερνίζεται το ότι ο τρόπος που σκεφτόμαστε υπαγορεύει τη συμπεριφορά μας, ώστε με τον εντοπισμό και την αντικατάσταση της διαταραγμένης σκέψης και των συναισθημάτων μπορεί στη συνέχεια να βελτιωθεί η συμπεριφορά.

Πώς μπορώ να ξέρω αν έχω το μακιαβελικό Γνώρισμα;

Ενώ μπορείτε να βρείτε το σκορ σας στη μακιαβελική Κλίμακα προσπαθώντας τη δοκιμή σε απευθείας σύνδεση, «αυτοδιάγνωση» δεν συνιστάται. Εάν είστε πραγματικά ανήσυχος και έχετε το γνώρισμα, μια σωστή διάγνωση με έναν επαγγελματία ψυχικής υγείας συνιστάται.

Είμαι βέβαιος ότι ο χ από το οικογενειακό μου/εργασιακό μου κλπ περιβάλλον έχει το μακιαβελικό Γνώρισμα, τι μπορώ να κάνω;

Το πρόβλημα, στη συνέχεια, έγκειται στο γεγονός ότι εκείνοι που έχουν το μακιαβελικό γνώρισμα, σπάνια θα θέλουν να αλλάξουν ή να ζητήσουν βοήθεια.

Φυσικά είναι επίσης εύκολο να υποθέσουμε ότι άλλοι έχουν τα χαρακτηριστικά της «Σκοτεινής Τριάδας», όπως ο μακιαβελισμός, και ενώ πολλοί το κάνουν, είναι καλύτερο να μην βγάλουμε συμπεράσματα.

Αν, όμως, αισθάνεστε ότι είστε το θύμα κάποιου με το μακιαβελικό γνώρισμα, αυτό που μπορείτε να κάνετε είναι να ζητήσετε βοήθεια και υποστήριξη για τον εαυτό σας.

Μπορεί να είναι συντριπτικό και να προκαλέσει μεγάλη ψυχική αγωνία και βλάβη όταν υπάρχει ένα τέτοιο πρόσωπο στη ζωή σας, και η επιθυμία/ικανότητά τους να χειραγωγούν θα μπορούσε να σας αφήσει αμφιβολίες για τα δικά σας ένστικτα ή ένα αίσθημα εθισμού στην εξάρτηση για να τους έχετε στη ζωή σας. Ο θεραπευτής μπορεί να σας βοηθήσει να μάθετε για την καλύτερη φροντίδα του εαυτού σας, και να σας βοηθήσει να ρυθμίσετε τα όρια ή αν είναι δυνατόν απεγκλωβίσουν το άτομο από τη ζωή σας για τα καλά.


Πέρα από την αξιολόγηση του φαινομένου σε καθαρά επιστημονική βάση, όταν παρουσιάζεται (το εν λόγω φαινόμενο) ως μεμονωμένες περιπτώσεις συμπεριφοράς ατόμων μέσα σε μια κοινωνία, αποτελεί, έτσι κι αλλιώς, εν δυνάμει κίνδυνο, τόσο για την ψυχική υγεία των υπολοίπων όσο και για την εύρυθμη λειτουργία του κράτους.

Θα έλεγα ότι και μόνο η περίπτωση, ακόμα και άτομα τα οποία δεν διακατέχονται από το Μακιαβελικό σύνδρομο αλλά «απλά» παρουσιάζουν μερικά συμπτώματα θα έπρεπε να μας ανησυχεί. Βέβαια είναι φύσει αδύνατον για ένα κράτος ή μια κοινωνία να έχει… έναν ψυχολόγο πάνω απ το κεφάλι του καθενός, μη τυχόν και παρουσιάσει κάποιος αντικοινωνική συμπεριφορά.

Για το λόγο αυτό όμως και οι κοινωνίες φρόντισαν, από παλαιοτάτων χρόνων να αναπτύξουν «μεθόδους», τρόπους, ας πούμε πρόληψης, προκειμένου και αν ακόμα οι άνθρωποι δεν μπορούν να αναπτύξουν μια πιο «αλτρουιστική» στάση απέναντι στην κοινωνία (ο αλτρουισμός δεν είναι κάτι που επιβάλλεται έτσι κι αλλιώς), τουλάχιστον να συμπεριφέρονται κατά το δυνατόν  πιο «συμμετοχικά» και πιο ενεργητικά στην υπεράσπιση και προστασία της κοινωνίας μέσα στην οποία ζουν και είναι και οι ίδιοι μέλη, μέσω της Παιδείας, της καθημερινής «εξάσκησης» στη συμμετοχή ή ακόμα και μέσω της εκάστοτε Λατρείας (και αναφέρομαι βέβαια στην Πάτρια Λατρεία).

Στις μέρες μας όμως αυτό, όχι απλά δεν συμβαίνει αλλά δυστυχώς το αντίθετο. Σε παγκόσμιο επίπεδο και αφού, θέλοντας και μη, ζούμε σε ένα «παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον», προωθείται με κάθε τρόπο η αν όχι επιβράβευση του «ατομιστή ανθρώπου», τουλάχιστον η προώθηση ενός τέτοιου προτύπου.

Σε όλο το φάσμα της εκπαίδευσης, σε βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες, τηλεόραση, κοινωνικά δίκτυα, στην πολιτική κλπ αντί να προωθείται η αρετή ή έστω να τίθεται ως μια βασική αναζήτηση του ανθρώπου τι μας διαφημίζουν;

Επικεντρώνεται μόνο στις δικές τους φιλοδοξίες και τα συμφέροντα

«Να έχεις φιλοδοξίες» (έτσι γενικά), ασχέτως αν τις ίδιες μπορεί να έχουν και άλλοι ή μπορεί να πρέπει «να πατήσεις επί πτωμάτων» για να τις ικανοποιήσεις.


Δίνει προτεραιότητα στα χρήματα και την εξουσία πάνω από τις σχέσεις

«Το χρήμα είναι το παν» (money talks, words walks= σε ελεύθερη απόδοση: το χρήμα μιλάει από μόνο του, τα λόγια απλά φεύγουν λένε οι αμερικανοί), επίδειξη πλούτου και πάσης φύσεως αρχομανών («κοίτα πώς ζει ο τάδε πλούσιος… κοίτα πώς εξουσιάζει»), περιοδικά, εκπομπές στην τηλεόραση, συνεντεύξεις κ.ά. αυτό ακριβώς κάνουν… Μας «δείχνουν» ποιους πρέπει να έχουμε ως πρότυπα λχ «κοίτα με πόσες/ους και με τι γυναίκες/άνδρες κυκλοφορεί ο/η τάδε»… Η δε διαφήμισή τους, απασχολεί ολόκληρη ξεχωριστή «βιομηχανία» διαφήμισης και προώθησης αρχομανών στους οποίους όχι μόνο δίνει κι άλλα κέρδη αλλά και περισσότερη εξουσία και μάλιστα… «δόξα»…


Παρουσιάζεται ως γοητευτικός και με αυτοπεποίθηση

Πώς να γίνεις γοητευτικός/ή… Να έχεις αυτοπεποίθηση. Το αν είσαι βλάκας, δεν διαθέτεις γνώσεις/ικανότητες/ταλέντο/χαρίσματα κλπ ή από την άλλη και αν ακόμα το παρουσιαστικό σου είναι μέτριο όπως και εκατομμυρίων άλλων ανθρώπων λίγο μετράει. Η (όμορφη) προτροπή του Πλάτωνα «αν είσαι όμορφος, να φροντίσεις να έχεις και όμορφο νου για να πολλαπλασιάζεις την ομορφιά σου και αν είσαι άσχημος να καλύπτεις την ασχήμια σου με το πνεύμα σου» πάει περίπατο… Σημασία έχει να είσαι νάρκισσος και όχι… μετριόφρων… Σημασία έχει να είσαι διάσημος για κάποιο λόγο και όχι εξαιτίας κάποιου λόγου να είσαι διάσημος… Αυτό βέβαια σημαίνει ότι και ο «λόγος» χάνει την αξία του (αφού σημαντικότερο είναι να είσαι διάσημος) με αποτέλεσμα να «πρέπει» απλά να είσαι διάσημος… ακόμα και χωρίς κανέναν λόγο… Διαφωνείτε; Αναζητήστε στα ΜΜΕ διασήμους και αναζητήστε επίσης τι ουσιαστικό προσφέρουν στην κοινωνία όλοι αυτοί… Πνεύμα; Αγαθά; Και μετά «ζυγίστε» και το τι παίρνουν ως αμοιβή σε αυτό που «δίνουν» (αν δίνουν κάτι).


Εκμεταλλεύεται και χειραγωγεί τους άλλους για να πάει μπροστά

«Στη ζωή αν δεν πατήσεις τους άλλους δεν θα πας μπροστά… όλοι αυτό δεν κάνουν άλλωστε… έλα μωρέ ποιος είναι τίμιος στις μέρες μας…» Πόσες φορές έχετε ακούσει τέτοιες αφοριστικές δηλώσεις από ανθρώπους του κοινωνικού σας ή και του οικογενειακού σας περίγυρου; Εγώ τουλάχιστον πάμπολλες… Και μαζί με μένα και σε αυτούς που απευθύνονταν, αν όχι σε μένα…


Χρησιμοποιεί το ψέμα και την εξαπάτηση όταν θεωρεί ότι απαιτείται

«Ε κανένα ψεματάκι χρειάζεται που και που»… «Τα κατά συνθήκην ψεύδη» (έτσι γενικά και αόριστα). Αλλά πουθενά δεν θα ακούσετε να σας προτρέπουν «να είστε ειλικρινείς» και «να λέτε την αλήθεια». Η μόνη φορά να ακούσετε ή να έχετε ακούσει τέτοια προτροπή το πιθανότερο να είναι επί παραδείγματι από κάποιο αφεντικό σας μόνο και μόνο επειδή έχει συμφέρον να μαθαίνει την αλήθεια αλλά χωρίς πάντα να είναι και ο ίδιος ειλικρινής. Και φυσικά όχι παιδαγωγικά, αλλά καθαρά και μόνο από άποψη συμφέροντος… Δηλαδή «σε πληρώνω και θέλω να είσαι ειλικρινής»…


Χρησιμοποιεί την κολακεία συχνά

Κολακεία… όπου υπάρχουν πάσης φύσεως αρχομανείς ψάξτε να βρείτε, εκεί γύρω θα βρίσκεται και κάποιος κόλακας. Βέβαια η κολακεία εμπεριέχει το στοιχείο της άμεσης ανταμοιβής, αλλά στις μέρες μας αυτό δεν είναι απαραίτητο. Δηλαδή με απλά λόγια, δεν είναι απαραίτητο κάποιος να κολακεύει κάποιον για να αποσπάσει υλικές ή μη (πχ εξουσία, επιρροή) ανταμοιβές. Η κολακεία μπορεί να έχει να κάνει με κάποια ταύτιση συμφέροντος κάποιου με κάποιον τον οποίο ποτέ δεν έχει συναντήσει μόνο και μόνο γιατί θεωρεί ότι υπερασπιζόμενος τον ταυτισθέντα, υπερασπίζει και τις δικές του ιδέες ή… ονειρώξεις. «Τι σπουδαίος ηθοποιός είναι ο/η τάδε», «Τι άριστος πολιτικός ο/η δείνα…» έτσι. Γιατί ταυτίζομαι, δηλαδή γιατί μου αρέσει σεξουαλικά, έχει το ίδιο κοινωνικό «στάτους» με μένα, έχει τις ίδιες απόψεις που εξυπηρετούν εμένα (ή και άλλους σαν κι εμένα), κλέβει σαν κι εμένα, εκμεταλλεύεται σαν κι εμένα κ.τ.ό. Και ας μην έχει ήθος, ας μην έχει προσφέρει στην κοινωνία ουδέν (σημείωση: Το να έχεις εργοστάσια για παράδειγμα ή να απασχολείς  ναυτικούς στα καράβια σου δεν είναι κοινωνική υπηρεσία… Είναι επιχειρηματικότητα. Γιατί και στην αρχαιότητα μπορεί κάποιος για παράδειγμα να απασχολούσε εργάτες στα ορυχεία στο Λαύριο, αλλά δεν εθεωρείτο «κοινωνική προσφορά», εξ ου και τους επέβαλαν να πληρώνουν βαρύτατους φόρους, να γίνονται χορηγοί κλπ… Δηλαδή δεν πέρναγαν όπως σήμερα τσιτάτα που πετάνε κάτι μπαταξήδες και… πολύ-λωποδύτες «επιχειρηματίες» του τύπου: «δίνω ψωμί σε 1000 εργάτες» γιατί αν τόλμαγε να το πει κανένας αυτό, θα του απαντούσαν «ναι αλλά κι εσύ βγάζεις ψωμί για πολλαπλάσιους των χιλίων εργατών σου»… Συνεπώς αλλού τα… «εξυπνακίστικα»…


Έλλειψη αρχών και αξιών

Αρχές και αξίες;;; Ας γελάσω… Πείτε μου, για παράδειγμα, μια εκπομπή τα τελευταία 60 χρόνια (τουλάχιστον στην Ελλάδα) που παρουσίασε πρότυπα ενάρετων ανθρώπων (προσοχή… ενάρετων… όχι ταλαντούχων…); Ωραία… αναλογιστείτε τώρα (αν δύνασθε) και αριθμό εκπομπών που είχαν ως προσκεκλημένους ή θεματική άτομα: φονιάδες, ληστές, καταχραστές, πάσης φύσεως απατεώνες, εκμεταλλευτές, βίαιους κατά συρροή, ψεύτες κατά συρροή κλπ… Αυτό νομίζω αρκεί…


Μπορεί να συναντάται ως απόμακρος ή σκληρός για να μάθει κάτι

Κουτσομπολιό… Οι παλαιότερες κοινωνίες στηλίτευαν την εν πολλοίς επαρχιώτικη συμπεριφορά όπου λχ ένα χωριό ολόκληρο μπορεί να ασχολούνταν από τον «καφενέ» μέχρι κατ’ οίκον, με το γιατί ο γείτονας άπλωσε Κυριακάτικα ρούχα ή πώς δέχτηκε ο κυρ Χαράλαμπος να παντρέψει την κόρη του με το γιό του Κυρ Μπάμπη από άλλο χωριό… Ε… τώρα η συμπεριφορά αυτή έγινε επάγγελμα και λέγεται «μεσημεριανή ζώνη» ή αλλιώς «η ώρα της κυρά Κατίνας»…


Κυνική αντιμετώπιση της καλοσύνης και της ηθικής

Πόσες φορές έχετε ακούσει το «έλα μωρέ τώρα, άσε μας με το νόμο/κράτος… δεν είμαι φιλανθρωπικό ίδρυμα… όλοι στην απατεωνιά το έχουν ρίξει, εγώ θα παριστάνω τον τίμιο και τον καλό…;» ή πόσες φορές έχετε παρατηρήσει ανθρώπους με το άκουσμα και μόνο κάποιας προτροπής προς την τιμιότητα (πχ να βοηθηθεί/διευκολυνθεί κάποιος άνθρωπος ή ακόμα και να του αποδοθεί το όποιο δίκαιο) έχει σχηματιστεί ένα στραβό χαμόγελο στα χείλη τους σαν να λένε «αυτά εγώ τα ακούω βερεσέ…»;


Ικανοί να παρασύρουν άλλους να προξενήσουν κακό προκειμένου να επιτύχουν οι ίδιοι τους στόχους τους

«Έλα… είναι καλή «μπίζνα»… θα βγάλουμε πολλά λεφτά… Άσε μωρέ τους άλλους να λένε… Φωνάζουν γιατί δεν μπορούν να το κάνουν όχι γιατί είναι τίμιοι… Ποιος είναι τίμιος στις μέρες μας…;» ή «κάνε αυτό για να μην το κάνουν άλλοι…» ή προτροπές που πολλές φορές έχω ακούσει από διάφορους ανθρώπους προς κάποιους άλλους. Το αν είναι ηθική η πρόταση; Μα για τέτοια θα μιλάμε…;


Χαμηλά επίπεδα συμπάθειας για τους άλλους

«Αφού ψήφισαν τους τάδε καλά να πάθουν»… «Αφού πήραν δάνεια, έτρωγαν παραπάνω απ’ όσα μπορούσαν να δώσουν… αφού… αφού… αφού… καλά τα τραβάνε τώρα…» ακούμε και διαβάζουμε να λένε και να γράφουν διάφοροι κήνσορες της καθημερινότητάς μας… Και αυτά σε γενικό επίπεδο αν και δεν είναι απίθανο να ακούσεις «ε το τάδε κόμμα δεν ψήφισε αυτός; Ε άστον, καλά να πάθει…» Σε καθημερινό επίπεδο μην μου πείτε ότι δεν έχετε ακούσει ή δεν έχετε πέσει θύματα κακής κριτικής. Δηλαδή να ακούσετε κάποιον να λέει «Αυτός/ή την έφαγε την περιουσία του άδικα και τώρα ψωμολυσσάει», «ο τάδε είναι τεμπέλης, δεν ψάχνει να βρει μια δουλειά και όπου πάει τον διώχνουν». Αλήθεια; ψέματα; Πάντως η περίπτωση (στα προαναφερθέντα παραδείγματα) να του την έχουν φάει την περιουσία αετονύχηδες ή να μην μπορεί να βρει κάποιος δουλειά στην Ελλάδα που όλα είναι μπάχαλο (και ιδίως στις επιχειρήσεις) δεν εξετάζεται. Κρίνουμε  αυτόν και αυτά που γνωρίζουμε. Για τους άλλους και τα υπόλοιπα που δεν γνωρίζουμε, τα λάθη τους τα πληρώνει αυτός που γνωρίζουμε…


Συχνά αποφεύγουν τη δέσμευση και γενικά την ανάπτυξη συναισθημάτων για άλλους

Θα τρομάζατε αν γνωρίζατε πραγματικά το πόσοι άνθρωποι συνάπτουν δεσμούς φιλίας ή και δημιουργούν οικογένειες, υπολογίζοντας μόνο το συμφέρον τους και άλλοι πόσοι αποφεύγουν να ανοίγονται σε άλλους ανθρώπους όταν ξέρουν ότι δεν έχουν να αποκομίσουν τίποτα από αυτούς. Ιδίως αυτό συμβαίνει σε ανθρώπους που (θεωρούν) ότι έχουν κάποιο σημαντικό «κοινωνικό στάτους» έστω και αν αυτό το «στάτους» μπορεί να μεταφράζεται σε ένα μαγαζάκι στο κέντρο μιας συνοικίας ή μιας επαρχιακής κωμόπολης…


Μπορεί να είναι πολύ υπομονετικός και επίμονος βασιζόμενος σε ψυχρό υπολογισμό

Πόσες φορές έχετε ακούσει ακόμα και πριν από χρόνια κάποιον να έχει έναν «καημό», τον οποίο και δεν τον λες «στόχο ζωής», για παράδειγμα να χτίσει σε μια περιοχή που δεν επιτρέπεται (παραλία, δάσος κλπ) ή να μπει σε μια «κλίκα» και να γίνει διάσημος ή απλά να ρίξει μια γυναίκα ή έναν άντρα που θα προσιδιάζει στα οικονομικά του ή έστω στα υπολογιστικά του κριτήρια κλπ; Θα μένατε άναυδοι! Θα βλέπατε «ανθρωπάρια» πάσης φύσεως, από «βαρύμαγκες» της γειτονιάς «που δεν σηκώνουν κουβέντα» για τίποτα, μέχρι «σεβαστούς» επαγγελματίες της γραβάτας πόσο γλοιώδεις και φορτικοί μπορούν να γίνουν μέχρι να επιτύχουν τον όποιον στόχο τους ο οποίος μπορεί να είναι από λάδωμα παράγοντα, μέχρι… «καμάκι» μέχρι αηδίας σε ανθρώπους για σεξ…


Σπάνια αποκαλύπτουν τις πραγματικές τους προθέσεις

Η Ελλάδα κυριολεκτικά βρίθει από κρυψίνοες. Αλίμονο για τον κάθε Έλληνα αν δεν έχει πετύχει στη ζωή του λχ Έλληνες επαγγελματίες που ποτέ δεν σου εξηγούν τι πραγματικά πρέπει να κάνεις για να γλιτώσεις χρήματα αλλά την κλασσική ατάκα «καλύτερα να πάρεις έναν ειδικό παρά να πληρώνεις μετά τα σπασμένα»… Οι ίδιοι βέβαια ως επαγγελματίες πάντα έχουν έναν κολλητό ή έναν μπατζανάκη που θα του ζητήσουν τζάμπα χάρη γιατί «ε… τι τις έχουμε τις γνωριμίες;». Το αν ο άλλος έχει 20 ευρώ να περάσει το μήνα και ο άλλος του ζητάει «ε δεν είναι πολλά… 50, 200, 500 ευρώ θα δώσεις και θα γίνει η δουλειά» και η δουλειά μπορεί από το να αποφευχθεί και να μην πληρώσεις μέχρι ασυγκρίτως χαμηλότερο ποσό από αυτό που σου ζητάνε… Αλλά είπαμε… «Να ζήσει και κανας επαγγελματίας» και… ας πεθάνουν οι άλλοι από ασιτία. Αν μπορούσατε όμως να παρακολουθήσετε από κοντά κανέναν από αυτούς για να δείτε το… πόσες φορές παρέχουν δωρεάν υπηρεσίες σε ανθρώπους που δεν έχουν, θα καταλαβαίνατε γιατί η ελληνική κοινωνία πήρε την κάτω βόλτα… (πρωτίστως ηθικά και μετά σε όλα τα άλλα).


Επιρρεπείς σε τυχαίες σεξουαλικές συνευρέσεις

Σε αυτόν τον τομέα δεν θα αναφερθώ καν εκτενώς για μια χώρα στην οποία (ενώ η υπογεννητικότητα, η μετανάστευση και τα διαζύγια την τσακίζουν) το να κάνεις καμάκι ή αλλιώς το να κολλάς σε κάποια μέχρι αηδίας (ε που θα πάει θα πέσει) θεωρείται ως «μέγιστο κατόρθωμα» του λαού μας. Από την άλλη για τις γυναίκες τι να αναφέρω για μια χώρα στην οποία οι περισσότεροι παντρεμένοι είναι αυτοί που είναι «έτοιμοι για οικογένεια» (Δημόσιο, επαγγελματίες, καταστηματάρχες κλπ)… Και από κει που τις βλέπεις να μην έχουν να αγοράσουν ούτε παραμάνα για το εσώρουχο, να γίνονται αφεντικά ή στη «χειρότερη» περίπτωση «αφεντικά» του σπιτιού (οικιακά)… Ξεχνούν όμως ότι και αυτό… πορνεία αποκαλείται… Τιμή σ αυτές/αυτούς που ζουν τον έρωτά τους…


Μπορεί να είναι καλοί στο να «διαβάζουν» τις κοινωνικές καταστάσεις και τους άλλους

Εδώ "τα χαλάμε"… Η πρόβλεψη είναι το μόνο σημείο που σαν κοινωνία δεν το έχουμε σαν χάρισμα. Αν διαθέταμε αυτό, τουλάχιστον θα λέγαμε ότι έχουμε σαν λαός και ένα προτέρημα. Συνήθως νομίζουμε ότι προβλέπουμε τα πάντα, τα οποία όταν δεν μας βγαίνουν (τι περίεργο) φταίει κάτι άλλο… Από την κυβέρνηση ή κάποιος/κάποιοι από το περιβάλλον μας (εργασιακό/φιλικό/οικογεναικό κλπ) μέχρι… «το κακό μάτι»…


Έλλειψη «θέρμης» στις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις

«Έλα μωρέ… Σιγά και τι θα γίνει τώρα… κάντο έτσι και κανείς δεν θα το προσέξει…» Πόσες φορές έχετε ακούσει αυτή την προτροπή για διάφορα θέματα; Έχετε όρεξη να κάνετε κάτι σωστά; Ε, σ αυτή τη χώρα είναι περιττό. Άλλωστε για ποιο λόγο και για ποιους να χρειαστεί να κάνει κάποιος κάτι σωστά; Απο τα δημόσια έργα (ξέρετε… εκείνα που τα φτιάχνεις με υπέρογκο κόστος και μετά συνήθως χαλάνε/καταστρέφονται/πέφτουν και πρέπει να ξαναπληρώσουν οι φορολογούμενοι για να τα φτιάξουν), μέχρι τις σχολικές γιορτές (ξέρετε… εκείνο το «οργανωμένο» τουρλουμπούκι που γίνεται μια φορά το χρόνο για κάθε τι, με μαθητές που φοράνε, αν φοράνε κιόλας, ότι βρουν στην ντουλάπα τους, τους γονείς να χειροκροτούν σε έκσταση ευχαρίστησης που το «μπουμπούκι» τους συμμετείχε στο οργανωμένο τουρλουμπούκι ενώ οι δάσκαλοι θεωρούν ότι οργάνωσαν Ολυμπιακούς Αγώνες και έτι περαιτέρω…). Άλλωστε γιατί να πάρουμε παράδειγμα από άλλες χώρες της Δύσης; Να ήταν κάτι άλλο (πχ κάποιο «ριάλιτι» ή μια καινούργια μόδα να πούμε  μάλιστα)


Δεν έχουν πάντα επίγνωση των συνεπειών των πράξεών τους

Και για ποιο λόγο να έχει κάποιος επίγνωση των πράξεών του; Αφού όπως είχε πει, θυμάμαι και μια… γεροντοτεκνατζού καθηγήτρια πανεπιστημίου «τους νέους οφείλουμε να τους ακολουθούμε και όχι να τους νουθετούμε ακόμα και αν κάνουν λάθη…» sic. Συνεπώς όπως λέει και το τραγούδι «άσε με να κάνω λάθος,μην παριστάνεις το θεό…» ή όπως έλεγε ένα σλόγκαν που πολυκυκλοφόραγε τη δεκαετία του 80’ «άσε με να πάθω για να μάθω»…


Δυσκολία στο να εντοπίσουν τα δικά τους συναισθήματα

Για ποια «συναισθήματα» μιλάμε, όταν η αντιληπτική ικανότητα ενός ατόμου από την παιδική ηλικία από την… πολύ «διαπαιδαγώγηση» της TV, του σχολείου και ακόμα και της ίδιας του της οικογένειας ή έστω του φιλικού/συγγενικού του περιβάλλοντος είναι τέτοια, ώστε πολλές φορές (όπως ακούμε και στις ειδήσεις για ειδεχθή εγκλήματα) και φόνο να κάνει δεν συναισθάνεται τίποτα! Το άτομο σε γενικές γραμμές, έχει μάθει να καταλαβαίνει ότι ο κόσμος γύρω του «γυρνάει για πάρτη του», έχει μάθει ότι μόνο τα δικά του θελήματα πρέπει να εξυπηρετούνται από αυτόν και κυρίως από τους γύρω του και ως εκ τούτου όταν δεν εξυπηρετείται από τους άλλους να γίνεται επιθετικός και βίαιος. Τα δε «θέλω» του ποικίλουν. Μπορεί να είναι από μια καλή οικονομική συμφωνία ή απόκτηση φήμης, μέχρι να γυρνάει σπίτι και να του τα φέρνουν όλα στο χέρι…


Περί αρετής


Η φιλοσοφική θέση και άποψη περί του πώς πρέπει να διαπαιδαγωγηθεί ένας άνθρωπος ώστε να γίνει ενάρετος (κατά την ελληνική έννοια βέβαια και όχι κατά τη χριστιανική) αποτελεί όχι απλά «ένα θέμα» αλλά ίσως το βασικότερο θέμα που απασχόλησε τους φιλοσόφους και γενικά την ανθρωπότητα από τα πανάρχαια χρόνια μέχρι, εν μέρει, και τις μέρες μας.

Ατέρμονες συζητήσεις και τόνοι μελάνης χύθηκαν αναλύοντας το πώς και το γιατί ένας άνθρωπος μπορεί και πρέπει να οδηγηθεί προς την αρετή, είτε αναζητώντας την είτε με κάποια τρόπον τινά καθοδήγηση, τόσο για τη δική του πνευματική ωφέλεια, όσο και του κοινωνικού του περίγυρου ανάλογα με τη φιλοσοφική θέση και οπτική σύμφωνα με την οποία αυτή, δηλαδή η αρετή, αναζητείται.

Βέβαια η «συζήτηση» αυτή άλλαξε «δρόμους» ανά τους αιώνες καθώς από τον 3-4 αιώνα μκχ νέα δόγματα ήρθαν στην δημόσια συζήτηση και τα οποία όχι απλά έθεσαν νέες θέσεις επ αυτού, αλλά με βάση τη δική τους κοσμοθεωρία, άλλαξαν και τους όρους ακόμα των λέξεων εισάγοντας ή αλλοιώνοντας το νόημα κάθε μιας από αυτές αφού έθεταν άλλες προτεραιότητες σε σχέση με τις παλαιότερες.

Έτσι λοιπόν αν για παράδειγμα, το ζητούμενο μέχρι και τον 2ο – 3ο αιώνα μκχ ήταν η απόκτηση της αρετής ώστε με βάση αυτήν ο άνθρωπος να επιτύχει όχι μόνο σπουδαία αλλά και χρηστά έργα για τον ίδιο και την κοινωνία κατά τη διάρκεια της ζωής του και να οδηγηθεί παράλληλα σε έναν ευτυχή βίο (εδώ μιλάμε πάντα με βάση τη σχετικότητα του τι είναι αρετή, τι είναι σπουδαίο και χρήσιμο, όπως και του τι είναι πραγματική ευτυχία) ο χριστιανισμός έθεσε άλλες «παραμέτρους» στην αρετή οι οποίες βασίστηκαν πάνω στους Μωσαϊκούς Νόμους και τη Βίβλο, όπου εκεί έχουμε να κάνουμε με την ιστορία, μυθολογία και κυρίως με την κοσμοαντίληψη ενός άλλου λαού που έθεταν διαφορετικές προτεραιότητες (έργα ανθρώπων έναντι του θεού) με συνέπεια ο όρος αρετή να αλλοιωθεί σχεδόν ολοκληρωτικά.
Αυτό συνέβη γιατί με την χριστιανική επέλαση όπως προέγραψα, δεν έχουμε να κάνουμε με φιλοσοφία, αλλά με θεοκρατικό δόγμα. Αυτό τι σημαίνει; Ας εξηγήσουμε τη διαφορά μεταξύ των δύο στάσεων.

Στην μεν φιλοσοφία (και αφού μιλάμε για την αρετή), η αρετή, αναλύεται κατά πρώτον ως προς το τι πραγματικά είναι. Και για να γίνει αυτό, αναλύεται κατά πρώτον ως προς το τι «θα πρέπει» (=δηλαδή θα ήταν χρήσιμο και ωφέλιμο) να θεωρούμε ως τέτοια. Δηλαδή με ποια ψυχικά ή νοητικά χαρίσματα είτε εκ γενετής δοσμένα από τους Θεούς, είτε επίκτητα («καλλιεργώντας» τα) μπορούμε να γίνουμε ενάρετοι.

Ωστόσο η φιλοσοφία δεν σταματάει εκεί, καθώς τα πάντα τίθενται υπό εξέταση. Δηλαδή για την φιλοσοφία δεν αρκεί να πούμε ότι λχ για να είναι κάποιος ενάρετος πρέπει να είναι (μεταξύ άλλων) τίμιος ή ειλικρινής ή ευσεβής προς Θεούς και ανθρώπους ή ανδρείος και γενναίος ή φιλόπονος κλπ αλλά εξετάζοντας ακόμα και τις επί μέρους αυτές αρετές, «δομείται» αργά αλλά σταθερά το «οικοδόμημα» που θέλει να «χτίσει» (ας αναφερθώ με αρχιτεκτονικούς όρους για να γίνει πιο κατανοητό) η φιλοσοφία προκειμένου το τελικό συμπέρασμα ως προς του τι είναι αρετή και πως αποκτάται να στηρίζεται σε ακλόνητα θεμέλια ώστε όχι μόνο να μην είναι έωλο επιχειρημάτων και αμφισβητήσιμο, αλλά (και κυρίως αυτό), επειδή η φιλοσοφία κατά τους προχριστιανικούς χρόνους ήταν κυρίως «εφηρμοσμένη σοφία» ας μου επιτραπεί η έκφραση, δηλαδή η εφαρμογή αυτών των θεωριών, δεν παρέμεναν θεωρίες, αλλά εφαρμοσμένες στη ζωή, θα έπρεπε να φέρουν και τα ανάλογα και επιθυμητά αποτελέσματα, αγαθά και χρηστά στους ανθρώπους και την κοινωνία μιας πόλης ή εν πάση περιπτώσει ενός κράτους του οποίου θα ήταν πολίτες και που πολύ πιθανόν μάλιστα θα το στελέχωναν.

Με άλλα λόγια οι προχριστιανικές κοινωνίες, θα θεωρούσαν απαράδεκτο για την πολιτεία τους να παράγει ανθρώπους οι οποίοι, ακόμα και αν διέθεταν κάποιες τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, αυτοί θα εστερούντο αρετών (λχ να μην ήταν τίμιοι, ή να εξαγοράζονται ή να είναι δειλοί) αφού θα ήταν μαθηματικώς βέβαιο ότι όχι μόνο χρήσιμοι δεν θα ήταν για την πολιτεία, αλλά επιζήμιοι και «παράσιτοι», «άχθος αρούρης» δηλαδή κατά τον Ηράκλειτο.

Εδώ βέβαια δεν θα πρέπει να παραγνωρίζουμε και τη συνεισφορά της Ελληνικής λατρείας προς τους Θεούς η οποία δεν συναποτελείται από ένα σκληρό, άκαμπτο και ανούσιο δόγμα το οποίο αντιφάσκει και ερμηνεύεται κατά το δοκούν όπως το χριστιανικό δόγμα, αλλά ο σεβασμός εκπηγάζει όχι από το φόβο προς τον θεό μα από το σεβασμό. Και αυτό γιατί; Γιατί οι Έλληνες Θεοί ενέχουν ΚΑΙ το στοιχείο του Αγαθού και του Ενάρετου και εξ αυτού αποτελούν πρότυπα και για τις κοινωνίες που τους λατρεύουν. Οι Έλληνες Θεοί είναι αυτοί που πρώτοι δείχνουν την αρετή της Ανδρείας στη μάχη, την αρετή του ευ αγωνίζεσθαι στους πάσης φύσεως αθλητικούς αγώνες, δείχνουν την αρετή της εγκράτειας κατά την εποχή της υλικής υπερεπάρκειας, την αρετή της τιμιότητας και της ειλικρίνειας στις ανθρώπινες σχέσεις, την αρετή της οικογενειακής αρμονίας μέσα σε ένα σπίτι και κάθε άλλη έκφανση του αγαθού. Η δε ανταμοιβή δεν… «κατατίθετο» σε κάποιαν άλλη ζωή και από κάποιον αυστηρό δικαστή αλλά «εδώ και τώρα» από τους ανθρώπους και τον κοινωνικό περίγυρο της πολιτείας. Και ούτε βέβαια υπήρχε κάποια υστερόβουλη «συγγνώμη» η οποία μπορούσε… «να σβήσει το πρόστιμο» και «να μηδενίσει το κοντέρ». Η όποια μεταστροφή αφορούσε τα έργα και τα πεπραγμένα του καθενός και συνεπώς όποιος έκανε «λάθος» (αμαρτία κατά τους χριστιανούς) είτε καθ υπόδειξην του κοινωνικού του περίγυρου είτε από δική του κατανόηση και μεταμέλεια όφειλε να το δείξει έμπρακτα. Συνεπώς αφέσεις αμαρτιών και λογοδοσία προς κάποιον τρίτο «εν καιρώ»… δεν υπήρχε. Γενικά θα έλεγα ότι η όποια «λογοδοσία» γινόταν προς τους υπολοίπους ανθρώπους με τους οποίους συναναστρεφόταν και αν δεν ήταν εντάξει προς αυτούς, τότε δεν ήταν εντάξει έναντι κανενός…

Αυτό βέβαια δεν αποσκοπεί στο να υπάρξει έστω υπόνοια ότι οι προχριστιανικές κοινωνίες ήταν τέλειες ή «κοινωνίες φιλοσόφων» ή κατά κανόνα ενάρετών πολιτών. Κάθε άλλο. Ακόμα και με τα σημερινά δεδομένα, κοινωνίες οι οποίες παρήγαγαν πλήθος μη ενάρετων ή ατομιστών (ή «ιδιωτών» κατά τους αρχαίους) πολιτών υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν ανάλογα και με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσε κάθε αρχαία κοινωνία και πολύ περισσότερο αλληλεπιδρούσε με άλλες. Ωστόσο η ουσία αυτής της αναφοράς είναι η γενική παιδαγωγική κατεύθυνση εκείνων των κοινωνιών οι οποίες έθεταν ως επίκεντρο αυτής ακριβώς της διαπαιδαγώγησης και μάλιστα απο μικρή ηλικία, τον «χρηστό πολίτη», το μέρος εκείνο δηλαδή του συνόλου, το οποίο (προσοχή εδώ) δεν ζούσε για το σύνολο (βαρβαρική αλλά και «νεοδυτική» νοοτροπία) αλλά ούτε και αναζητούσε την εκμάθηση των επιστημών για την προσωπική του ανέλιξη (αυτός ελέγετο και «ιδιώτης» που ακόμα και σήμερα στα Αγγλικά σημαίνει τον βλάκα, τον ηλίθιο=idiot). Αναζητούσε την πραγματική αρετή και καλλιεργώντας τα επι μέρους χαρακτηριστικά που συναποτελούν έναν ενάρετο άνθρωπο, μάθαινε ΚΑΙ τις επιστήμες ώστε ως ενάρετος και κατηρτισμένος επιστημονικά να αποτελέσει το είδος εκείνο του ενάρετου πολίτη (ή και ηγήτορα) χρήσιμου για την κοινωνία της οποίας αποτελεί μέλος ή αν μάλιστα ηγείται.




Ο χριστιανισμός τώρα, κατ’ αρχήν δημιούργησε έναν ολοκληρωτικά «δικό του» κόσμο. Γκρεμίζοντας όχι απλά πολιτισμικά αλλά ακόμα και  κοινωνιολογικά τον αρχαίο κόσμο, έθεσε τις δικές του προτεραιότητες και τα δικά του δεδομένα όχι απλά θέτοντας στο περιθώριο, αλλά εξαλείφοντας πλήρως ακόμα και κάθε ανάμνηση των παλαιών «καθεστώτων».

Έχοντας ως προτεραιότητα λοιπόν την επιβολή του βιβλικού προτύπου τρόπου ζωής και αδυνατώντας αυτόν να τον επιβάλει πλήρως χωρίς μια προηγούμενη καταστροφή του αρχαίου κόσμου, όχι απλά βοήθησε αλλά κυρίως, πολλές φορές με συνεργασία εξωτερικών εχθρών του Ρωμαϊκού Κράτους, αποδιοργάνωσε τους κοινωνικούς ιστούς της κάθε περιοχής του αχανούς Ρωμαϊκού Κράτους, το οποίο στην ουσία ήταν και όλος ο πολιτισμένος κόσμος εκείνης της εποχής στην περιοχή (με μια μικρή αλλά σχετική εξαίρεση του κράτους των Σασσανιδών). Βέβαια η επιβολή του βιβλικού τρόπου ζωής δεν έγινε μόνο με την βοήθεια των εξωτερικών εχθρών αλλά κατά περίπτωση. Η επιβολή έγινε με τρεις τρόπους:

1.Με τη βοήθεια της αυτοκρατορικής (κυρίως από τον 4ο αιώνα και μετά) ή έστω κρατικών αξιωματούχων που είτε εμφορούνταν από χριστιανικό φανατισμό είτε ήταν ανεκτικοί ή διεφθαρμένοι ‘η φοβούνταν την χριστιανική επιρροή.

2.Με τη βοήθεια εξωτερικών παραγόντων (βάρβαροι) προκειμένου να κατασταλούν Ρωμαϊκοί Εθνικοί ή (αργότερα) βαρβαρικοί «παγανιστικοί» πληθυσμοί.

3.Με τη βοήθεια της οχλαγωγίας χριστιανών οχλαγωγών κατά την οποία οι «παραβολάνοι» είχαν… «μόνιμη δουλειά» είτε προκαλώντας και εκφοβίζοντας τους Εθνικούς (όπου οι εθνικοί υπερτερούσαν), είτε καταστέλλοντας τις όποιες αντιδράσεις τους (σε περιοχές και εποχές που η χριστιανική επιρροή αμφισβητούνταν) ή διώκοντας ανηλεώς σε εποχές και περιοχές που οι Εθνικοί πληθυσμοί ήταν μειοψηφία.

Με την καταστροφή του παλαιού κόσμου και με την επιβολή της Νέας Τάξης Πραγμάτων λοιπόν, οι χριστιανοί μετέβαλλαν ή διέστρεψαν εντελώς και κάθε έννοια της (όποιας) γλώσσας όπως διέστρεψαν εντελώς και την έννοια της φιλοσοφίας (για να μην πω κατήργησαν) αφού από τον 4ο-5ο αιώνα μκχ και μετά, δεν έχουμε να κάνουμε με ανεξάρτητες και αυτοδιοικούμενες κοινωνίες που έθεταν ως προτεραιότητα τις δικές τους βουλές, παραδόσεις και τον τρόπο ζωής, αλλά με μια συγκεντρωτική εξουσία και θεοκρατία, (εξ ου και το δικέφαλο τέρας = αετός) η οποίες η μεν πρώτη (κρατικός φορέας) έθετε ως προϋπόθεση την υποταγή των υπηκόων στον αυτοκράτορα η δε θεοκρατία την (πνευματική και όχι μόνον) υποταγή στον ανατολίτη θεό.

Εδώ βέβαια η φιλοσοφία όχι απλά δεν έχει θέση αλλά και κηρύττεται ως εχθρός της «θεολογίας» αφού ενέχει το χαρακτηριστικό της συνεχούς αναζήτησης κάτι βέβαια που δεν μπορεί να γίνει ανεκτό από τους υπέρμαχους ενός «εξ αποκαλύψεως» δόγματος. Η φιλοσοφία καθ’ ομολογίαν των ίδιων των χριστιανών (διδασκάλων, πατέρων, απολογητών κλπ) χρησιμοποιήθηκε:

1.Μόνο μέχρι το σημείο που αναζητούσε «απαντήσεις» ή καλύτερα «εξηγήσεις» στο πώς θα δικαιολογούν το θεολογικό τους δόγμα

2. Ως προς τη γλώσσα η ελληνική ή η λατινική (και αυτές κακήν κακώς και κακοποιημένες) και αυτό γιατί είχαν να κάνουν με πολλούς λατινόφωνους ή λατινίζοντες και στην Ανατολή με ελληνόφωνους ή ελληνικούς πληθυσμούς

3. Και σε εκπαιδευτικό επίπεδο μετάλλαξαν πλήρως το νόημα και την έννοια του φιλόλογου σε αυτό του «σχολαστικιστή». Ενός διδασκάλου δηλαδή που ασχολείται όχι με την ουσία των κειμένων αλλά με έναν γλωσσικό σχολαστικισμό ο οποίος πέραν του ανούσιου καταντάει και γραφικός και βαρετός και ο οποίος συνεχίζεται και μέχρι των ημερών μας (στην νεορωμέϊκη Ελλάδα βέβαια). Και βέβαια μιλάμε για μία (πολύ σχετική) εκπαίδευση για τις πλούσιες τάξεις και όχι για όλους.

Παράλληλα η εκβαρβάρωση που υπέστη ο μεσαιωνικός κόσμος, η κατάπτωση των ηθών και η πλήρης αλλαγή του τρόπου ζωής ο οποίος για τον ένα ή για τον άλλο λόγο (πχ θεοκρατικές διώξεις, εγκατάσταση επήλυδων βαρβάρων κλπ) κατέστη πρωτόγονα ζωώδης σε σημείο ώστε όχι απλά να εγκαταλειφθεί και να ξεχαστεί κάθε έννοια περί φιλοσοφίας και παιδείας, αλλά ακόμα και πληθυσμοί ελληνόφωνοι/λατινόφωνοι να οδηγηθούν είτε στην εκβαρβάρωση είτε στο θάνατο, έφερε την πλήρη αποκτήνωση.

Με άλλα λόγια δηλαδή δημιουργήθηκαν (νέες) κοινωνίες στην ουσία νομάδων-ημινομάδων, οι οποίες ζώντας μέσα σε πρωτόγονες κοινωνίες ζούσαν είτε με την καθημερινή αρπαγή, λεηλασία, το βιασμό και το θάνατο των πληθυσμών που ζούσαν στο ίδιο με αυτούς κράτος, είτε στην καλύτερη περίπτωση με την «εξωτερίκευση» της βαρβαρότητάς τους σε «άλλους» πάσης φύσεως εχθρούς και συνήθως «αλλόθρησκους» ή εν πάση περιπτώση «αλλότριους».

Ο βάρβαρος και νομαδικός αυτός (κατ ουσίαν) τρόπος ζωής υφίστατο μέχρι και πολύ μετά την περίοδο που περιγράφεται ως «Ύστερος Μεσαίωνας (δηλαδή μετά το 1200 μκχ) και δεν αφορούσε μόνο την Ανατολή όπου εκεί κατά κύριο λόγο επικράτησαν η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία αλλά και στη Δύση η οποία από μια περίοδο και μετά με την βοήθεια των Ελλήνων σοφών που διώχθηκαν ή αναγκάστηκαν σε αυτοεξορία είτε από τους χριστιανορωμαίους ή από τους Οθωμανούς, έδωσαν το έναυσμα και διεύρυναν την εκμάθηση των Ελληνικών γραμμάτων και επιστημών και κυρίως την συνεχή φιλοσοφική αναζήτηση της γνώσης και της αρετής.

Η ειδοποιός διαφορά είναι ότι παρόλο που οι φυγάδες Έλληνες σοφοί της Ανατολής κατάφεραν να μπολιάσουν το φιλέρευνο πνεύμα στη Δύση σχετικά με την εκμάθηση των επιστημών, αλλά όπως απεδείχθη και αργότερα, σε επίπεδο φιλοσοφικό «απέτυχαν» σχεδόν συντριπτικά αλλά όχι εκ λάθους δικού τους.

 
Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων (1355-1452 μκχ). Η επιρροή του, όπως και η επιρροή πλήθους Ελλήνων λογίων πριν και μετά απο αυτόν, ήταν καθοριστική για την έναρξη της ενασχόλησης με τις επιστήμες αλλά και τη φιλοσοφία εκ των οποίων όμως μόνο η πρώτη ευδοκίμησε να δει αλματώδη ανάπτυξη τους επόμενους αιώνες και αυτό με χίλιες δυό δυσκολίες. Η δε μετοίκηση των λογίων στη Δύση έγινε σε μια εποχή που η δήθεν προϋπάρχουσα Αναγεννησιακή "ανάπτυξη των επιστημών" ήταν τέτοια ώστε χειρούργοι ήταν όσοι ήξεραν... να κόβουν (πχ μπαρμπέρηδες ή και χασάπηδες!). Η αστρονομία δεν είχε διαχωριστεί με την... αστρολογία, η χαρτογραφία και η ναυσιπλοία γινόταν στην τύχη (βλέπε Κολόμβο και ανακάλυψη της Αμερικής...) όπως ακριβώς και η αρχιτεκτονική... Τα μεγάλα οικοδομήματα που πολλά απο αυτά βλέπετε μέχρι και τις μέρες μας γινόταν κυρίως απο... εμπειροτέχνες οι οποίοι οικοδομούσαν και ήταν θέμα τύχης το ΑΝ θα ήταν στέρεο το κτίριο (βλέπε καμπαναριό της Πίζας και άλλα οικοδομήματα που παρουσίασαν αρχιτεκτονικές αστοχίες ή και κατέρρευσαν και για τον Ελλαδικό χώρο συνέβαιναν περίπου τα ίδια ή και χειρότερα... βλέπε μύθο για το "γιοφύρι της Άρτας"... Ήταν θέμα τύχης αν ένα οικοδόμημα θα έμενε στέρεο γιατί... απλά δεν είχαν γνώσεις αρχιτεκτονικής!). Για τον Ελλαδικό χώρο επίσης να πούμε οτι οι Έλληνες λόγιοι παρουσιάζονται σήμερα ως "δικοί μας" αποσιωπόντας για το γεγονός οτι η εκκλησία δίωκε ανηλεώς τους ενασχολούμενους με τις επιστήμες ακόμα και αν κάποιοι απ' αυτούς ήταν πιστοί (επίσημα ή ανεπίσημα) στο χριστιανικό δόγμα της Ανατολής...


Η φιλοσοφική αναζήτηση του ενάρετου ανθρώπου καλύφθηκε, αλλοιώθηκε ή και κυνηγήθηκε από θεοκράτες, άσχετους αλλά και απατεώνες με αποτέλεσμα να υπάρξει μια ανισόρροπη ανάπτυξη των επιστημών και της τεχνολογίας μεν μια «ατροφική» και σχεδόν ανύπαρκτη «ανθρωπιστική» (ας την αποκαλέσω έτσι) Παιδεία.

Με άλλα λόγια οι άνθρωποι αποτίναξαν και αποκήρυξαν την θεοκρατική άγνοια αλλά αδιαφόρησαν και απαξίωσαν πλήρως γι’ αυτές που ονόμασαν «ανθρωπιστικές επιστήμες».
Αποτέλεσμα αυτού ήταν η κατά το δοκούν κατάθεση άποψης εν πολλοίς και ως «φιλοσοφία» από τον κάθε θεοκράτη ή εκ θεοκρατίας εμπνεόμενο, από τον κάθε άσχετο ή (ακόμα χειρότερο) ημιμαθή ή/και από τον κάθε απατεώνα, ο οποίος με το πέρασμα των αιώνων μας άφησε «κτήμα ες αει» ως… νέος Θουκυδίδης την αμπελοφιλοσφία του έωλη στέρεων επιχειρημάτων, απλά γιατί… έτσι του φώτισε. Εδώ αξίζει να πούμε ότι τέτοιες περιπτώσεις, δεν έχουμε μόνο στον τομέα ο οποίος στη Δύση αποκαλείται «ανθρωπιστικές επιστήμες» αλλά ακόμα και στις θετικές επιστήμες.

Στις μέρες μας κάτι τέτοιο δεν είναι εν πολλοίς εφικτό, διότι, σε ότι αφορά τις θετικές επιστήμες, η αλματώδης πρόοδος και ανάπτυξη απαιτεί όχι απλά εξειδικευμένες γνώσεις αλλά συγχρόνως και ικανή αντίληψη περί του αντικειμένου.

Ωστόσο στις ανθρωπιστικές επιστήμες, όπου ο… θεολογικός «αλμπανισμός» έχει καταφέρει… «θαύματα» κατά τον Μεσαίωνα, έχει επιτελέσει «θαυμάσιο» έργο ακόμα και στις μέρες μας και αυτό… φαίνεται. Πώς; Από την καθημερινότητά μας και όχι μόνο.
Κατά πρώτον ακόμα και σήμερα ο όρος «φιλοσοφία» χρησιμοποιείται πολύ περιορισμένα και αυτό με κακοποιημένο (και πάλι) τον όρο.

Για την οικονομία του λόγου, αρκεί να αναλογιστείτε το κατά πόσο εκτιμάται σήμερα ένας φυσικός επιστήμονας και κατά πόσο ένας λχ παιδαγωγός. Κατά πόσο ένας μαθηματικός ή αρχιτέκτονας ή κατά πόσο ένας καθηγητής φιλοσοφίας (χωρίς «μέσον» στα ΜΜΕ) ή ακόμα κι ένας μουσικός ή ζωγράφος. Και πριν προλάβουν κάποιοι να αμφισβητήσουν (θα πουν επι παραδείγματι «μα καλά, το ότι προσλαμβάνονται ως καθηγητές και όχι μόνο δεν αποτελεί έστω ένδειξη μιας κάποιας αναγνώρισης;») αρκεί να πω ότι ζωγράφοι, «φιλόσοφοι», και μουσικοί μπορούν ΚΑΙ ΔΗΛΩΝΟΥΝ πολλοί ακόμα και αν δεν έχουν πτυχίο. Το κυριότερο όμως είναι, το πόσοι θα προσλάβουν έναν καθηγητή για να κάνει ιδιαίτερα στο παιδί τους μαθηματικά, χημεία, φυσική κλπ και πόσοι έναν παιδαγωγό…;

Παράλληλα πέραν του ότι ο ίδιος ο όρος της φιλοσοφίας έχει αλλοιωθεί και δεν αποτελεί άλλωστε παιδαγωγικό ΑΠΑΙΤΗΤΕΟ μάθημα, ούτε καν διδάσκεται στα σχολεία.
Και για να εξειδικεύσω περαιτέρω, ζούμε σε κοινωνίες στις οποίες η παιδαγωγική της εξαντλείται στο πώς θα παράγουν επιστήμονες ώστε «να πάρουν ένα εφόδιο για τη ζωή» (=προσωπική ανέλιξη) αλλά από παιδαγωγική…; Μηδέν.

Ζούμε σε κοινωνίες δηλαδή που δεν θέλουν ενάρετους πολίτες, αλλά επιστήμονες…
Το κακό το επιτείνει βέβαια και η διαιώνιση της θεοκρατικής μπαρουφολογίας από το σπίτι, την τηλεόραση και γενικά τα ΜΜΕ (τα οποία δρουν ως ανεμοδούρες) αλλά και από το σχολείο όπου μπορεί να μην διδάσκεται η Ελληνική αρετή αλλά από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού διδάσκουν τα παιδάκια να προσκυνάνε κόκκαλα, διάφορους ψευδοπροφήτες και να μαθαίνουν πώς να πέφτουν θύματα των «θαυματοποιών»…

Άλλωστε ακόμα και αν ελαμβάνετο η απόφαση ποτέ από κάποια κυβέρνηση (…λέμε τώρα…) να διδάσκεται η Ελληνική αρετή, ποιους καθηγητές θα έβρισκε για να στελεχώσουν τον Εκπαιδευτικό μηχανισμό και με τι εφόδια όταν και οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί και οι Ακαδημαϊκοί μπορεί να… κατέχουν ίσα με δεκαπέντε οκάδες χαρτί σε πτυχία αλλά η θρησκοληψία τους και η χριστιανική τους θεομανία, τους καθιστά όχι απλά φερέφωνα της θεοκρατίας αλλά και επικίνδυνους για την (περαιτέρω) ψυχική υγιεία των μαθητών;

Πώς ένας ηγέτης θα εμπιστευθεί ως παιδαγωγούς, ανθρώπους οι οποίοι μπαινοβγαίνουν σε χριστιανικές συναγωγές και μοναστήρια, δηλώνουν μελετητές προφητών, λάτρεις θεοκρατικών κοινωνιών και… γιοί «πνευματικών» ρασοφόρων με καλυμμαύκι…

Αν προσθέσουμε σε αυτούς και τους Μαρξίζοντες «διορθωτιστές», δηλαδή τους αναφανδόν οπαδούς μιας αμπελοφιλοσοφικής θεωρίας η οποία βάλθηκε να μας βάλει με το έτσι θέλω «στον ίσιο δρόμο» και να φτιάξει έναν επίγειο (σοσιαλιστικό) παράδεισο (κατά τον οποίο όμως όποτε και όπου επιβλήθηκε τον έζησαν μόνο οι κατ επάγγελμα «λαοκράτες»), όπως και τους πάσης φύσεως εθνικιστές, οικονομοφιλελευθεριστές και άλλους δογματικούς, τότε γίνεται αντιληπτό ότι όχι απλά μιλάμε για ανισόρροπη πολιτισμική ανάπτυξη, αλλά για την δημιουργία ενός νέου τεχνοκρατικού πολιτισμού, ο οποίος βασίζεται πάνω στον ατομισμό, τον υλισμό και την πλήρη εξαχρείωση του ανθρώπου σε σημείο ώστε να μπορούμε να πούμε κάλλιστα ότι έχουμε ένα νέο είδος εκβαρβάρωσης, αφού οι άνθρωποι δεν διδάσκονται να είναι ενάρετοι και επιστημονικά καταρτισμένοι αλλά ένα ολόκληρο εκπαιδευτικό σύστημα μιας χώρας ασχολείται με το πώς θα παράγει ανθρώπους που το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι πώς θα πάρουν «το χαρτί» με το οποίο όταν θα βγουν από τα (κατ’ επίφαση) αποκαλούμενα εκπαιδευτικά ιδρύματα θα βρεθούν σε μια κοινωνική ζούγκλα στην οποία θα πρέπει «ή να φάνε ή να φαγωθούν»…

Και αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα αλλά λίγο έως πολύ και στον υπόλοιπο κόσμο και πολύ περισσότερο στη λεγόμενη «Δύση».

Εδώ βέβαια αξίζει να επισημάνω και το ότι στη Δύση η κατάσταση είναι μεν ελαφρώς καλύτερη σε σχέση με την Ελλάδα για το λόγο ότι η Ελλάδα ειδικά μετά από το 1990 δεν έχει σχεδόν καμία σχέση με αυτήν παρελθουσών δεκαετιών. Αλλά αυτό θα το αναλύσω σε κάποιο άλλο άρθρο.

Η αλήθεια είναι ότι στη Δύση, μπορεί μεν η θεοκρατία και η κατάπτωση των ηθών να είναι περίπου ίδια με εδώ, ωστόσο ακόμα κι έτσι διάφορες παιδαγωγικές εισάγονται στα σχολεία με σκοπό την εξειδικευμένη καλλιέργεια σωστής και αρμόζουσας συμπεριφοράς (άλλες φορές αντικειμενικά σωστές και άλλες εντελώς υποκειμενικά έως απαράδεκτες βέβαια) αλλά και αυτό σε εξειδικευμένες περιπτώσεις. Δηλαδή κι εκεί δεν διδάσκεται η αρετή αλλά λχ το να επιδεικνύεις φιλόζωη συμπεριφορά,  ή να σέβεσαι τις γυναίκες ή το πώς να καταναλώνεις σωστά και με μέτρο τιμωρώντας και επιβραβεύοντας τις αντίστοιχα «κακές» και τις «καλές» εταιρίες προϊόντων.

Ωστόσο ακόμα και αυτό είναι στην ουσία «μπάλωμα». Γιατί ποιά είναι η ουσία του να μαθαίνεις λχ να έχεις καταναλωτική συνείδηση και όταν κάποτε αποφοιτήσεις με πτυχίο να δουλέψεις για μια εταιρία που ακόμα και κατά γενική ομολογία μπορεί να θεωρείται «κακή» εταιρία;

Και ποια η ωφέλεια του να μάθεις να σέβεσαι τις γυναίκες (μόνο;) και να μην σέβεσαι όλους τους άλλους;

Και τι είναι ο «σεβασμός» προς τον άλλον; Το να του δώσεις προτεραιότητα στην ουρά μιας υπηρεσίας ή να του κάνεις χώρο να περάσει;

Και τι αξίζει ο σεβασμός όταν την άλλη μέρα μπορεί τον ίδιο άνθρωπο να τον αδικήσουμε και μάλιστα νόμιμα. Για παράδειγμα να τον προσλάβουμε και να του φερόμαστε σαν να ήταν δούλος μας και όχι υπάλληλος ή και να τον απολύσουμε χωρίς αποζημίωση ή προειδοποίηση;

Ερωτήματα που όχι απλά δεν βρίσκουν απάντηση με όλες αυτές τις κατ’ ευφημισμό «προωθημένες πολιτικές» ενός πολλές φορές δια της βίας επιβληθέντος εκπαιδευτικού «ακτιβισμού» αλλά οδηγούν και σε αντίθετα αποτελέσματα ή στην καλύτερη περίπτωση σε οξύμωρα…


Από τον Γουτεμβέργιο στον Μακιαβέλι

Αφήνοντας όμως κατά μέρος την σημερινή εκπαιδευτική και παιδαγωγική πραγματικότητα, ας πάμε πάλι στον Υστερο Μεσαίωνα. Όπως προέγραψα, μεταξύ άλλων, πλήθος απατεώνων ανεφύησαν και ήλθαν ως σοφοί να μας δώσουν τα «φώτα» της ημιμάθειάς τους. Τέτοιοι δεν ήταν λίγοι. Ειδικά μέχρι και τον 15ο αιώνα οι… χομπίστες, δηλαδή αυτοί που ασχολούνταν (παράπλευρα ή στον ελεύθερό τους χρόνο) με πολλά ή με κάτι συγκεκριμένο, αλλά σαν χόμπυ και οι παντελώς άσχετοι που από το πουθενά ήλθαν ως αερόλιθοι και αυτοαναγορεύτηκαν σε αστρονόμους (… πολύ «της μόδας» τότε) πολιτικούς επιστήμονες, ακόμα και γιατρούς κλπ ήταν πολλές.

Η μέθοδος «απλή». Κατά πρώτον πρέπει να πούμε ότι την εποχή εκείνη, ακόμα και μέχρι πρότινος (μην πω πριν την εποχή του ίντερνετ) η δυνατότητα ή μη πρόσβασης σε βιβλιοθήκη σήμαινε το παν (ρωτήστε κι εμένα τι τραβούσα με τις βιβλιοθήκες και την αναζήτηση βιβλίων πριν το ίντερνετ…). Θυμάμαι ότι ακόμα και πριν το 1990-1995 ένα «καλό σπίτι» δεν νοείτο χωρίς μια «καλή βιβλιοθήκη» (για μένα ισχύει ακόμα αυτό, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα).

Πολύ περισσότερο εκείνη την εποχή όπου τα βιβλία όχι απλά ήταν ακριβά και μη προσβάσιμα σε πολλούς, αλλά και δυσεύρετα. Συνεπώς μόνο αν είχες πρόσβαση σε μια σχετικά καλή βιβλιοθήκη ή κάποιον φίλο με τέτοια πρόσβαση μπορούσες να ΕΜΠΛΟΥΤΙΣΕΙΣ τις γνώσεις σου επάνω σε κάτι. Μάλιστα όσο πιο δυσεύρετα τόσο το καλύτερο, αλλά το δυσεύρετο βιβλίο ήταν προνόμιο κυρίως των ευγενών (και όχι όλων) και συγκεκριμένων ατόμων που είχαν στην κατοχή τους τέτοια βιβλία (πολύ λίγοι σχετικά).
Παράλληλα πρέπει να αναφερθούμε και σε κάτι άλλο. Συνήθως στην Ελλάδα αναφερόμαστε στην Αναγέννηση θέλοντας άλλος να καταδείξει την σημασία που έπαιξαν ή δεν έπαιξαν οι φυγάδες Έλληνες (όχι τόσο ως προς την καταγωγή όσο ως προς τα φρονήματα) λόγιοι της Ανατολής. 

Ωστόσο ξεχνάμε ίσως τον πιο κρίσιμο παράγοντα. Τον Γουτεμβέργιο, ο οποίος ήδη από το 1462 αρχίζει να παράγει βιβλία (πρώτα την Βίβλο… βεβαίως βεβαίως).

Ο Ιωάννης Γουτεμβέργιος (Johannes Gutenberg, 1400-3 Φεβρουαρίου 1468) ήταν Γερμανός σιδηρουργός, χρυσοχόος, τυπογράφος και εκδότης οοποίος εισήγαγε την τυπογραφία στην Ευρώπη.


Κατ εμέ, η εφεύρεση αυτή ήταν καθοριστική για την εξάπλωση ενός κατ’ αρχήν φιλέρευνου πνεύματος. Βέβαια η θετική αυτή εξέλιξη πήρε όχι απλά δεκαετίες, αλλά αιώνες ώστε να αποδώσει κάποιους καρπούς, ωστόσο ακόμα και η διάδοση της Βίβλου «ωφέλησε». Σε τι ωφέλησε η εξάπλωση της Βίβλου; Στο γεγονός ότι η αμορφωσιά που υπήρχε τότε ήταν τέτοια ώστε ούτε το τι έγραφαν οι «ιερές γραφές» τους δεν γνώριζαν οι χριστιανοί. Για να μην πω ότι ακόμα και μέχρι πρότινος, ακόμα και η γνώση της βίβλου ή της Καινής Διαθήκης εθεωρείτο… σπουδαία γνώση… «Έχει μελετήσει την Αγία Γραφή»… έλεγαν οι χριστιανοί μέχρι πρόσφατα και νόμιζες ότι έχει «εντρυφήσει» στην κβαντική φυσική… 

Για να είμαι ακριβής ακόμα και μέχρι σήμερα στην Ελλάδα, η γνώση και μόνο χριστιανικών γραφών, «Πατερικών» διδαχών και γενικά χριστιανικής κειμενογραφίας όχι απλά θεωρείται γνώση αλλά θεωρείται Ακαδημαϊκή μόρφωση και η απόκτηση πτυχίου θεωρείται ισότιμη με την απόκτηση πτυχίου οποιασδήποτε άλλης επιστήμης. Φυσικά όπως θα αντιλαμβάνονται οι «νουν έχοντες» εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με θρησκειολογία (έστω), αλλά με την αποκλειστική ενασχόληση με συγκεκριμένο δόγμα υπό μορφή κατήχησης και με σκοπό την παραγωγή κατηχητών. Σαν να λέμε δηλαδή ότι το να διδάσκεις – αναλύεις εθνικιστικά ή μαρξιστικά κείμενα-βιβλία-«μελέτες» κλπ αποτελεί εξειδικευμένη γνώση…

 Για το λόγο αυτό άλλωστε η πρώτη συνέπεια της διάδοσης του βιβλίου υπήρξε η «μεταρρύθμιση». Τι είναι η «μεταρρύθμιση»; «Θρησκευτική μεταρρύθμιση» ονομάζεται το θρησκευτικό κίνημα του 16ου αιώνα, που συνέβη στην Ευρώπη και ίδρυσε τον Προτεσταντισμό ως τρίτο μεγάλο κλάδο του Χριστιανισμού. 

Ο Προτεσταντισμός πήγασε από την αντίθεση με την Καθολική Εκκλησία και τις πρακτικές της. Οι τρεις κλάδοι του Χριστιανισμού είναι η Ορθοδοξία, ο Καθολικισμός και ο Προτεσταντισμός (ή Διαμαρτύρηση).

Ξεκίνησε στη Γερμανία το 1517, όταν στις 31 Οκτωβρίου ο Μαρτίνος Λούθηρος συνέταξε τις 95 θέσεις του, τις οποίες θυροκόλλησε στην είσοδο της μητρόπολης της Βιτεμβέργης, στις οποίες καταδίκαζε την πώληση συγχωροχαρτιών και την απόλυτη εξουσία του Πάπα. Τελικά ολοκληρώθηκε το 1648 με τη Συνθήκη της Βεστφαλίας. Eξαπλώθηκε στη Γερμανία την Πολωνία, την Βοημία, την Μοραβία, την Ουγγαρία και την Τρανσυλβανία. Η Παπική Εκκλησία τον κήρυξε αιρετικό αλλά με την υποστήριξη των Γερμανών αριστοκρατών, και του λαού, κατάφερε να περάσει τις αλλαγές που πρότεινε. Κύριοι πρωταγωνιστές της θρησκευτικής μεταρρύθμισης ήταν, εκτός από τον Λούθηρο, ο Ιωάννης Καλβίνος και ο Ούλριχ Ζβίγγλιος.

Η θεωρία της Μεταρρύθμισης εμπερικλείει τις βασικές αρχές του σύγχρονου Προτεσταντισμού.

Απο το 1462 και την εφεύρεση του βιβλίου μέχρι το 1517 και την μεταρρύθμιση, μεσολάβησαν περίπου 50 χρόνια, δηλαδή δυό γενιές. Εδώ όμως πάλι έχουμε το εξής οξύμωρο. Ότι ενώ με τη χρήση του τυπογράφου διαδόθηκε η χρήση του βιβλίου, ο κόσμος αντί να ξυπνάει από τη λήθη, περιήλθε σε μεγαλύτερο θρησκευτικό φανατισμό. Γιατί αυτό; Για τον απλούστατο λόγο ότι εκείνη την εποχή, δεν ήταν μόνο ο Λούθηρος, ο Καλβίνος ή ο Ζβίγγλιος που επαναστάτησαν εναντίον της Καθολικής εκκλησίας αλλά αυτοί απλά αποτελούν τα κορυφαία ονόματα που η δράση και η διδασκαλία τους επέδρασαν καταλυτικά ή έστω σε πολύ μεγάλο βαθμό στην αλλαγή του θρησκευτικού χάρτη της Ευρώπης. 

Εκείνη την εποχή υπήρχαν πλήθος ρασοφόρων, από απλούς μοναχούς μέχρι καρδινάλιους, που διακήρυτταν  παραλλαγές του χριστιανικού δόγματος ή απλά εαναστατούσαν κατά της παπικής εξουσίας, φαινόμενο που έδωσε άλλωστε… νέα «δουλειά» στους ιεροεξεταστές ανά την Ευρώπη και τον κόσμο. Θα ήταν τραγικό να μην βλέπαμε το γεγονός ότι η θρησκευτική αυτή επαναστατικότητα ανάμεσα στις σέχτες του χριστιανισμού «συνέπεσε» λίγο μετά την έλευση της πρώτης Βίβλου του  Γουτεμβέργιου και την διάδοση της ανάγνωσής της εκ μέρους των χριστιανών.

Και εδώ θέλω να περιγράψω το κωμικοτραγικό της όλης καταστάσεως η οποία επιβαρύνει και τη σύγχρονη πραγματικότητα.

Από τη μια έχουμε μια συμπαγή θεοκρατική σέχτα η οποία δε δέχεται, όχι απλά αλλόθρησκούς, αλλά ούτε καν την παραμικρή παρέκκλιση από τα δήθεν θέσφατα. Θέσφατα τα οποία όμως τα πιστά τους «πρόβατα» (=ποίμνιο) ούτε καν γνωρίζουν. Και όταν θα τα μάθουν θα αρχίσουν ο καθένας από μόνος του να διαβάζει και να ερμηνεύει τα κείμενα κατά το δοκούν, όπως άλλωστε έκαναν μέχρι πρότινος και οι σοφοί τους «προβατάρχες» (=ποιμενάρχες), οι οποίοι κατείχαν μέχρι τότε σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα τα βιβλία και από αυτά τους «ερμήνευαν» τις γραφές κατά το συμφέρον της εκκλησίας.

Όταν λοιπόν αυτή η «γνώση» της ίδιας τους της «ιεράς γραφής» γίνει σχεδόν κοινό κτήμα, θα αρχίσει η αμφισβήτηση, όχι μόνο βέβαια λόγω θεολογικών διαφορών, αλλά αναμεμειγμένων και με άλλα κοινωνικά αιτήματα (φτώχεια, πάσης φύσεως καταπίεση, δεσποτεία κλπ) με συνέπεια μέσα σε 200 χρόνια να εκραγούν μια σειρά πολέμων οι οποίοι όχι μόνο ήταν οι αιματηρότεροι της Ευρωπαϊκής ιστορίας αλλά και εν πολλοίς διαμόρφωσαν νέα σύνορα, παγίωσαν στην εξουσία νέες χριστιανικές σέχτες γκρεμίζοντας άλλες κ.τ.ό.
Από την άλλη έχουμε «μεταρρυθμιστές» οι οποίοι ακολουθώντας την μέθοδο των άλλων αναγεννησιακών απατεώνων που ασχολούνταν με τις επιστήμες, βρήκαν «πεδίο δόξης λαμπρό», ώστε να διαπρέψουν στα εκκλησιαστικά. 

Εδώ βέβαια δεν υπήρχε κάποιος Αρίσταρχος ή Ποσειδώνιος ή Στράβωνας και άλλοι αρχαίοι συγγραφείς και φιλόσοφοι για να αντιγράψουν παρουσιάζοντας αποσπάσματα, ιδέες τους ή και ολόκληρα έργα τους ως δικά τους, μπορούσαν όμως να παρουσιάσουν νέες «ερμηνείες» πάνω στις δύο «ιερές γραφές» (Π.Δ. και Κ.Δ.) και αποκτώντας «δικά τους» πιστά «πρόβατα» να γίνουν κάτι σαν προφήτες του θεού.

Έτσι λοιπόν έχουμε αφενός μεν αναγεννησιακούς συγγραφείς που κατακλέβουν από την αρχαία κειμενογραφία (ακόμα και από κείμενα συγγραφέων που δεν διασώζεται σήμερα κάποιο έργο τους!) και από την άλλη αναγεννησιακούς αριβίστες θεοκράτες που επαναστατούν κατά της κατεστημένης Καθολικής εκκλησίας, μαζεύουν ευκολόπιστους, τυχοδιώκτες ή απλά καταπιεσμένους που βρίσκουν διέξοδο στην επανάσταση κατά της «καθεστηκυίας τάξεως» και οδηγούνται σαν πρόβατα στη σφαγή ή στην καλύτερη περίπτωση στην εξορία (βλέπε εξορία=αυτοεξορία προτεσταντών σε Αγγλία, Αποικιακή Β. Αμερική, εξορία Καθολικών από Προτεσταντικές περιοχές προς Καθολικές περιοχές της Κεντρικής Ευρώπης κλπ).

Τα δυο αυτά γεγονότα, δηλαδή η διάδοση του βιβλίου και η «Ιταλική Αναγέννηση» (την οποία οι σύγχρονοί δυτικοί αποδίδουν ουσιαστικά σε… παρθενογέννεση, δηλαδή ότι έγινε από μόνη της!) επέδρασαν καταλυτικά στον σύγχρονο Ευρωπαϊκό πολιτισμό και κυρίως στην ευρωπαϊκή κοινωνική ψυχολογία και τρόπο ζωής και σκέψης.

Αυτό σημαίνει πολύ απλά ότι ναι μεν έγινε δεκτή η εκ νέου εκμάθηση των Ρωμαϊκών «Artes Liberales» των ελευθερίων τεχνών που προήλθαν από το Ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα των Ελληνιστικών χρόνων και πιο πριν της Κλασσικής αρχαιότητας αλλά σε επίπεδο ανθρωπιστικών σπουδών, κάθε ενασχόληση με την φιλοσοφία ως παιδαγωγική χάθηκε κάτω από το βάρος της θεοκρατίας η οποία ήθελε και κρατούσε τα ηνία.

Έτσι λοιπόν έχουμε το εξής οξύμωρο. Αφενός μεν να έχουμε μια παιδαγωγική χριστιανική και αφετέρου μια μελέτη και ανάπτυξη των επιστημών, πάντα όμως μόνο σε τεχνολογικό επίπεδο με τους δύο αυτούς τομείς ωστόσο, να αλληλοσυγκρούονται και φτάνοντας ως την εποχή μας να αποτελούν ένα παράδοξο, ας το πω, «εκπαιδευτικό δίπολο», όπου το ένα «απαξιώνει» το άλλο.

Εννοείται ότι πρώτος τον πόλεμο τον κήρυξε η εκκλησία η οποία αρχικά δεν ήθελε ούτε καν να ακούσει για ανάπτυξη των επιστημών το οποίο είναι και εν μέρει κατανοητό. Οτιδήποτε καταρρίπτει εκκλησιαστικούς μύθους αποτελεί εκ φύσεως «εχθρό» της εκκλησίας αφού η γνώση της «κόβει» πιστούς, επιρροή και φυσικά χρήμα. Για την εκκλησία θα της ήταν προτιμότερο να ήμασταν ακόμα στην εποχή που οι πιστοί πίστευαν επι παραδείγματι ότι οι εκλείψεις ηλίου γίνονταν από «οργή του θεού» (και όχι επειδή κάποιο ουράνιο σώμα παρεμβάλλεται μεταξύ ήλιου και γης) και ας γυρνούσαμε ακόμα με κάρα, παρά να ζούμε σε μια εποχή όπως σήμερα όπου εκατομμύρια άνθρωποι σώζονται κάθε μέρα χάρη στην ύπαρξη και αλματώδη ανάπτυξη της ιατρικής  επιστήμης αντί να προσεύχονται μαζικά στις εκκλησίες για να φύγει η Μαύρη Πανώλη ως «μάστιγα του Θεού»…

Ακόμα και στην εποχή μας είναι κάτι το φυσιολογικό επιστήμονας να είναι οπαδός κάποιας χριστιανικής σέχτας, πολλές φορές μάλιστα και… φανατικός και αφετέρου να αναζητά το θαύμα όχι από κάποιον θεό αλλά μέσα στις χημικές ενώσεις και τα φυσικά φαινόμενα. Σχιζοειδής μανιοκατάθλιψη δηλαδή!

Για να είμαι ακριβής θεωρώ εντελώς άστοχο τον ισχυρισμό ότι ο Μεσαίωνας έχει περάσει ή ότι σταμάτησε τον 18ο αιώνα μκχ με την έλευση της Βιομηχανικής Επανάστασης. Θεωρώ ότι βρισκόμαστε στην καλύτερη περίπτωση σε έναν «Μετα-μεσαίωνα» και (ίσως) σε ένα ακόμα μεταβατικό στάδιο απεμπόλησης της χριστιανικής δογματικής θεολογίας, αν και είναι άγνωστο αν και πότε θα επιτελεστεί, καθώς η θρησκεία αυτή βασίζεται σε ένα διαρκώς μεταλασσόμενο δόγμα, το οποίο μέσω των ερμηνειών μπορεί να μετατρέπεται από μια άκαμπτη και μισαλλόδοξη διδασκαλία, σε μια πολύ σύγχρονη διδασκαλία «αγάπης προς όλους» ακόμα και στους ιδεολογικούς εχθρούς της (πχ Μωαμεθανοί) ανάλογα βέβαια πάντα με… τη στιγμή και το ακροατήριο.

Η κατάσταση αυτή δεν έχει αλλάξει ουδόλως από τον 11ο – 12ο αιώνα, οπότε θα μπορούσες να δεις έναν αγράμματο να διαβάζει Πλάτωνα ή Αριστοτέλη και να του «μπαλώνει» όπως - όπως χριστιανικές και βιβλικές διδαχές παρουσιάζοντας στο… πόπολο εκτρώματα και το χειρότερο, σήμερα τα έργα τους να θεωρούνται σημαντικά! Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι ο Ακινάτης ο οποίος δεν κάνει κάτι διαφορετικό από αυτό που έκαναν και προηγούμενοι χριστιανοί «Απολογητές» και «Πατέρες» της εκκλησίας. Ωστόσο όπως στην Ανατολή έχουμε διάφορες… εμμονές (βλέπε «Τρεις Ιεράρχες», «Μέγας» Αντώνιος, «Μέγας» Αθανάσιος και άλλοι… «μεγάλοι») έτσι και στη Δύση οι Γερμανοί και οι Γερμανίζοντες πληθυσμοί ως επί το πλείστον χρειάζονταν και αυτοί «αυθεντίες» έστω και αν αυτοί παραθέτουν… αρλούμπες.

Άλλοι μιλούν για έναν Ακινάτη ο οποίος «μπορεί να μην παρέθεσε κάτι σημαντικό πέραν από μια θεολογική πρόταση, διαφοροποιούμενη όμως προς το τότε εκκλησιαστικό καθεστώς» (λες και αυτός δεν ήταν εκκλησιαστικός ή λες και ήθελε να γκρεμίσει κάποια θεοκρατική πλάνη…) και άλλοι μάλιστα βρίσκουν και πολλά «θετικά σημεία» στο έργο του.
Εν πάση περιπτώσει δεν θα σταθώ στον Ακινάτη, θα σταθώ όμως στον Μακιαβέλι για τον οποίο άλλωστε και γράφω το παρόν.

Ο Μακιαβέλι λοιπόν, γεννήθηκε στις 3 Μαίου του 1469 στη Φλωρεντία και πέθανε στις 22 Μαίου του 1527 πάλι στη Φλωρεντία της Αναγεννησιακής Ιταλίας.

Όταν γεννιόταν, την εποχή εκείνη η Ιταλία έκλεινε ήδη 6 αιώνες Γερμανικής επιρροής, από τότε δηλαδή που ο Καρλομάγνος εγκαθιστώντας έναν καθαιρεμένο πάπα έπαιρνε το χρίσμα του «συνεχιστή των αυτοκρατόρων της Ρώμης», έπαιρνε το χρίσμα του «προστάτη» της Δυτικής «χριστιανοσύνης» και παράλληλα έβαζε Γερμανικό «πόδι» στα Ιταλικά πράγματα. Από τότε (800 μκχ) και μετά οι Γερμανοί θα έπαιζαν ολοένα και μεγαλύτερο ρόλο στις ιταλικές εξελίξεις μέχρι από κάποιο σημείο και μετά να πετάξουν έξω τους Ανατολικορωμαίους και να ελέγχεται σχεδόν ολόκληρη η Ιταλία από Γερμανικές οικογένειες.
Από τον δε 12ο αιώνα οι Ιταλικές πόλεις της Βορείου Ιταλίας, θα ξεκινήσουν έναν ανελέητο πόλεμο μεταξύ τους για το ποιος είναι ο… καλύτερος αφέντης τους… Ο Γερμανός Αυτοκράτορας ή ο πάπας;…

Μέσα σε αυτό τον κυκεώνα των πολιτικών εξελίξεων και ταραχών, οι Ιταλικές πόλεις αφού χωρίστηκαν ακόμα και ενδοοικογενειακά, αναλώθηκαν σε σκληρούς και εξαντλητικούς πολέμους που τις οδήγησαν σε φθορά, παρακμή και στο τέλος στην υποτέλεια, κυρίως των Γερμανών, αλλά και πάσης φύσεως εχθρό (πχ Οθωμανοί). Για παράδειγμα, όταν έφτασε ο Ναπολέων στην Ιταλία λίγο πριν το 1800 βρήκε μια κατ’ όνομα μόνο ανεξάρτητη Βενετία, «σκιά» του παλιού της εαυτού, την οποία και κατέλυσε, κάτι που δεν χρειάστηκε να κάνουν οι Αυστριακοί πιο πριν, αφού εξυπηρετούνταν… «επαρκώς» μέχρι τότε από την ύπαρξή της.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο των πολιτικών ζυμώσεων γεννήθηκε ο Μακιαβέλι ο οποίος όπως προέγραψα γεννήθηκε σε μια εποχή που δεν ήταν διαδεδομένες καλά – καλά, όχι απλά οι τέχνες και τα γράμματα, αλλά ούτε τα ίδια τα θεολογικά κείμενα που άκουγαν οι αμόρφωτοι χριστιανοί στις εκκλησίες από τους ρασοφόρους.

Ο Νικολό Μακιαβέλι γεννήθηκε σε αριστοκρατικό περιβάλλον αν και όπως αναφέρεται όχι πλούσιο. Οι γονείς του, Bernardo και Bartolomea, είχαν άλλα τρία παιδιά, δύο κόρες και ένα γιο. Ο Bernardo ήταν δικηγόρος και μικρό γαιοκτήμονας με έναν μικρό μισθό. Η εκπαίδευση του Μακιαβέλι ξεκίνησε από την ηλικία των επτά. Σύμφωνα με διάφορες μαρτυρίες, ο Μακιαβέλι πέρασε τα έτη 1487-1495 εργαζόμενος για έναν τραπεζίτη της Φλωρεντίας. 

Όπως πολλοί αριστοκράτες (και μη) εκείνης της εποχής αγαπούσε τα βιβλία (ήταν και «μόδα» άλλωστε όπως πολύ αργότερα το ραδιόφωνο, η τηλεόραση, σήμερα το internet κλπ). Από τα γραπτά φαίνεται ότι διάβαζε τους κλασικούς τους οποίους όμως κατάκλεψε και παραποίησε αηδιαστικά (άλλωστε δεν ήταν ο μόνος).

Το 1498 ο Μακιαβέλι τελικά ανελίχθηκε σε καγκελάριο (δηλαδή γραμματέας σε κάποιον ευγενή, πρίγκιπα, ή βασιλιά) και γραμματέας της δεύτερης καγκελαρίας (διευθύνων σύμβουλος) της Φλωρεντινής Δημοκρατίας (κυβέρνηση στη Φλωρεντία της οποίας οι ηγέτες εψηφίζοντο από τους πολίτες).

Τα καθήκοντά του αποτελούνταν κυρίως από την εκτέλεση των αποφάσεων της πολιτικής των άλλων, γράφοντας διπλωματικά γράμματα, την ανάγνωση και τη σύνταξη εκθέσεων, καθώς και σημειώσεις. Ταξίδεψε επίσης για είκοσι τρεις διπλωματικές αποστολές (επίσημη επισκέψεις από εκπρόσωπο ενός κράτους σε ξένες χώρες για τη διεξαγωγή συζητήσεων σχετικά με τις διεθνείς υποθέσεις) σε ξένα κράτη. Αυτές περιελάμβαναν τέσσερα ταξίδια στη Γαλλία και δύο στο δικαστήριο της Ρώμης.

Το 1502 ο Μακιαβέλι παντρεύτηκε τη Μαριέττα Corsini με την οποία έκανε τέσσερις γιους και δύο κόρες. Ο εγγονός του, Giovanni Ricci, ήταν και θαυμαστής του έργου του σώζοντας του πολλές επιστολές και γραπτά του.

Το 1510 ο Μακιαβέλι, χωρίς βέβαια ο ίδιος να διαθέτει στρατιωτικές γνώσεις και εμπνεόμενος από την διδασκαλία των μαθητών του Πλήθωνος Γεμιστού ο οποίος δίδασκε δεκαετίες πριν την ανάγκη συμμετοχής των ίδιων των πολιτών στην άμυνα της πόλης (ή κράτους) και όχι στους μισθοφόρους, οργάνωσε πολιτοφυλακή (σώμα πολιτών, μη επαγγελματιών που καλούνται σε μια εθνική έκτακτη ανάγκη… εδώ έχουμε καθαρά διδασκαλία του Πλήθωνα και όχι απλά «έμπνευση από την Ρωμαϊκή ιστορία» όπως λένε διάφοροι ακαδημαϊκοί όπου εκεί έχουμε ημιεπαγγελματίες-επαγγελματίες) της Φλωρεντιανής Δημοκρατίας.

Ωστόσο τον Αύγουστο του 1512 ο Ισπανικός στρατός εισήλθε στην Τοσκάνη και λεηλάτησαν το Prato. Μέσα σε κλίμα πανικού και τρομοκρατίας Στην τρομοκρατία, οι Φλωρεντινοί καθαίρεσαν τον αρχηγό τους τον Soderini, τον οποίο ο Μακιαβέλι χαρακτηρίζει ως «καλό, αλλά αδύναμο», και επανεγκατέστησαν τους Μεδίκους. Στις 7 Νοεμβρίου ο Μακιαβέλι απολύθηκε από τη θέση του ως καγκελάριος ενώ λίγο αργότερα συνελήφθη, φυλακίστηκε, και υποβλήθηκε σε βασανιστήρια ως «ύποπτος ραδιούργος», με την κατηγορία δηλαδή ότι «κατέστρωνε σχέδια εναντίον της οικογένειας των Μεδίκων». Αν και αθώος, ελευθερώθηκε αλλά παρέμεινε ύποπτος για τα επόμενα χρόνια. Αποτυχών να επιτύχει ακόμα και κάποια συνάντηση με τους Μέδικους ώστε να ζητήσει να αποκατασταθεί, στράφηκε στο γράψιμο.
Μέχρι εδώ καλά. Έχουμε έναν άνθρωπο δηλαδή που ασχέτως για τι εθεωρείτο στην εποχή του (όπου περίπου όποιος γνώριζε γραφή και ανάγνωση εθεωρείτο… μορφωμένος) λαμβάνει μια κάποια μόρφωση ανελίσσεται κοινωνικά, λαμβάνει μάλιστα και σημαντικό κρατικό πόστο, παράδοξο βέβαια αν λάβουμε σοβαρά υπόψη τον ισχυρισμό ότι καταγόταν από περίπου ξεπεσμένους ή έστω φτωχούς αριστοκράτες (αφού έγινε καγγελάριος τι σόϊ ξεπεσμένος ή άνευ επιρροής ήταν; Άρα μάλλον είχαν σημαντική επιρροή στο οικογενειακό του περιβάλλον ή έστω διέθεταν σημαντικές γνωριμίες…) και από κει και πέρα είχε μια σειρά ατυχιών που τον οδήγησαν στην καθαίρεση και στο περιθώριο.

Οι δε γνώσεις του μέσα στα 14 χρόνια που ανέλαβε καθήκοντα γραμματέα, απ ότι φαίνεται δεν του χρησίμευσαν πουθενά, αφού ούτε η μελέτη στρατιωτικών επιτευγμάτων του παρελθόντος του φάνηκαν χρήσιμα ώστε να προστατέψει την πόλη του (αφού δεν ήταν στρατιωτικός), ούτε η διπλωματική του προϋπηρεσία του χρησίμευσε ώστε να αναζητήσει και να συνάψει ισχυρές συμμαχίες, ούτε, έστω, διέθετε πολιτικό ένστικτο ώστε να συμβιβαστεί με την νέα κατάσταση όταν εισέβαλαν οι Ισπανοί και εγκαταστάθηκαν οι Μέδικοι…

Με άλλα λόγια, μπορούμε να ισχυριστούμε κάλλιστα ότι η πορεία της καριέρας του μοιάζει σαν συγγραφέας βιβλίου «πως να γίνετε εκατομμυριούχοι» ενώ ο ίδιος μόνοο εκατομμυριούχος δεν είναι… Ήταν κάτι σαν ένα «think tank» εποχής δηλαδή, εκδίδοντας από την άνεση του «γραφείου» του θεωρίες και διαταγές χωρίς όμως να έχει καμιά εμπειρία για να γνωρίζει πώς είναι η πραγματικότητα από πρώτο χέρι ή έστω να αναλογιστεί αν οι όποιες θεωρίες μπορούν και να έχουν πρακτική εφαρμογή. Και αν ακόμα όμως μπορούσε να αμφισβητηθεί κάτι τέτοιο, δεν μπορεί να διαψευστεί, αφού τα αποτελέσματα δεν έχουν να μας δείξουν και κάτι διαφορετικό.

Από δω και πέρα όμως θα δούμε ότι ο άνθρωπος, όντως δεν διέθετε επαρκείς γνώσεις για να βρίσκεται σε ένα τέτοιο πόστο και πολύ περισσότερο για να θεωρείται και Αναγεννησιακός «φιλόσοφος»…  Η αλήθεια είναι ότι η απάνθρωπη μεταχείρισή του και ο βασανισμός του με κατηγορίες περί συνομωσίας (φαινόμενο «ρουτίνα» για την εποχή μεν… απάνθρωπο και όχι χωρίς παρενέργειες δε) τον έκαναν περαιτέρω εσωστρεφή.

Αν και παρατηρώ ότι στην εποχή μας γίνεται μια προσπάθεια αποκατάστασης του ονόματός του, όπως και σε πλήθος άλλους αναγεννησιακούς… «copy pasters», στον Μακιαβέλι ειδικά η όποια προσπάθεια «αποκατάστασης» δε… σώζεται…

Κατά καιρούς πολλοί αναφερόμενοι στον Μακιαβέλι έκαναν τις δικές τους επισημάνσεις, βγάζοντας διάφορα πιθανά συμπεράσματα στην προσπάθεια να τον «ψυχογραφήσουν». Ωστόσο κατά κοινή ομολογία οι θεωρίες του πέρα από το ότι δεν ελαμβάνοντο και πολύ σοβαρά υπόψη εθεωρούντο ως αδίστακτες και μη έχουσες θέση στην σύγχρονη πραγματικότητα, όπου (υποτιθεται ότι) προτεραιότητα έχει η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Αυτά βέβαια μέχρι και το 1990 οπότε ο αναθεωρητισμός ανέλαβε να αναποδογυρίσει όλα τα κοινώς αποδεκτά κάνοντάς το άσπρο μαύρο…

Μέσα σε αυτόν τον γενικό «αναθεωρητισμό» εντάσσεται και η ανάδειξη του έργου του Μακιαβέλι, ο οποίος από έναν αδίστακτο «copy paster» μετετράπη σε «πρώιμο εκφραστή της “real politik”» η οποία σαν επιλογή δεν υφίσταται. Η δήθεν επιλογή της περιώνυμης “real politik”, αφορά τους αδίστακτους εκείνους ανθρώπους ή κοινωνίες, οι οποίες είτε γιατί δεν έτυχαν τις ιστορικές συγκυρίες είτε γιατί είναι ανίκανες από μόνες τους να παράγουν πολιτική με φαντασία και να παράγουν έργο, αφενός μεν μετέρχονται κυνικά απάνθρωπων μεθόδων προκειμένου («αφού τους αδίκησε η ιστορία» ή εν πάση περιπτώσει… «κάποιος τους αδίκησε») να αυξήσουν την πολιτική ισχύ τους και αφετέρου να δημιουργήσουν κράτη όχι Δικαίου αλλά «αποκλειστικών ελίτ», δηλαδή «ανωτέρων ημετέρων και κατωτέρων ετέρων» …

Σε γενικές γραμμές ο Μακιαβέλι δεν ξεφεύγει από τον γενικό κανόνα των αντιγραφέων αρχαίων κειμένων και «πλασαρίσματος» ιδεών ή εφευρέσεων ως δικών τους.
Έτσι κι αλλιώς αυτό πάνω-κάτω συνέβαινε και στην ύστερη αρχαιότητα, όπου πολλοί συγγραφείς των Ρωμαϊκών χρόνων μιμούνται το ύφος ή το είδος κάποιου συγγραφέως ενώ δεν είναι και λίγες οι φορές που ολόκληρα αποσπάσματα ή εκφράσεις λαμβάνονται και ξαναπλασάρονται με διαφορετικά λόγια. Από τον Όμηρο και τον Θουκυδίδη, μέχρι τους Λυρικούς ποιητές και Γεωγράφους, όποιος έχει έστω στοιχειωδώς μελετήσει μερικά έργα και τα αντιπαραβάλλει θα αναγνωρίσει πολλές τέτοιες αντιγραφές.

Ωστόσο εκεί, πέραν του ότι υπάρχει μια έστω συγγραφική αυτοτέλεια του κάθε συγγραφέα, στον Μεσαίωνα, λόγω του μορφωτικού επιπέδου των ανθρώπων εκείνης της εποχής, είναι σχεδόν σπάνιο το να βρούμε ένα έργο μέχρι τον 16ο αιώνα το οποίο όχι απλά να έχει να παρουσιάσει κάτι καινούργιο, αλλά έστω να διαθέτει συγγραφικά… παρουσιαστικό επιστημονικού συγγράμματος.

Τα περισσότερα εκτός του ότι είναι γραμμένα σε απλοϊκό ύφος (λόγω γενικού μορφωτικού επιπέδου των ανθρώπων της εποχής), ενέχουν τέτοια και τόσα αντιγεγραμμένα στοιχεία, τα οποία είτε ακυρώνουν εκ των πραγμάτων τον συγγραφέα ως μελετητή που ερευνά και διασταυρώνει πληροφορίες, μέθοδος που τον καθιστά άρα και ειδήμονα επί του αντικειμένου είτε το αντικείμενο βρίσκεται στο πεδίο «γενικών γνώσεων» του συγγράφοντος και απλά ενασχολείται με κάποιο «θέμα της αρεσκείας του»...

Το ίδιο βέβαια συμβαίνει και με άλλους «πολυπράγμονες φιλοσόφους» (homo universalis) οι οποίοι παρουσιάζονται ως τέτοιοι σε μια εποχή που ο μέσος άνθρωπος τα μόνα βιβλία που γνωρίζει είναι η… Βίβλος και τα Ευαγγέλια και αυτά όχι να τα διαβάζει αλλά… να τα ακούει στις εκκλησίες, οι δε συγγραφείς, «παράγουν» έργα τα οποία σήμερα θα μπορούσαν κάλλιστα να αποτελέσουν καταγεγραμμένη συνομιλία σε επαρχιακό καφενέ… Αλλά γι’ αυτούς θα ασχοληθώ σε άλλο θέμα.

Σε ότι αφορά τον Μακιαβέλι με τον οποίο ασχολούμαι, το έργο του κατ’ απόλυτη τιμή δεν είναι άξιο λόγου. Είναι όμως άξια λόγου η ανάδειξή του σε σημαίνον πρόσωπο και εκφραστή της πρώιμης Αναγέννησης και κυρίως σε πρώιμο εκφραστή όπως προέγραψα της πολιτικής που τον 19ο αιώνα θα ονομαστεί “real politik”.

Ο Μακιαβέλι λοιπόν επηρεαζόμενος από την κακή πορεία της καριέρας του την οποία είδε να σβήνει άδοξα και κυρίως λόγω της δίωξης και των βασανιστηρίων που υπέστη, θεώρησε ως σκόπιμο να προσεταιριστεί την οικογένεια των μέχρι τότε εχθρών του, των Μεδίκων, δίνοντας στον νεαρό Λαυρέντιο Μέδικο ένα δείγμα των… γνώσεών του. Ασχέτως του αν οι Μέδικοι θα εκτιμούσαν τις «γνώσεις» του ή όχι, ο Μακιαβέλι έτσι κατάφερνε δύο σκοπούς ταυτόχρονα. Ο μεν πρώτος θα ήταν να δοκιμάσει την τύχη του πουλώντας δείγμα των «γνώσεών» του προκειμένου να εκτιμηθεί από τους Μέδικους και ο άλλος να διαφημίσει τις «γνώσεις» του γενικά προκειμένου να προσεταιριστεί κάποιον άλλο ηγεμόνα ή ευγενή (αν δεν το έκαναν οι Μέδικοι). 

Λαυρέντιος Μέδικος 1449-1492
Παράλληλα, πέρα από το ιδιοτελές του σκοπού συγγραφής του έργου, αποτελεί και μια «κατάθεση ψυχής» του συγγραφέα, που δεν απέχει από την έκφραση δυσαρέσκειας περιθωριοποιημένων ή αποσυρμένων πρώην κατόχων θέσεων εξουσίας οι οποίοι για διάφορους λόγους, άλλοι υποκειμενικά και άλλοι αντικειμενικά εκφράζουν το… παράπονό τους. Συνεπώς έχουμε έναν διωχθέντα σύμβουλο ηγετών ο οποίος μόλις διώκεται (και όχι πριν ή κατά τη διάρκεια άσκησης των καθηκόντων του) γράφει έργο για το πώς πρέπει να φέρονται οι ηγέτες… Άρα η όποια αντικειμενικότητα του κειμένου αν δεν χάνεται τουλάχιστον μειώνεται. Φανταστείτε για παράδειγμα έναν σύμβουλο πρωθυπουργού να διώκεται από τη θέση του και μόλις διώκεται να γράφει βιβλίο για το πώς πρέπει να ασκεί καθήκοντα ένας πρωθυπουργός…

Τι γίνεται όμως όταν θες να δείξεις ότι έχεις γνώσεις αλλά… δεν έχεις; Για την εποχή του Μακιαβέλι ήταν απλό. Αρκεί να γνώριζες γραφή και ανάγνωση και ακόμα καλύτερα Λατινικά ή και μερικά Ελληνικά (στην καλύτερη περίπτωση). Σημειωτέον ότι την εποχή εκείνη ακόμα τα Λατινικά εθεωρούντο κάτι σαν δεύτερη επίσημη γλώσσα κάθε ευρωπαϊκού κράτους αφού τα ευαγγέλια ήταν γραμμένα στα Λατινικά, όπως επίσης το ίδιο συνέβαινε και με τα Ελληνικά. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό διότι πολλοί συγγραφείς παρασύρονται από αυτό και θεωρούν ότι η όποια γνώση των Ελληνικών ή και των Λατινικών από διαφόρους της Αναγέννησης, αποτελεί πάντα προϊόν αγάπης ή αφοσίωσης προς τον αρχαίο Ελληνικό και Ελληνορωμαϊκό κόσμο και τη φιλοσοφία που ο μεν πρώτο παρήγαγε ο δε δεύτερος προώθησε μέχρι κάποια εποχή… Καμία σχέση. Οι άνθρωποι ήταν φανατικά χριστιανοί. Απλά κάποιοι (εκτός βέβαια των εκκλησιαστικών) γνώριζαν ΚΑΙ Λατινικά ή Ελληνικά μόνο και μόνο διότι τα Ευαγγέλια γράφτηκαν (σε κακοποιημένη μορφή) σε αυτές τις γλώσσες…
Μάλιστα πολλοί εξ αυτών των Αναγεννησιακών αντιγραφέων ήταν κατ’ επάγγελμα μεταφραστές ή απλά μεταξύ άλλων έκαναν και μεταφράσεις…

Εν πάση περιπτώσει ο Μακιαβέλι προκειμένου να επιδείξει γνώσεις που δεν είχε, πήρε ως παράδειγμα (και όχι μόνο) τους αρχαίους.

Κατ αρχήν και μόνο η ενέργειά του να συγγράψει τον «Ηγεμόνα», απευθυνόμενος προς έναν Ιταλό ηγεμόνα και προτρέποντάς τον συμβουλευτικά να ενώσει την Ιταλία, είναι «καραμπινάτη» ιδέα παρμένη από τον Ισοκράτη ο οποίος έκανε το ίδιο περίπου 1100 χρόνια πριν απευθυνόμενος σε ηγεμόνες (από την Κύπρο μέχρι τον Φίλιππο Β’ της Μακεδονίας) και ζητώντας τους να ενώσουν τους Έλληνες, που σπαράσσονταν από τις έριδες από την έναρξη του Πελοποννησιακού πολέμου και μετά.

Η κρίση του θεσμού της Πόλεως-Κράτους κατά τον 5ο και 4ο αι.πκχ αλλά και η ολοένα αυξανόμενη επιρροή του αχανούς Περσικού κράτους στα Ελληνικά πράγματα, δημιούργησε προβληματισμούς σε πολλούς πνευματικούς ανθρώπους της εποχής όπως ο Ισοκράτης οι οποίοι οραματίζονταν την ίδρυση ενός πανελλήνιου συνασπισμού. Πρώτος θεωρείται οτι διατύπωσε την ιδέα ο Γοργίας τον 5ο αι. πκχ. Σύμφωνα λοιπόν με τον ρητοροδιδάσκαλο Ισοκράτη έπρεπε να ιδρυθεί ένας συνασπισμός των Ελλήνων εναντίον των Περσών. Αρχικά διατύπωσε την ιδέα οτι τον ρόλο αυτόν έπρεπε να τον αναλάβει η Αθήνα. Αργότερα και εξαιτίας της αδυναμίας των Αθηνών, αναζήτησε την ενσάρκωση αυτού του ρόλου σε κάποιον μονάρχη όπως ο Ευαγόρας της Κύπρου, ο Ιάσονας ο Τύραννος των Φερών της Μαγνησίας, ο Διονύσιος ο Α' Τύραννος των Συρακουσών ενώ στα βαθιά του γεράματα έβλεπε ως "νέα ελπίδα" τον Φίλιππο τον Β' της Μακεδονίας και τον Αλέξανδρο... Στη Δύση σήμερα διδάσκονται οτι ο Μακιαβέλι... ούτε άκουσε ποτέ Πλήθωνα Γεμιστό, ούτε για Ισοκράτη αλλά οτι απλά... "εμπνεύστηκε απο τη Ρωμαϊκή ιστορία"... Έτσι... αόριστα και ατεκμηρίωτα...


Έπειτα το έργο του είναι ένα αμάλγαμα από ιδέες, ρήσεις, αποσπάσματα των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων αναμεμιγμένες με ένα «Κικερώνιο» ύφος που συναντάμε σε Ρωμαίους της μεταβατικής εποχής από την Δημοκρατία στην Αυτοκρατορία, δηλαδή έχει τον πομπώδη και γεμάτο στόμφο τρόπο γραφής που είχαν πολλοί Ρωμαίοι συγγραφείς κυρίως της πρώιμης αυτοκρατορικής περιόδου και τους χαρακτηρίζει (όπως επί παραδείγματι ο Τίτος Λίβιος που ήταν και ο… αγαπημένος του).

Το δε μεγαλύτερο ελάττωμα το έργου «Ο Ηγεμών» είναι ότι όλα όσα παραθέτει είναι τόσο αντιφατικά και αλληλοαναιρούμενα, ώστε ακόμα κι ένας αδαής, αντιλαμβάνεται ότι ή το άτομο που συνέγραψε το εν λόγω έργο είναι σχιζοφρενής και δεν έχει σταθερή άποψη, ή ότι απλά αντέγραψε ιδέες από αλλού και τις παρέθεσε…

Χρησιμοποιεί ιδέες παρμένες απο τον Αριστοτέλη, αλλά… «τους αλλάζει τα φώτα». Δηλαδή παίρνει για παράδειγμα τον Αριστοτέλη που διακρίνει τις εξουσίες σε δημοκρατίες, τυραννίες, βασιλείες κλπ αλλά είτε δεν καταλαβαίνει τι διαβάζει είτε καταλαβαίνει αλλά πώς να μιλήσει πχ για δημοκρατίες εκείνη την εποχή που όσοι την γνώριζαν θεωρούσαν ότι ήταν ένα «αποτυχημένο πολίτευμα; Ο Αριστοτέλης έκανε μια ολοκληρωμένη και τέλεια περιγραφή των πολιτευμάτων με βάση αυτά που υπήρχαν στις αρχαίες Ελληνικές πόλεις -κράτη και μάλιστα αφού τα αναλύει τα θέτει σε μια γενικά συνομοταξία ενώ το κέντρο βάρους του δεν είναι τα πολιτεύματα που διαμορφώνουν τους ανθρώπους αλλά οι χρηστοί άνθρωποι που διαμορφώνουν τα πολιτεύματα.

Ο Μακιαβέλι, παραβλέποντας αυτό και ζώντας στην εποχή μιας στρατοκρατικής/θεοκρατικής «συμβασιλείας» κάνει μονομερή αναφορά μόνο στην βασιλεία ή έστω σε μια βασιλευόμενη θεοκρατία, λες και αυτά είναι τα μόνα πολιτεύματα ή λες και… δεν διάβασε τα υπόλοιπα από τον Αριστοτέλη…

Έπειτα, αντιγράφει που αντιγράφει (συγγραφικά) τον Ισοκράτη, όμως αντί να αναφέρεται σε αρετές (κατά την ελληνική έννοια του όρου) όπως εκείνος, παίρνει αποσπάσματα από τον Πλάτωνα που αναφέρεται σε μια ιδεατή πολιτεία και μιλάει για «φύλακες της πολιτείας» και σε χαρακτηριστικά που αυτοί «θα πρέπει» να έχουν (ως φιλόσοφοι-ηγέτες) και του… αλλάζει επίσης τα φώτα.

Εκτός του ότι ο Μακιαβέλι μεταφέρει την ιδεατή πολιτεία του Πλάτωνα στην πραγματικότητα της εποχής του (λες και ο κόσμος που ζούσε είχε καμιά σχέση έστω με την κλασσική Αθήνα του Πλάτωνα και πολύ περισσότερο με την ιδεατή πολιτεία που αναφερόταν) αναμειγνύει στοιχεία από το Γερμανικό πολιτικό σύστημα της εποχής και τα κάνει… έναν αχταρμά. Γιατί αυτό;

Οι Γερμανοί από τα αρχαία χρόνια μέχρι και το 1800 είχαν περίπου το ίδιο πολιτικό σύστημα. Δηλαδή ένας ηγέτης που τον εξέλεγαν οι άλλοι πολέμαρχοι (αργότερα τοπικοί φεουδάρχες και αργότερα ηγέτες κρατιδίων) και αυτό το κράτος ελέγετο Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους με «εκλεγμένο αυτοκράτορα». Δεν έχει καμία σχέση με την δημοκρατία και πολύ περισσότερο με την αρχαία Αθηναϊκή Δημοκρατία και την δημοκρατική εκλογή αρχόντων. Είναι μια καθαρά στρατοκρατική πολιτικοκοινωνική παράδοση βγαλμένη από τα μεσαιωνικά και δάση της Γερμανίας όπου ζούσαν και όπου όπως περιέγραφαν και οι Ρωμαίοι όταν οι Γερμανοί ετοιμάζονταν για πόλεμο εξέλεγαν έναν ηγέτη που τον εξέλεγαν δια βοής οι υπόλοιποι πολέμαρχοι που ήταν ηγέτες Γερμανικών υποφυλών. Ακόμα και η ύπαρξη των σημερινών Ομόσπονδων Γερμανικών κρατιδίων και η ύπαρξη της «Ομοσπονδιακής» Γερμανίας βασίζεται πάνω σε αυτή την καθαρά Γερμανική παράδοση ελάχιστα μεταλλαγμένη απλά στα «αναγκαία» (θέλοντας και μη) σύγχρονα δημοκρατικά παγκόσμια πρότυπα οργάνωσης κρατών και όχι από κάποιον πηγαίο σεβασμό στην Αρχαία Αθηναϊκή Δημοκρατία η οποία (στην καλύτερη περίπτωση) «δεν τους λέει» και πολλά…

Στην Ιταλία που οι Γερμανοί πέραν του ότι εγκαταστάθηκαν κατά εκατοντάδες χιλιάδες από τον 4ο-5ο αιώνα μκχ και μετά (Βησιγότθοι, Λογγοβάρδοι, Οστρογότθοι κλπ), είχαν ιστορικό ΚΑΙ πολιτικής επιρροής από το 800 και μετά με τον Καρλομάγνο. Ωστόσο από τον 13ο αιώνα μκχ ξέσπασε πόλεμος που κράτησε μεν 3 αιώνες αλλά τα πάθη παρέμειναν μέχρι και την Ναπολεόντειο εποχή.

Η διαμάχη αυτή ήταν μεταξύ των Γκιμπελίνων και των Γουέλφων που δεν είναι τίποτε άλλο από μια διαμάχη μεταξύ φιλογερμανών και φιλοπαπικών όπου πρωταγωνιστές ήταν Γερμανικές πλούσιες οικογένειες της Ιταλίας και… «κομπάρσοι» οι Ιταλοί που ακολουθούσαν.

Ο Μακιαβέλι ως Γκιμπελινικός, δηλαδή φιλοαυτοκρατορικός (φίλα προσκείμενος του Γερμανού Αυτοκράτορα) θεωρεί ότι η Ιταλία πρέπει να απαλλαγεί από τον Πάπα (με σύμμαχο βεβαίως τους Γερμανούς αφού και ο ίδιος ήταν Γκιμπελινικός) κάτω από έναν ηγεμόνα που θα ενώσει την Ιταλία με κάθε κόστος και το κάθε κόστος εδώ εννοεί έναν «χασάπη» που θα σφάζει ανηλεώς μέχρι να επικρατήσει μόνος αυτός.

Ως παράδειγμα εδώ βέβαια χρησιμοποιεί το Γερμανικό σύστημα βασιλείας (εκλεγμένης), οπότε εδώ δεν μιλάμε για κάποια κριτική κατά της εκκλησίας όπως πολλοί σπεύδουν να την παρουσιάσουν (έτσι και αλλιώς ως χριστιανός ετάφη ο άνθρωπος) αλλά μια κατ’ ανάγκη σύγκρουση με την εκκλησία προκειμένου να ενωθεί η Ιταλία.

Τέτοιες βέβαια απόψεις είχαν και πολλοί φιλοπαπικοί, αλλά εμάς εκείνο που μας νοιάζει είναι ότι αντί να έχουμε μια, φυσιολογικά και όπως θα έπρεπε, ουδέτερη θέση (αφού ήθελε να αντιγράψει και τον Ισοκράτη ο οποίος όμως ήθελε τους Έλληνες ενωμένους εναντίον των Περσών και όχι λαμβάνοντας μέρος υπέρ του ενός ή εναντίον του άλλου…) υποστηρίζοντας την απαλλαγή των Ιταλών (αν πούμε ότι αισθάνονταν Ιταλοί γιατί βλέποντας ακόμα και σήμερα μάλλον άλλα κατανοούμε) από κάθε μορφής ποδηγέτηση παπική ή Γερμανική, ο Μακιαβέλι πέραν του ότι χρησιμοποιεί ως παράδειγμα το Γερμανικό βασιλικό σύστημα διαδοχής δικαιολογώντας στην ουσία τα πιστεύω του (το έργο θα μπορούσε να έχει κάλλιστα τίτλο «γιατί είμαι Γκιμπελίνος»…) αφενός μεν ασπάζεται την Γερμανική επιρροή και αφετέρου δεν ζητά βέβαια την απαλλαγή από τον Πάπα, αλλά ζητά την περιθωριοποίησή του αφού όπως ο ίδιος περιγράφει «το παπικό κράτος αδυνατεί να ενώσει τους Ιταλούς και το μόνο που κάνει είναι να κρατάει αδύναμα τα μικρά Ιταλικά κρατίδια υπό την επιρροή του»...

Βέβαια δεν βλέπει (όπως και οι μετέπειτα θιασώτες της Ιταλικής ενοποίησης και οι μέχρι σήμερα πολιτικοί ταγοί της Ιταλίας) ότι οι Γερμανοί ως έθνος όχι απλά είναι οι φονιάδες του Ελληνορωμαϊκού πολιτισμού, όχι απλά η ιδιοποίηση στοιχείων ή τίτλων εκείνου του πολιτισμού γίνεται μόνο σαν ένα είδος ανάμνησης της επιβολής και εξόντωσής του (όπως λέμε Σκιπίων «ο Αφρικανός» ή Βασίλειος «ο Βουλγαροκτόνος») αλλά από την Ναπολεόντεια εποχή και μετά, όταν είδαν μια αναβίωση του ενδιαφέροντος του κόσμου για την αρχαιότητα (πολύ ανώριμη, πολύ λίγη για να αναβιώσει πραγματικά όμως) άρχισαν να προβαίνουν σε αναθεωρητισμούς οι οποίοι περιλαμβάνουν από πλοκή φανταστικών θεωριών με σκοπό μια εξομοίωση όλων των πολιτισμών (λχ Ινδοευρωπαϊκή θεωρία, περί «Καυκάσιων» κλπ=άρα όλοι είμαστε επήλυδες και δεν υπάρχουν ιστορικά δίκαια και αυτόχθονες…), την δυσφήμιση του Ελληνικού ή του Ελληνορωμαϊκού πολιτισμού ως πολιτισμών υπερτιμημένων και «ετερόφωτων και παραπέρα στην ανέλιξη πάσης φύσεως βαρβάρων (όπως ήταν άλλωστε και οι Γερμανοί πρόγονοι πολλών σημερινών Ευρωπαϊκών λαών) σε «σημαντικές πολιτισμικές ιδιαιτερότητες», όπως οι Ούννοι, οι Βάνδαλοι, οι Σάξονες, οι Μογγόλοι, οι Σκανδιναβοί, γενικά οι αρχαίοι Γερμανοί κλπ. 

Σήμερα αν κάποιος περιηγθεί στη Ευρώπη και ιδίως στην Κεντρική και Ανατολική θα βρει πλήθος αγαλμάτων αφιερωμένα σε… φονιάδες και κατσαπλιάδες όπως ο Αττίλας, ο Αρμίνιος, ο Αλάριχος, ενώ μνείες γίνονται και για άλλους εκτός Ευρώπης όπως ο Τζέγκις Χαν και ο Ταμερλάνος, διάφοροι Άραβες Χαλίφες που αιματοκύλησαν τον κόσμο κατά την Αραβική κατάκτηση και δεν θα αναφερθώ καν σε Οθωμανούς και Τούρκους. Πιστεύω ότι για παράδειγμα οι συνεορτασμοί ακόμα και σήμερα Δυτικών χωρών και Τούρκων για την ήττα (σφαγή για την ακρίβεια) των… Δυτικών στην Καλλίπολη το1915 να σας πείθει…

Αλλά ο Μακιαβέλι αυτά τα παραβλέπει. Για τον Μακιαβέλι προτεραιότητα έχει να ανακτήσει την καριέρα του και από αυτή την άποψη είναι δικαιολογημένος.

Το θέμα είναι για ποιο λόγο σήμερα το έργο του να είναι έστω άξιο αναφοράς όταν πρόκειται για συρραφές έργων, πλασαρισμένες υπό την μορφή εντολών (να κάνει αυτό, να μην κάνει εκείνο, πρέπει να είναι έτσι, πρέπει να μην είναι αλλιώς) και με… εξτραδάκια δικές του αμπελοφιλοσοφίες βγαλμένες από τον… καημό του που τον «πρόδωσαν» κάποιοι «ζηλόφθονες»…

Μέσα σε αυτές τις αρλούμπες βλέπουμε και το εξής. Και εδώ επικεντρώνεται η όλη συγγραφή αυτού του θέματος από εμένα. Το γεγονός ότι αντιμετωπίζει τους ανθρώπους ως «μυρμήγκια» που πρέπει «ο έξυπνος»… «ο μάγκας»… «ο έτσι μου γουστάρει» ο ηγεμόνας να τους πατάει προκειμένου να κάνει τη δουλειά του.

Υπό κανονικές συνθήκες και μόνο η αναφορά του ότι  οι άνδρες είναι, «... αχάριστοι, άστατοι, ψεύτες και απατεώνες, που αποφεύγουν τον κίνδυνο και είναι άπληστοι για το κέρδος, ενόσω μπορείς να τους μεταχειρίζεσαι καλά είναι δικοί σου...» ή ότι «…(οι άνδρες είναι) εγωκεντρικοί και δεν είναι πρόθυμοι να ενεργούν προς το καλύτερο συμφέρον του κράτους…» θα αρκούσε για να μπει το βιβλίο του όχι απλά σε κάποιο σκοτεινό ράφι και να μην ξαναδεί το φως αλλά να πεταχτεί στον κάλαθο των αχρήστων, τουλάχιστον ιστορικά, αφού έτσι κι αλλιώς σχεδόν στο σύνολό του δεν αποτελεί παράθεση προσωπικών ιδεών και απόψεων τεκμηριωμένων από τον ίδιο αλλά όπως προανέφερα συρραφές έργων άλλων, ατεκμηρίωτων, αλληλοσυγκρουόμενων και ασύνδετων. Και μιας και αναφέρθηκε στις μακιαβελικές αντιφάσεις…

Έχω παρατηρήσει διάφορες αναφορές στον ηγεμόνα. Άλλοι αναφέρονται γενικά στην μη αποδοχή των ιδεών του ως παράλογες και κυνικές. Από την άλλη πολλοί υπερασπιστές στην προσπάθεια να καλύψουν τα… ακάλυπτα αναφέρουν ότι λχ «ναι μεν θεωρεί ότι ο ηγεμόνας πρέπει να θεωρεί τους πολίτες ως κατά βάση κακούς… αλλά επίσης θεωρεί ότι πρέπει να τους σέβεται και να τους προστατεύει…»

Εδώ, σε περίπτωση που κάποιος υιοθετεί τέτοιες αντιφάσεις (και δεν αναφέρομαι μόνο στην παραπάνω αλλά γενικά στο όλο έργο του) τότε τίθεται ως υπόθεμα των ψυχολόγων με το ερώτημα… αν το άτομο διακατέχεται από το σύνδρομο της «διπολικής διαταραχής».
«Ο ηγεμών» είναι ένα έργο που από πάνω ως κάτω ενέχει αντιφάσεις. Εκεί που σε κάποιο σημείο δίνει το «πράσινο φως» στον ηγέτη να κάνει ότι θέλει, στο αμέσως επόμενο μπορεί να αναφέρεται στην ανάγκη οι πολίτες να έχουν κι αυτοί… λόγο στις αποφάσεις και να ψηφίζουν… Εκεί που σε κάποιο σημείο δίνει το «πράσινο φως» στον ηγέτη να συμπεριφέρεται άτιμα σε εχθρούς αλλά και πολίτες ή ευγενείς, θεωρώντας ότι όλοι πρέπει να λογίζονται ως υποψήφιοι εχθροί του και ανάξιοι εμπιστοσύνης, σε κάποιο άλλο σημείο δίνει συμβουλές πώς… να τους καλοπιάνει ή να δείχνει τον καλό του εαυτό.

Γενικά και για να μην πολυλογώ, το έργο είναι α-σόβαρο και δεν θα έπρεπε καν να θεωρείται σημαντικό έργο. Για την ακρίβεια πιο σημαντικό είναι λχ τα έργα του Ιωσήπου Φλάβιου όπου μεταξύ ανακριβειών και μυθολογικών στοιχείων (ο άνθρωπος δεν είχε καν συγγραφικές γνώσεις και πολύ περισσότερο ιστορικές) περιέχει και πολλές σημαντικές ιστορικές αναφορές για την περιοχή της Ιουδαίας (ελλείψει άλλων) παρά ένα έργο σαν τον «Ηγεμόνα».

Το έργο αυτό παρά το ότι μετά την «Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου» και τις διώξεις κατά των μη Καθολικών θεωρήθηκε ως ο προπομπός και ο «οδηγός» εξόντωσης αντιφρονούντων (διώξεις οι οποίες έγιναν και από τους Μεδίκους στη Φλωρεντία) εξελήφθη και όχι βέβαια άδικα, ως κακόβουλο.

Στην ουσία το βιβλίο αποτελεί έναν «τυφλοσούρτη» άσκησης δικτατορικής εξουσίας από έναν απόλυτο άρχοντα με μόνο κριτήριο (εκ μέρους του Μακιαβέλι) οι πρακτικές αυτές να εφαρμοστούν από έναν «ικανό» (δηλαδή καταφερτζή), που θα ξέρει πότε να χρησιμοποιήσει την κάθε μέθοδο. Αυτός ο ηγέτης βέβαια τον οποίο θέλει και με τα χαρακτηριστικά που αναφέρει (έστω και αν αντιφάσκουν) είναι ένας αδίστακτος μακελάρης χωρίς καμιά αίσθηση σεβασμού σε κανέναν, χωρίς κανέναν ενδοιασμό και βασικά κακόβουλο (όπως… όλοι οι άνθρωποι που περιγράφει αφοριστικά). Μόνο που αυτός πρέπει να είναι… πιο κακόβουλος και ικανός (για το κακό) από τους άλλους.


Μακιαβελισμός στην καθημερινότητά μας

Το έργο του βέβαια ξεσήκωσε αντιδράσεις ήδη λίγο μετά την εποχή της συγγραφής του και μάλιστα από κάθε πλευρά, από Καθολικούς, από Προτεστάντες αλλά και Φιλελεύθερους και Ρομαντικούς τους επόμενους αιώνες.

Οι μόνοι που όχι μόνο δεν είδαν με κακό μάτι τις ιδέες του «Ηγεμόνα» αλλά τις υιοθέτησαν πλήρως ή έστω εφήρμοσαν κάποιες, ήταν οι οπαδοί ολοκληρωτικών πολιτικών συστημάτων που συμπεριελάμβανε από μοναρχικούς και εθνικιστές, μέχρι αναρχικούς και κομμουνιστές ο καθένας για διάφορους λόγους.

Ωστόσο η μόνη (αυθεντικά… μακιαβελική) άποψη που επηρέασε όσο καμιά άλλη τους μετέπειτα ιδεοκλόπους ή «ιδεοπλάστες», ήταν το ότι «όλοι οι άνθρωποι πρέπει να θεωρούνται εκ των προτέρων ως κακόβουλοι και άρα ανάξιοι εμπιστοσύνης».

Η θέση αυτή αποτελεί μια από τις ιδέες που αποτελούν πυρήνα και βασικό πυλώνα σχεδόν όλων των σύγχρονων ιδεολογιών και κυρίως βασικό πυλώνα της νεώτερης και σύγχρονης δυτικοευρωπαϊκής διανόησης.

Τα πράγματα όμως δεν ήταν πάντα έτσι. Ειδικά μέχρι το 1990 και εν πάση περιπτώσει προ της κατάρρευσης του διπολικού κόσμου, οπότε και επικρατούσε ένα πιο «κλασσικό πνεύμα» και πάντως πιο ορθολογικό, η αναφορά και μόνο του ονόματος του Μακιαβέλι αποτελούσε χαρακτηρισμό που απεδίδετο σε ανθρώπους ραδιούργους και αδίστακτους.

Μάλιστα το 1971 καθιερώθηκε και ο όρος «Μακιαβελισμός» ως ψυχική νόσος μαζί με τον ναρκισσισμό και την «σοσιοπάθεια» (sociopathy=κοινωνιοπάθεια).
Για το λόγο αυτό άλλωστε παρέθεσα αρχικά το σχετικό λήμμα περί της ασθένειας του Μακιαβελισμού.

Για να είμαι ακριβής και παρατηρώντας τον κόσμο γύρω μου θα έλεγα ότι (τουλάχιστον στην Ελλάδα) η κοινωνία διακατέχεται σε μεγάλο βαθμό από έναν Μακιαβελισμό.

Στα εργασιακά περιβάλλοντα, σε οικογένειες, σε φίλους, σε γνωστούς, σε αγνώστους πολλές φορές, όπως κι εσείς φαντάζομαι θα έχετε παρατηρήσει ανάλογα χαρακτηριστικά τα οποία αν και δεν αποτελούν ακλόνητες αποδείξεις Μακιαβελισμού, δεν μπορεί να σας άφησαν εντύπωση ανθρώπων με φυσιολογική συμπεριφορά ως προς την επίδειξη συμπάθειας προς τον συνάνθρωπό τους.

Από την πλευρά μου θα θεωρούσα ανήκουστο και κυρίως άδικο το να παρατηρώ απλά, απαράδεκτες συμπεριφορές ανθρώπων που βάζουν προτεραιότητα την επίτευξη των στόχων τους με κάθε μέσο και να προσποιούμαι ότι τα φαινόμενα αυτά είτε δεν υπάρχουν είτε και αν υπάρχουν «δεν σημαίνουν τίποτα».

Γιατί, πώς να αντιμετωπίσω μια κοινωνία όπου το κέρδος και η απόκτηση υλικού πλούτου είναι αυτοσκοπός;

Πώς να αντιμετωπίσω τον εργοδότη που μεταχειρίζεται ως δούλους τους υπαλλήλους του μη αποδίδοντας τη δέουσα αμοιβή την ώρα που ο ίδιος «αλυχτά» για τα εργοδοτικά του δικαιώματα;

Πώς να αντιμετωπίσω τον υπάλληλο που εκμεταλλευόμενος τους συναδέλφους του ή και τον εργοδότη ακόμα παρέχει κάκιστες υπηρεσίες προκειμένου να αποκομίσει οφέλη επιβαλλόμενος στους υπολοίπους;

Πώς να αντιμετωπίσω τις οικογένειες που εκμεταλλεύονται άλλα μέλη της οικογένειάς τους οικονομικά ή και με άλλους τρόπους τους θέτουν με το έτσι θέλω υπηρέτες της δικής τους πλεονεξίας, τεμπελιάς, αγυρτείας κλπ;

Πώς να αντιμετωπίσω ανθρώπους που αλλάζουν απόψεις, συμπεριφορές και σχέσεις προκειμένου να εξυπηρετήσουν διάφορους σκοπούς (από οικονομικούς μέχρι σεξουαλικούς);

Πώς να αντιμετωπίσω κρατικούς λειτουργούς ή ιδιώτες παρόχους προϊόντων ή υπηρεσιών οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι τους πελάτες τους, συμπεριφέρονται σαν φεουδάρχες αποσπώντας οφέλη (συνήθως οικονομικά) τα οποία υπερβαίνουν για να μην πω αισχροκερδούν σε σχέση με την σκάρτη εξυπηρέτηση ή/και το προϊόν τους;

Και τι γίνεται όταν ζω σε μια κοινωνία η οποία όχι μόνο δεν τιμωρεί τέτοια φαινόμενα και συμπεριφορές, όχι απλά τις επιβραβεύει αλλά και τις «καλλιεργεί»;

Μα καλά θα έλεγε κάποιος… πως γίνεται να τις «καλλιεργεί»;

Παρατηρήστε γύρω σας. Από τα σπίτια ήδη, από μικρή ηλικία, τα παιδιά μαθαίνουν από τους γονείς να επιδιώκουν να γίνουν «σπουδαίοι». «Σπουδαίοι» όμως όχι πρωτίστως ως προς το ήθος, αλλά αποκλειστικά ως προς την οικονομική εξασφάλιση και κυρίως την απόκτηση οικονομικής επιφάνειας.

Δεν ξέρω για σας, αλλά προσωπικά ποτέ δεν άκουσα κάποιον γονιό να διδάσκει τα παιδιά του να είναι τίμια.

Πλήθος φορών έτυχε να βρεθώ σε σπίτια όπου γονείς ή άλλα μέλη της οικογένειας, προτρέπουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τα μικρά ακόμα παιδιά, να πάρουν ένα πτυχίο για να κάνουν μια καλή και άνετη ζωή (προσέξτε… ούτε καν για να λάβουν κάποια εξειδικευμένη γνώση), για να είναι ανεξάρτητοι (κυρίως οικονομικά), για να κάνουν έναν καλό (=πλούσιο) γάμο, με μια καλή νύφη/καλό γαμπρό (όμορφο/η και με οικονομική άνεση) και πολλές άλλες τέτοιες προτροπές.

Δεν είναι αλήθεια; Είναι ανακρίβεια; Παρατηρήστε κατ’ αρχήν για παράδειγμα τα τελευταία 40 χρόνια πόσοι εγκαταλείπουν την επαρχία για να κατέβουν στην πόλη να σπουδάσουν εγκαταλείποντας περιουσίες, κτήματα, οικογένειες, φίλους, συγγενείς δημιουργώντας έναν άνθρωπο ξεριζωμένο, (κάτι σαν νομάδα δηλαδή) από τον τόπο του, τη γη του, τους ανθρώπους του κλπ.

Παρατηρήστε επίσης πόσοι εγγράφονται στα πανεπιστήμια και άλλοι πόσοι θα ήθελαν να εγγραφούν αλλά δεν τα καταφέρνουν.

Παρατηρήστε ποιες σχολές επιλέγουν οι διαθέτοντες τα μόρια και την οικονομική δυνατότητα να σπουδάσουν.

Παρατηρήστε επίσης όταν αποφοιτούν, ποιά ζωή διάγουν, δηλαδή με ποιούς κάνουν παρέες, ποιους συναναστρέφονται, ποιούς αποδέχονται στο φιλικό τους περιβάλλον, ποιούς επιλέγουν ως συντρόφους ζωής.

Παρατηρήστε έπειτα το πώς φέρονται οι άνθρωποι ως ελεύθεροι επαγγελματίες, είτε πτυχιούχοι, είτε μη πτυχιούχοι, ας πούμε καταστηματάρχες. Αν βοηθούν αφιλοκερδώς ποτέ ανθρώπους που έχουν ανάγκη ή αν αντιθέτως κοιτάνε να βγάλουν περισσότερα ακόμα και αν γνωρίζουν ότι ο απέναντί τους δεν διαθέτει τα οικονομικά μέσα.

 Αναζητήστε, αν δεν γνωρίζετε ήδη, το γιατί (μεταξύ άλλων) οι άνθρωποι που μπορούν είτε φεύγουν στο εξωτερικό είτε όσοι μένουν εδώ για ποιόν λόγο δεν πάνε να δουλέψουν σε μια οποιαδήποτε δουλειά.

Θα σας δώσω εγώ μερικές απαντήσεις απ’ όσα έχω δει ακούσει και μάθει από άλλους ανθρώπους στη ζωή μου.

Γιατί οι άνθρωποι (και αναφέρομαι κυρίως στην Ελλάδα αν και στο εξωτερικό περίπου τα ίδια συμβαίνουν) διδάσκονται από την πολύ τρυφερή τους ηλικία να ανελιχθούν να γίνουν δηλαδή «σπουδαίοι» με κάθε τρόπο, το οποίο συνδυαζόμενο με την κρατούσα (νεορωμέϊκη άποψη) ότι «άσε μας τώρα μωρέ με το δίκιο και την ηθική… ποιος τα λογαριάζει αυτά;… δε βλέπεις τι γίνεται γύρω;… πάτα για να μη σε πατήσουν… το κέρδος σου πάνω απ όλα… ποιο κράτος;… Ποιοι άλλοι;… Όλοι το ίδιο κάνουν… Όλοι κοιτάνε το συμφέρον τους…») σημαίνει ότι τα άτομα αυτά θα μάθουν ότι το πολυτιμότερο πράγμα στη ζωή είναι να ανελιχθούν κοινωνικά και κυρίως οικονομικά και όταν δεν το επιτυγχάνουν αυτό θα γίνουν δυστυχισμένοι. Σίγουρα δυστυχισμένοι όμως (είτε επιτύχουν είτε όχι) θα γίνουν οι γύρω τους, ακόμα και η ίδια τους η οικογένεια.

Θα μάθουν να είναι πλεονέκτες γιατί δεν θα έχουν μάθει να δίνουν. Θα θεωρούν το κάθε τί δικό τους ασχέτως αν μπορούν ή αν πρέπει να το διεκδικήσουν ή αν η απόκτησή του είναι ανήθικη.

Θα μάθουν ότι όλοι οι άλλοι, για τον έναν ή άλλο λόγο (κοινωνικά/οικονομικά/επαγγελματικά κλπ) είναι «κατώτεροί» τους αφού έτσι θα έχουν μάθει να τους αντιμετωπίζουν από τα πρώτα σχολικά τους χρόνια. Αλήθεια ξέρετε πόσους συνομηλίκους μου θυμάμαι από τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια οι οποίοι φέρονταν από απαξιωτικά έως βίαια σε άλλους συμμαθητές τους επειδή θεωρούσαν ότι «κατώτεροί τους» δεν είχαν θέση μεταξύ τους;; Ουκ έστι αριθμός… Σήμερα είτε είναι βολεμένοι (συνήθως με κάποιο μέσο του μπαμπά ή δικό τους) είτε, όσοι δεν είναι βολεμένοι, βρίζουν και ελεεινολογούν το σύστημα το οποίο τους πέταξε έξω «σαν την τρίχα απ το ζυμάρι» όπως λέγανε και οι δικοί μου και τους φέρθηκε όπως ακριβώς αυτοί στους τέως συμμαθητές τους… τους κατώτερους… Για να είμαι ακριβής, μέχρι και τα πολιτικά τους «πιστεύω» φρόντισαν να τα… ταιριάξουν απόλυτα με τις ψυχονευρωτικές τους ιδιαιτερότητες…




Θα μάθουν να μην ανέχονται κανέναν όχι απλά σαν ανώτερό τους (σε γνώσεις, ως εργασιακό προϊστάμενο κλπ) αλλά ούτε καν σαν ίσο. Ακόμα και αυτούς που θα «ανεχτούν» ως «άξιους να συναναστρέφονται μαζί τους» θα πρέπει να συντρέχει ειδικός λόγος, δηλαδή να θεωρούν έστω ότι μπορούν να αποκομίσουν κάποιο όφελος από αυτούς.

Ως εκ τούτου όχι μόνον επιβαρύνουν τους γύρω τους με την ψυχική τους νόσο, αλλά φροντίζουν ώστε ΚΑΙ το περιβάλλον τους να είναι ακριβώς όπως αυτοί, αφού με τους μόνους που κάνουν παρέα και συναναστρέφονται είναι είτε με ομοίους τους (δηλαδή με άτομα που θεωρούν εαυτούς κοινωνικά/οικονομικά «ανώτερους») ή έστω με κόλακες που υπάρχουν μόνο και μόνο για να τους επιβεβαιώνουν και ας ξέρουν κατά βάθος ότι πολλές φορές και αυτοί ακόμα τους… δουλεύουν.

Η επιρροή του μακιαβελισμού στον σύγχρονο Δυτικό τρόπο ζωής… και όχι μόνο
Όπως γίνεται κατανοητό η ζωή μας πλέον από τα παιδικά μας χρόνια, ακόμα και όταν τυγχάνει ευγενούς, δηλαδή ενάρετης διαπαιδαγώγησης από τους γονείς ή και το σχολείο (σπάνια αν όχι απίθανη περίπτωση), ο ανηλεής βομβαρδισμός του ατόμου μέσα από καθημερινά ή τεχνητά κακόβουλα πρότυπα είναι συνεχής με αποτέλεσμα, ακόμα και υγιείς ψυχικά και κυρίως πνευματικά άνθρωποι, να αναγκάζονται αν όχι να γίνουν κι αυτοί άτιμοι και αναίσθητοι έναντι των άλλων, στην καλύτερη περίπτωση να γίνονται δεκτικοί και να συνηθίζουν σε τέτοιες συμπεριφορές. Το χειρότερο όμως είναι ότι τέτοιοι άνθρωποι, δηλαδή άτομα που εγνωσμένα δεν αδικούν γιατί δεν έχουν μάθει να αδικούν, πέφτουν θύματα μιας κοινωνίας η οποία έχει κυριολεκτικά πλημυρίσει από ατομιστές, αδίστακτους και κυρίως πλεονέκτες που θα κάνουν το οτιδήποτε προκειμένου να βρουν νέα θύματα.

Κατ εμέ είναι φύσει αδύνατο για μια κοινωνία να συνεχίσει να υπάρχει όταν τα μέλη της αντί να χρησιμοποιήσουν την ανθρώπινη λογική και μέτρο συμπεριφερόμενοι με σεβασμό, να χρησιμοποιούν τους νόμους της ζούγκλας θεωρώντας μάλιστα ότι «ε έτσι είναι… τι να κάνουμε;»… Μα εδώ είναι το θέμα. Αν ΔΕΝ ΚΑΝΟΥΜΕ, τότε ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΑΡΧΟΥΜΕ… Τόσο απλό…

Επιστρέφοντας στον Μακιαβέλι και για τις ακατανόμαστες αμπελοφιλοσοφίες του, το έργο του, ασχέτως της γενικής κατακραυγής, συν τω χρόνω έγινε δεκτό από πολλούς, όχι απλά θετικά αλλά και με… θαυμασμό. Βέβαια οι περισσότεροι εξ αυτών δεν ήταν δυνατόν να βγουν θαρραλέα στο ευρύ κοινό και να αναπαράξουν τις καιροσκοπικές αμπελοφιλοσοφίες του Τοσκανού.

Το ίδιο άλλωστε συμβαίνει και με άλλους θαυμαστές αμπελοφιλοσόφων ή απλά εφαρμοστές παρεμφερών ιδεών όπως ο Χίτλερ, ο Μουσολίνι κλπ . «Επισήμως καταδικάζω, εν τη πράξει επιδοκιμάζω»…

Οι «ιδέες» του ενέπνευσαν όλους τους ολοκληρωτιστές, κρατικιστές, συγκεντρωτιστές, μοναρχικούς ακόμα και φιλελεύθερους «οικονομολάγνους». Και γιατί όχι; Στην ουσία ο Μακιαβέλι δημιουργεί, ίσως για πρώτη φορά, έναν απρόσωπο υπερ-μονάρχη (εδώ υπό την έννοια του μόνου άρχοντος και όχι του βασιλιά) στον οποίο δίνει το δικαίωμα της απόλυτης εξουσίας επί των  αρχόμενων. Ζωής και θανάτου! Τι παραπάνω από αυτό μπορεί να ζητάει ένας αριβίστας πολιτικός αρχομανής (ή… wannabe απόλυτος εξουσιαστής) ο οποίος με πρόσχημα την σωτηρία όλων θα σκοτώσει ακόμα και τους μισούς πολίτες για να σώσει/φοβίσει τους άλλους μισούς ώστε να τον θεωρούν ισόβιο «σωτήρα» τους!

Έτσι λοιπόν ο Μακιαβέλι μπορεί να πέρασε στην ιστορία με αρνητικό πρόσημο, ωστόσο έγινε «διδάσκαλος» δικτατόρων, καθεστώτων, ιδεολογιών και αυτό όχι γιατί έφερε κάτι καινούργιο. Απλά επειδή ήταν ο πρώτος ο οποίος (συνάγοντας από δω και από κει αποσπασματικά λέξεις, εκφράσεις, ιδέες και έργα αρχαίων συγγραφέων), έκατσε να δικαιολογήσει το γιατί (στην ουσία) ένας μεσαιωνικός φεουδάρχης ή απόλυτος μονάρχης, έπρεπε να συνεχίσει να άρχει σαν μεσαιωνικός φεουδάρχης και μεσαιωνικός απόλυτος μονάρχης… Τι τεράστια διαφορά!

Αργότερα βέβαια αντιγραφείς του… αντιγραφέα υπήρξαν πάμπολλοι και μάλιστα αρτίως «βελτιωμένοι» (αλίμονο… τόσες ιδεολογίες ξεφύτρωσαν τον 19ο αιώνα). Με αυτά και με εκείνα ωστόσο, μπορούμε να πούμε ότι αν και το έργο του «Ο Ηγεμών» δεν ανήκει στα έργα εκείνα που αποτελούν πολύτιμη παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές, ήταν ωστόσο ένα πολύ σημαντικό βήμα οπισθοδρόμησης (με βάση τον αντίκτυπο που είχε στους οπαδούς τέτοιων απόψεων) εκατονταετιών (ακόμα και για την εποχή του) πίσω.

Ο κακός αντίκτυπος αντανακλάται βέβαια περισσότερο από κάθε σημείο του αχταρμά-έργου του στον αφορισμό ότι οι άνθρωποι είναι κατά βάση κακόβουλοι και ως τέτοιοι πρέπει να αντιμετωπίζονται.

Από τις δε τρείς πιο σημαντικές κοινωνικοοικονομικές θεωρίες που επηρεάστηκαν και επηρέασαν με τη σειρά τους την ανθρωπότητα ήταν τόσο ο εθνικισμός, που όμως λόγω της μη διεθνιστικής φύσης του χωρίζει τους ανθρώπους σε «καλούς»/πνευματικούς/πολιτισμένους/μη υλιστές κλπ «δικούς μας» και «στους άλλους» (κατώτερους/απολίτιστους/υλιστές κλπ), ο φιλελευθερισμός, ο οποίος σε γενικές γραμμές (γιατί όλες οι ιδεολογίες έχουν και διάφορα «παρακλάδια») αν και αποδέχτηκε αρχικά την απαλλαγή του κράτους από την εκκλησία (εδώ… «καλός ο Μακιαβέλι»), στη συνέχεια και μετά την Βιομηχανική Επανάσταση και την ραγδαία άνοδο της Αστικής λεγόμενης Τάξης και του μεγάλου Κεφαλαίου, αποκήρυξαν τον Μακιαβέλι ως οπισθοδρομικό και μη εκφράζοντα την «ελεύθερη οικονομία» και την απαλλαγή της από μια συγκεντρωτική εξουσία (εδώ… «κακός ο Μακιαβέλι»).

Η ιδεολογία όμως που επηρεάστηκε «μέχρι το μεδούλι» από τον Τοσκανό ήταν ο Κομμουνισμός. Δεν θα χρειαζόταν καν να συγγράψει ο Μαρξ «Το Κεφάλαιό» του, αν δεν προϋπήρχε ο, υπέρ πάντων, αφορισμός (έτσι κι αλλιώς το έργο του πέραν των οικονομικών συμβατοτήτων βρίθει από αφορισμούς) ότι όλοι οι άνθρωποι είναι κατά βάση κακόβουλοι, το οποίο ο Μαρξ παρήλλαξε σε «όλοι οι άνθρωποι είναι κατά βάση υλιστές»…

Και αυτή την πατάτα υπάρχουν σήμερα εκατομμύρια άνθρωποι που την ενστερνίζονται. Βέβαια δεν μας εξήγησε ποτέ το γιατί εκατομμύρια άνθρωποι από τα πανάρχαια χρόνια μέχρι και σήμερα, σχεδόν 200 χρόνια μετά τη συγγραφή του Κεφαλαίου, άνθρωποι έζησαν, πολέμησαν και πέθαναν φτωχοί και επίσης χιλιάδες χιλιάδων άλλοι, προτίμησαν να πεθάνουν φτωχοί παρά να αδικήσουν ή να αποκομίσουν οφέλη και δεν ακολούθησαν τον γενικό κανόνα ότι «είναι όλοι υλιστές». Αλλά για τον κομμουνισμό ειδικά όπως έγραψα και σε άλλο θέμα …ας είναι καλά οι Γερμανικές μυστικές υπηρεσίες…

Το κύριο θέμα είναι ότι η ιδεολογία αυτή με τη σειρά της επηρέασε την κοινή γνώμη αλλά και την παγκόσμια διανόηση πάνω ακριβώς στη βάση αυτή.

Γενικά ρωτήστε όποιον οπαδό οποιουδήποτε πολιτικού δόγματος να σας πει τι θεωρεί αρετή. Αν για τους μονοθειστές δογματιστές η αρετή τίθεται υπό το πρίσμα των εντολών των θεοκρατών τους, για τους πολιτικούς δογματιστές η «αρετή» τους μεταφράζεται (στην καλύτερη περίπτωση) σε πλήρη αλληλεγγύη στους «ημετέρους» ή και δεν υπάρχει αρετή αφού οι συγγραφείς των «ιερών κειμένων» τους ουδέποτε συνέγραψαν ποτέ κάτι για την αρετή παρά μόνο για το κέρδος ή τη «δόξα» κάποιας οικονομικής τάξης ή κάποιου έθνους.

Σήμερα μετά από αιώνες πολέμων και συγκρούσεων θρησκευτικών, εθνικών, πολιτικών αλλά και την επιβολή και πλήρη επικράτηση δογμάτων που διαστρεβλώνουν ή και απαρνούνται πλήρως την δυνατότητα ύπαρξης αρετής και ηθικής στον άνθρωπο μπορούμε να πούμε ότι η παγκόσμια εξαχρείωση των ανθρώπων οδηγεί νομοτελειακά σε τέλμα. Τέλμα ηθικό, κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό κλπ.

Βέβαια οι πρακτικές εφαρμογές του «Ηγεμόνα» από πλήθος καθεστώτων, έτσι κι αλλιώς θα επηρέαζε εν τοις πράγμασι την κοινή γνώμη, διαφθείροντας και αποπροσανατολίζοντας τα κοινωνικά ήθη, τα οποία πάντα ήταν και πρέπει να είναι, η καλλιέργεια της αρετής, όχι γιατί «έτσι πρέπει» και ούτε για την εξυπηρέτηση κάποιου τελικού «ιστορικού σκοπού» ή κάποιας μεσσιανικής εντολής, αλλά για την συνέχιση του «ανθρώπινου πολιτισμού», ως πραγματικά ανθρώπινου και πραγματικού πολιτισμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου