Κατ’ αρχάς θεωρώ ότι ο ισχυρισμός ότι η Ελληνική
Επανάσταση έγινε από κάποια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων είτε θρησκευτική, είτε
ταξική, είτε εθνική/φυλετική κλπ είναι τουλάχιστον υποκειμενικός.
Για την ακρίβεια, εάν γίνει προσπάθεια να «αναλυθεί»,
τότε μπορεί άνετα κάποιος να βγάλει όποιο συμπέρασμα θέλει, κατά πώς τον
συμφέρει.
Έτσι εάν, για παράδειγμα, ένας εύπορος θέλει, μπορεί να ισχυριστεί ότι η
Επανάσταση ξεκίνησε από τους οικονομικά εύρωστους αφού αυτοί διέθεσαν
περιουσίες, υπάρχοντα ακόμα και τη ζωή τους στον αγώνα. Άλλωστε χαρακτηριστικό
είναι ότι οι περισσότεροι "φιλικοί" ως κοινωνική τάξη ήταν οι έμποροι την ώρα που για παράδειγμα αγρότες δεν αναφέρονται!
Από την άλλη εάν κάποιος των μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων ή και φτωχός θέλει, μπορεί να ισχυριστεί ότι αυτή έγινε από φτωχούς αφού κατά κανόνα εκείνοι υπέστησαν τα περισσότερα
δεινά, εκείνοι σκοτώνονταν ως επί το πλείστον σε μάχες, ενώ και οι περισσότερες
προσωπικότητες, τουλάχιστον οι στρατιωτικές φυσιογνωμίες, αν δεν ήταν φτωχοί…
«προσέγγιζαν» τα όρια της ένδειας…
Όπως επίσης και εάν θελήσει ένας χριστιανός μπορεί να πει
κάλλιστα ότι αυτή ήταν χριστιανικό "επίτευγμα", αφού ακόμα και στο κάλεσμα του
Υψηλάντη προκρίνονται ως (καλό) παράδειγμα… οι Σταυροφορίες εναντίον «ενός
βάρβαρου δυνάστη», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ενώ είναι γνωστές και
θρησκευτικές αντιλήψεις πολλών οπλαρχηγών, προεστών κλπ.
Το ίδιο βέβαια μπορεί να ισχυριστεί κι ένας Εθνικός, αφού
εκτός του ότι οι πρώτοι που αντιστάθηκαν εναντίον των Οθωμανών μετά την Άλωση
ήταν Εθνικοί της Πελοποννήσου, οι οποίοι βέβαια ακολουθούσαν τα διδάγματα των
Νεοπλατωνιστών του Πλήθωνος του Γεμιστού.
Και βέβαια εδώ να επισημάνω οτι ο ισχυρισμός ότι δεν υπήρχαν Έλληνες πολυθεϊστές, από τους πάσης φύσεως μονοθεϊστές ή/και αθεϊστές είναι κωμικός όσο κωμικός θα ήταν ο ισχυρισμός ενός ναζί ότι στη χώρα του δεν υπήρχαν σοσιαλιστές/κομμουνιστές/δημοκράτες ή όσο ο ισχυρισμός ενός Σοβιετικού ότι στη χώρα του δεν υπήρχαν θεϊστές, εθνικιστές και δημοκράτες.
Και βέβαια εδώ να επισημάνω οτι ο ισχυρισμός ότι δεν υπήρχαν Έλληνες πολυθεϊστές, από τους πάσης φύσεως μονοθεϊστές ή/και αθεϊστές είναι κωμικός όσο κωμικός θα ήταν ο ισχυρισμός ενός ναζί ότι στη χώρα του δεν υπήρχαν σοσιαλιστές/κομμουνιστές/δημοκράτες ή όσο ο ισχυρισμός ενός Σοβιετικού ότι στη χώρα του δεν υπήρχαν θεϊστές, εθνικιστές και δημοκράτες.
Αναφερόμαστε σε μια εποχή που όποιος παρέκκλινε από τα καθημερινά
«ειωθότα» (λχ τακτικός εκκλησιασμός) αυτομάτως έμπαινε στο στόχαστρο της
εκκλησίας και αντιμετώπιζε τιμωρίες όπως ο αφορισμός, τιμωρία που εκείνη την
εποχή ισοδυναμούσε με κοινωνικό θάνατο (μέχρι και πρόσφατα άλλωστε ο αφορισμός
αντιμετωπιζόταν από την εκκλησία ως ικανοποιητικό μέσο… συνετισμού»… βλέπε Ν.
Καζαντζάκη κλπ). Η αγάπη προς την Ελλάδα και το πνεύμα της, όπως και ουκ ολίγες
προσωπικότητες Ελλήνων που αγωνίστηκαν κατά της Οθωμανικής πλημμυρίδας στο
απόγειο της δύναμής τους (βλέπε κατάκτηση Πελοποννήσου μετά την Άλωση) έριξαν
τον σπόρο, όχι απλά για έναν Αναγεννημένο από το πνεύμα της Αρχαίας Ελλάδος,
κόσμο, αλλά και της ίδιας της χώρας.
Συνεπώς
ο ισχυρισμός ότι την επανάσταση την έκαναν μόνο οι χριστιανοί, ή μόνο οι
Εθνικοί ή μόνο οι φτωχοί ή μόνο οι πλούσιοι ή… επειδή οι Ναπολεόντειοι ξύπνησαν
«ξαφνικά» το αίσθημά τους για Εθνική απελευθέρωση είναι εκτός από ανιστόρητος
και βλακώδης.
Ήταν όλοι (από
κάποιο σημείο και μετά… θέλοντας και μη) συμμέτοχοι και έδωσαν όλοι από κάτι
στον αγώνα. Βέβαια υπήρχαν και οι σκοτεινές εξαιρέσεις ατόμων ή κοινωνικών
ομάδων που ακόμα και συνειδητά απείχαν ή ήταν και εχθρικά διακείμενες.
Ωστόσο η εξατομίκευση ή αντίθετα η γενίκευση, δεν παράγει
εποικοδομητικό έργο στην εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, διότι για κάθε
επιχείρημα ότι «μόνο οι τάδε βοήθησαν» ή «μόνο οι δείνα δεν βοήθησαν» μπορεί να
υπάρξει κάποιο άλλο επιχείρημα που να αποδεικνύει το αντίθετο.
Το αν πρόσφερε κάτι μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων ή όχι
σε μια πολεμική αναμέτρηση δεν σημαίνει και πολλά, τόσο για ειδικούς λόγους όσο
και για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων επί το γενικότερο. Βέβαια όλοι
κρίνονται, τόσο οι ίδιοι όσο και οι ιδέες τους. Όμως οι ιδέες κρίνονται εν τω συνόλω τους και οι ίδιοι κρίνονται
ατομικά από τις πράξεις τους και όχι στο τι πίστευαν ή δε πίστευαν.
Θα θεωρούσα όμως χρησιμότερο να αναφερθώ σε ορισμένα
χρήσιμα πράγματα που αφορούν την Ελληνική Επανάσταση, όσο και το γενικότερο
ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο πραγματοποιήθηκε.
Η
σημασία της Ελληνικής Επανάστασης μέσα στο ιστορικό της πλαίσιο
Η Ελληνική Επανάσταση, ως γεγονός, μπορεί να μην αποτελεί
ένα από αυτά που καθόρισαν τις Ευρωπαϊκές εξελίξεις όπως για παράδειγμα η εποχή
του Καρλομάγνου, η ανακάλυψη του Νέου Κόσμου, η Θρησκευτική Μεταρρύθμιση, η
Γαλλική Επανάσταση, οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι, αλλά ένας «παράγοντας» που
εκκίνησε μια διαδικασία αλλαγών στα πολιτικά πράγματα της Ευρώπης.
Με άλλα λόγια ήταν ένα από εκείνα τα γεγονότα στην
ανθρώπινη ιστορία, τα οποία συχνά θεωρούνται δευτερευούσης ή τριτευούσης
σημασίας, που όμως αποδεικνύονται καταλυτικής σημασίας για κάποιες άλλες
εξελίξεις σε πρωτεύοντα θέατρα πολιτικών ή και στρατιωτικών εξελίξεων.
Από αυτήν λοιπόν την άποψη, η Ελληνική Επανάσταση
παρουσιάζει ενδιαφέρον όχι μόνο τοπικό, ως «άλλη μια επανάσταση» όπως περίπου
παρουσιάζεται, αλλά και γενικότερης σημασίας και εν προκειμένω για την
Ευρωπαϊκή ιστορία. Πολύ περισσότερο δηλαδή απ’ όση δίνουν για παράδειγμα τα
σχολικά εγχειρίδια του Ελληνικού κράτους ή άλλων ευρωπαϊκών κρατών τα οποία
όταν αναφέρονται την κατατάσσουν το πολύ -πολύ στην ίδια συνομοταξία με άλλες
επαναστάσεις όπως του Βελγίου (1830) ή Ευρωπαϊκές του 1848 ή ακόμα και με την…
Παρισινή Κουμμούνα κατά το Γαλλοπρωσικό πόλεμο του 1871. Για ποιους λόγους;
Α. Ιστορικά
γιατί αποτελεί τον ξεσηκωμό ενός λαού με ιστορικές αξιώσεις σε μια εκτεταμένη
και σπουδαίας γεωπολιτικής σημασίας περιοχή της Ευρώπης και ο οποίος βρισκόταν
υπό δουλεία μακρόχρονη αιώνων.
Β. Πολιτικά
γιατί ο ξεσηκωμός συνέβαινε την στιγμή που οι Γερμανικές βασιλείες της Ευρώπης,
μετά από 30 χρόνια από τη Γαλλική Επανάσταση και τους Ναπολεόντειους Πολέμους, δημιουργουσαν
ένα πολιτικοστρατιωτικό σύμφωνο (Ιερά Συμμαχία) ώστε να μην είναι εφικτό για κανέναν μη Γερμανό να επαναστατήσει ενάντια στην Γερμανική Τάξη Πραγμάτων.
Γ. Γεωπολιτικά
διότι η (κυρίως) Επανάσταση συνέβαινε σε μια περιοχή που ναι μεν οι Γερμανοί
και οι Γερμανικές βασιλείες της Ευρώπης είχαν αξιώσεις (όπως… παντού άλλωστε)
αλλά στην περιοχή δεν υπήρχαν ούτε άλλοι ξένοι υπόδουλοι για να ελπίζουν σε…
διχασμό και άρα αποτυχία (βλέπε Μολδοβλαχία) και ούτε γρωγραφικά τους ήταν
δυνατό να παρέμβουν άμεσα και να βοηθήσουν τους Οθωμανούς (βλέπε σύλληψη Ρήγα
Φεραίου από τους Αυστριακούς). Άρα στο μόνο που μπορούσαν να «ελπίζουν» για να
καταπνιγεί η επανάσταση εν τη γενέσει της, ήταν στην καταστολή της από τους
ίδιους τους Οθωμανούς.
Δ. Θρησκευτικά,
διότι με την Επανάσταση βλέπουμε και κρίνουμε (για άλλη μια φορά) ποια η στάση
της μονοθεϊστικής θεοκρατίας, στην Ελλάδα αλλά και των ξένων πριν κατά τη
διάρκεια αλλά και μετά το πέρας της Επανάστασης.
Ε. Πολιτισμικά,
διότι παρά τον δήθεν φιλελληνισμό φάνηκε το πολιτισμικό χάσμα που υπάρχει
ανάμεσα στην Γερμανική Ευρώπη και τους Έλληνες. Επίσης φάνηκε και η πολιτισμική
διαφορά ανάμεσα στους Ελληνόφωνους και τις άλλες φυλές/εθνότητες της Οθωμανικής
Αυτοκρατορίας, οι οποίες ναι μεν δεν ήταν κυρίαρχες αλλά ουδεμία βοήθησε τον αγώνα των Ελλήνων αφού οι περισσότερες στην
καλύτερη περίπτωση κούρνιασαν στη γωνιά τους αποσπώντας ορισμένοι μάλιστα και
ευεργετήματα για τη στάση τους… Βέβαια πολλοί εξ αυτών δεν είχαν καν εθνική
συνείδηση, οπότε η αναφορά μου γίνεται για τις εκ των υστέρων φωνές τους περί
αδικιών κλπ. Δεν ήταν λίγοι βέβαια κι εκείνοι που συμμετείχαν ενεργά υπέρ των
Οθωμανών εναντίον των Ελλήνων. Όπως αντίθετα δεν έλειψαν και οι περιπτώσεις μη
Ελλήνων που βοήθησαν ή και έσωσαν τους Έλληνες, αλλά δυστυχώς αυτές ήταν
μεμονωμένες περιπτώσεις που ναι μεν τιμούν τους λαούς τους όταν πρόκειται για
παράδειγμα εθελοντές ή χρηματοδότες ξένους Δυτικών χωρών, όμως δεν
δικαιολογούνται και οι υπόδουλοι…
Κατά συνέπεια και με βάση τους παραπάνω λόγους θεωρώ πολύ
σημαντικό να αναφερθώ στην Ελληνική Επανάσταση, πέρα από συναισθηματισμούς ή
κάποιας ανάγκης να… «ευλογήσουμε τα γένια μας»…
Πως
έβλεπαν οι ξένοι μια Ελληνική ανεξαρτησία
Η Ελληνική Επανάσταση αποτελεί το σημείο εκκίνησης για
την ύπαρξη του νεώτερου Ελληνικού Κράτους. Ωστόσο δεν ήταν η μοναδική. Πριν από
αυτήν και αρχής γενομένης από την Άλωση της Ανατολικής Ρώμης
(Κωνσταντινούπολης) άλλες 26 είχαν συμβεί κατά κύριο λόγο στον Ελλαδικό χώρο
χωρίς να συμπεριλαμβάνονται τοπικές εξεγέρσεις.
Συνεπώς από αυτή την άποψη η Ελληνική Επανάσταση δεν εντάσσεται στο γενικό ιστορικό
πλαίσιο των Ευρωπαϊκών επαναστάσεων στη Μεταναπολεόντειο εποχή, όπως πολλοί την
εντάσσουν αλλά αποτελεί ειδική περίπτωση. Αυτό βέβαια όχι «γιατί έτσι μας
αρέσει» αλλά από τα γεγονότα.
Έχουμε κατ’ αρχήν έναν πληθυσμό ο οποίος πάντα βρίσκεται
σε συνεχείς προστριβές με τους κυριάρχους του και είτε με τη βοήθεια ξένων είτε
χωρίς κάποια εξωτερική παρέμβαση βρίσκεται σε διαρκή ένοπλη σύγκρουση με τους
δυνάστες του.
Οι Δυτικοί βέβαια δεν «το βλέπουν» έτσι. Οι Δυτικοί «το
βλέπουν» ως έναν πληθυσμό που μπορεί βέβαια να τους εξυπηρετεί σαν «χρήσιμος
αντιπερισπασμός» όταν πρόκειται να αντιμετωπίσουν τους Οθωμανούς ή και σε άλλες…
εκδουλεύσεις (πλοία, εφοδιασμούς κλπ) αλλά «δεν καταλαβαίνουν» και το λόγο για
ποιο λόγο αυτοί οι «μη Ευρωπαίοι» πρέπει και να αποκτήσουν δικό τους κράτος…
Από την άλλη πρέπει να θεωρήσουμε τα πράγματα πρώτα και
κύρια σε πολιτισμική βάση. Οι επαναστάτες, ασχέτως του ποιοι την
πραγματοποιούν, έχουν ως αξίωση την δημιουργία ενός κατά βάση ελληνόφωνου
κράτους και ασχέτως του πώς αυτό θα ονομάζεται επίσημα (Γραικία, Ελλάδα κλπ).
Το ζήτημα είναι το εξής: Αν υπάρξει, ποια θα είναι τα όριά του; Ποιους
πληθυσμούς θα περιλάβει; Ποια πρωτεύουσα θα έχει;
Όλα αυτά δεν απασχολούσαν μόνο τους Έλληνες λόγιους, αλλά
βασάνιζαν τόσο τους Οθωμανούς όσο και τους Δυτικούς. Το τελευταίο Ελληνόφωνο
κράτος που υπήρξε ήταν η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (Α.Ρ.Α.). Αν όμως
εδέχοντο αυτό ως νέα πραγματικότητα, δηλαδή την επανάκαμψη μιας νέας Α.Ρ.Α. θα
σήμαινε όχι απλά ακρωτηριασμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά την σχεδόν
αντικατάστασή της από μια άλλη ελληνόφωνη και χριστιανική (και μάλιστα άλλης
θρησκευτικής σέχτας (Ορθόδοξοι).
«Ευτυχώς» (γι αυτούς) η απάντηση δόθηκε μετά από λίγα
χρόνια όταν η Επανάσταση κατόρθωσε
τελικά να κρατηθεί μόνο στην Πελοπόννησο, τη Στερεά και σποραδικά στην Ήπειρο.
Ο λόγος αυτός ήταν ένας από πολλούς άλλους που καθόρισαν και τη στάση τους
έναντι της Επανάστασης. Είναι άγνωστο το πως θα συμπεριφέρονταν αν μπορούσε
ποτέ να υπάρξει επανάσταση και σε άλλες περιοχές όπως τη Μικρά Ασία, την
Παλαιστίνη ή και την Αίγυπτο. Κατά την άποψή μου σε αυτή την περίπτωση και εάν
υπήρχαν ελληνόφωνοι πληθυσμοί σε όλη την Ανατολή είναι μαθηματικώς βέβαιο πως
όχι μόνο θα ήταν εχθρικοί αλλά θα προχωρούσαν και σε άμεση αποστολή
στρατιωτικής βοήθειας για την κατάπνιξή της.
Οθωμανοί
και Γερμανική Δύση
Εδώ καλό θα είναι να αναφέρω λίγα πράγματα για την
Οθωμανική Αυτοκρατορία πριν προχωρήσω. Οι Οθωμανοί ως γνωστόν αποτελούν μια
Αυτοκρατορία που δημιουργήθηκε από ένα από τα Σελτζουκικά φύλα που
εγκαταστάθηκαν στην Μικρά Ασία μετά τη νίκη τους στο Μάτζικερτ επι των
Ανατολικορωμαίων το 1071, την
παγιοποίηση της εγκατάστασής τους το 1171 στο Μυριοκέφαλο και τη διάσπαση των
βασιλείων τους από τον Ταμερλάνο το 1402 με τη μάχη της Άγκυρας και την ίδρυση
του κράτους του Οσμάν στην περιοχή της Βιθυνίας.
Από κει και πέρα άρχισε η σταδιακή και αργότερα ραγδαία
επέκταση του κράτους αυτού ώστε σε δύο αιώνες από την εποχή του Ταμερλάνου να
φτάσουν μέχρι τις πύλες της Βιέννης.
Ωστόσο τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται. Η δημιουργία
και η ανάπτυξη του κράτους αυτού δεν αποτελεί τόσο αποτέλεσμα του δυναμισμού
και της ικανότητας των Οθωμανών ηγετών, όσο του γεωπολιτικού κενού εξουσίας
στην ευρύτερη περιοχή με τις ανατολικορωμαϊκές έριδες για την εξουσία, την
ραγδαία φθορά και παρακμή του κράτους τους και την γεωπολιτική διάσπαση της
Βαλκανικής σε μικρότερα βασίλεια και ηγεμονίες.
Βέβαια θα ήταν όχι απλά ανιστόρητο, αλλά και βλακώδες να
μην αναγνωρίσουμε τον καιροσκοπισμό και την επιμονή των Οσμανλιδών. Όμως αφενός μεν ο καιροσκοπισμός δεν αποτελεί
αρετή και αφετέρου το απάνθρωπο σύστημα εξουσίας, ακόμα και για τα δεδομένα της
εποχής του απετέλεσε και τον παράγοντα που οδήγησε στην σταδιακή και έπειτα
ραγδαία πτώση του.
Επίσης πρέπει να επισημανθεί και κάτι πολύ σοβαρό. Όταν
αναφερόμαστε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ακόμα και οι σύγχρονοι Τούρκοι
ομιλούν (βέβαια από τη δική τους σκοπιά και αρνητικά) την εκμετάλλευση των
Οθωμανών από τους Δυτικούς, για το καθεστώς των διομολογήσεων και για το
ενδιαφέρον των Δυτικών να διατηρήσουν την ακεραιότητα της Οθωμανικής
Αυτοκρατορίας (αυτό βέβαια κυρίως μετά τον 17ο αιώνα)…
Εδώ βέβαια έχουμε το μέγα ιστορικό παράδοξο. Ποιο άλλο
κράτος έτυχε ανάλογης πολιτικής μεταχείρισης στην ιστορία, δηλαδή όχι μόνο άλλα
κράτη να θέλουν τη διατήρησή του, αλλά να το επιδιώκουν αυτό ενώ βρίσκεται στο
απόγειο της δύναμής του και φυσικά μπορεί να αποτελέσει εν δυνάμει θανάσιμο
εχθρό τους;
Ελέγχει τις κυριότερες θαλάσσιες και επίγειες οδούς της Μεσογείου και μέχρι τον 16ο
αιώνα τους μοναδικούς! Εκτείνεται από τη Μεσοποταμία μέχρι έξω από την Τεργέστη
και από το Μαρόκο μέχρι την Αζοφική… Κι όμως! Αυτό δεν τους ενοχλεί…
Ακόμα και η Ρωσία, η οποία από τον 15ο αιώνα
και μετά διέθετε εκτάσεις ανάλογες της Οθωμανικής έχει δεχθεί αμέτρητες
εισβολές από γειτονικές (και μη) αυτοκρατορίες. Καμία όμως δεν έτυχε τέτοιας…
προστασίας.
Θεωρώ ως τουλάχιστον αβάσιμη, για να μην πω σκόπιμη, την
εξήγηση ότι «δεν ήθελαν να υπάρξει κενό εξουσίας στην περιοχή» και ότι
«προτίμησαν την οικονομική διείσδυση». Η εξήγηση αυτή είναι κατ αρχήν
παιδαριώδης διότι κρίνει εκ των υστέρων τα πρότερα… Πού γνώριζαν τότε ότι
«κάποτε» η Οθωμανική Αυτοκρατορία θα κατέρρεε για να ελπίζουν ότι οι
διομολογήσεις αποτελούν τον καλύτερο τρόπο διείσδυσης; Και έπειτα το επιχείρημα
αυτό ανατρέπεται από την ίδια την ιστορία. Και η κατάρρευση της Ρωσίας θα
επέφερε χάος στην Ευρώπη αλλά δεν είχαν πρόβλημα να κάνουν εκστρατεία εναντίον
της η Γαλλία το 1812 και η Αγγλία το 1854, όπως ούτε ο Ναπολέων σκέφτηκε το
«γεωπολιτικό χάος» όταν εξεστράτευε εναντίον… όλων των Ευρωπαίων, ούτε και οι
Γερμανοί σκέφτηκαν το τι θα γίνει αν καταρρεύσει η Γαλλία στο Γαλλοπρωσικό
πόλεμο του 1871 και θα μπορούσα να φέρω πολλά άλλα παραδείγματα.
Λοιπόν. Ας είμαστε ειλικρινείς… Κατ αρχήν δεν υπάρχει «ψυχρή»
πολιτική. Η πολιτική ασκείται από ανθρώπους και οι άνθρωποι τρέφουν διάφορα
συναισθήματα. Η πολιτική ως εφηρμοσμένη επιστήμη και τρόπος σκέψης, μπορεί να
ακολουθεί κάποιους άγραφους κανόνες αλλά όλα ξεκινούν με βάση τους
πολιτισμικούς δεσμούς κάθε λαού με τους υπολοίπους.
Με άλλα λόγια μπορεί για παράδειγμα οι Άγγλοι με τους
Γάλλους (Γερμανοί οι μεν… μισοί Γερμανοί οι δε…) να τρέφουν αντιπάθεια ο ένας
για τον άλλον λόγω ιστορίας και γειτονίας, αλλά δεν έχουν τέτοια αντιπάθεια όσο
εναντίον λχ των Σλάβων ή των Ελλήνων. Ή από την άλλη, δεν συμπαθούν το ίδιο
τους (σχεδόν) συμπατριώτες τους Σκανδιναβούς, όσο τους, αλλόφυλους μεν γεωπολιτικά
μακρινούς δε Ασιάτες και εν προκειμένω τους Τούρκους με τους οποίους ωστόσο
έχουν άριστα και κατ’ επανάληψη στο παρελθόν συνεργαστεί.
Αυτό κατά συνέπεια σημαίνει ότι και μόνο στο άκουσμα κάποιας εθνικότητας η χώρας, στο μυαλό αυτόματα σχηματίζονται οι πρώτες χημικές ουσίες που θα δώσουν την εντολή στον εγκέφαλο για την αίσθηση αγάπης, συμπάθειας, φιλίας ή αντιπάθειας και έχθρας.
Ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί του τύπου “It’s just business” για την πολιτική που ασκεί κάθε κράτος έναντι σε άλλα, αποτελεί απλά μια κακή δικαιολογία…
Ωστόσο ακόμα και στα Ελληνικά σχολεία διδάσκεται ότι οι
Δυτικοί για αιώνες «τηρούσαν την πολιτική της προστασίας της εδαφικής
ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας» είτε «γιατί έτσι» είτε μάλιστα
κάποιοι το δικαιολογούν «γιατί έτσι αποσπούσαν ευκολότερα ανταλλάγματα»…
Βέβαια σε αυτόν τον ισχυρισμό ουδείς θέτει το ερώτημα:
Όταν κάνεις πόλεμο, δεν αποσπάς περισσότερα απ’ ότι με μια, δύο ή δέκα
εμπορικές συμφωνίες;
Αν ήταν έτσι τότε δεν θα έπρεπε να υπάρχουν πόλεμοι… Θα
λύνονταν όλα δια του εμπορίου. Και αυτό γιατί την ώρα που μεγάλες αυτοκρατορίες
πολεμούν με άλλες αυτοκρατορίες για στέπες, σαβάνες η ακόμα και χωριουδάκια, εν
προκειμένω «αρνούνται» πεισματικά να πολεμήσουν τους Οθωμανούς παρά μόνο όταν
υπάρχει ανάγκη (δηλαδή στην ουσία μόνο όταν… τους επιτίθενται).
Εδώ πρέπει να αναφερθώ και σε άλλη μια (κακήν κακώς)
«αιτιολόγηση». Ότι δήθεν οι Δυτικοί είχαν το φόβο των Ρώσων, ότι δηλαδή αν
διαλυόταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία, «αυτομάτως’ η Ρωσία θα κατέβαινε στα ζεστά
νερά της Μεσογείου και φυσικά στα Στενά του Βοσπόρου. Όπως αντιθέτως και οι
Ρώσοι διατείνονται από την πλευρά τους ότι είχαν το φόβο πως οι Δυτικοί θα
πολεμούσαν τη Ρωσία ώστε να μην κατέβει στην Βόσπορο.
Κατ αρχήν να πούμε ότι η Ρωσία όπως την ξέρουμε, «γεννήθηκε»
από το Μεγάλο Πέτρο, ο οποίος ξεκίνησε
το μεταρρυθμιστικό του έργο μόλις το 1700!
Το δε 1699, δηλαδή τον ίδιο χρόνο που ο «Μέγας Πέτρος»
των Ρώσων μαθήτευε ακόμα στην Ευρώπη υπεγράφετο η Συνθήκη του Καρλοβιτς με την
οποία ουσιαστικά η Οθωμανοί για πρώτη
φορά αναγκάζονταν να αναδιπλωθούν γεωπολιτικά από την Κεντρική Ευρώπη.
Δηλαδή από την εποχή του Μωάμεθ του Πορθητή ο οποίος
μάλιστα ξεκίνησε διαδικασίες απόβασης στην Ιταλία (έκανε και σοβαρές επιδρομές
μάλιστα στο Οτράντο),η Ρωσία εμφανίστηκε μετά από 3 και πλέον αιώνες στο
ιστορικό προσκήνιο ώστε να διεκδικήσει κάποιο γεωπολιτικό ρόλο στην περιοχή.
Να μην αναφερθώ καλύτερα στον Ναπολέοντα ο οποίος πριν
την εκστρατεία ενάντια στη Ρωσία δεν την θεωρούσε καν σημαντική γεωπολιτική
δύναμη (παρά μόνο ως προς… το εύρος της) αν κρίνουμε ότι θεώρησε ως
αντικειμενικό σκοπό της εκστρατείας απλά την κατάληψη της πρωτεύουσάς της…
Παρ’ όλα αυτά όλοι ακόμα και σήμερα επιμένουν ακόμα σε
αυτό το παραμύθι.
Κατ εμέ η ύπαρξη και διατήρηση της Οθωμανικής
Αυτοκρατορίας, αποτελεί κατά κύριο λόγο «κατόρθωμα» των Γερμανών, με όποια
κρατική μορφή αυτοί θέλουν να παρουσιάζονται (Πρώσοι, Αυστριακοί, Αγία Ρωμαϊκή
Αυτοκρατορία κλπ) διότι οι Γερμανοί δεν
αισθάνονται μόνο σαν ένα έθνος με κάποιο κράτος ή έστω ως έθνος με διάφορες
κρατικές υποστάσεις αλλά ως ένα έθνος με πολλά «φυλετικά» αδέλφια τα οποία όχι
μόνο κηδεμονεύονται από Γερμανούς μονάρχες αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις
έχουν και κοινούς πολιτισμικούς δεσμούς.
Με
απλά λόγια, οι Γερμανοί δεν αισθάνονται όπως λχ οι Έλληνες ως «έθνος ανάδελφο»
αλλά αντιθέτως ως ένα έθνος που ανήκει σε μια μεγάλη «φυλετική οικογένεια» και
κυρίως που θέλουν να έχουν την… πρωτοκαθεδρία.
Ως
εκ τούτου, οι Γερμανοί ποτέ δεν αισθάνθηκαν κάποια απειλή από τους Οθωμανούς
τους οποίους τους έβλεπαν και τους βλέπουν μάλλον ως συμμάχους παρά ως εχθρούς.
Αν για τους Βαλκανικούς λαούς οι Οθωμανοί ήταν ένας
μακραίωνος εφιάλτης που καλό θα ήταν να σβήσει μια και καλή, για τους
Αυστριακούς, τους Γερμανούς, τους Άγγλους αλλά και τους Γάλλους κλπ η Οθωμανική
Αυτοκρατορία είναι από οικονομικά προσοδοφόρα έως ένα «χρήσιμο εργαλείο»
εναντίον κάθε άλλου που θα τολμήσει να αμφισβητήσει τα συμφέροντά τους στην
περιοχή. Δηλαδή σαν ένας χωροφύλακας (ή καλύτερα… χασάπης) με λεφτά.
Άλλωστε ας μην ξεχνάμε ότι η ευρεία αυτή «Γερμανική
οικογένεια» δεν έχει παράδοση στην αρετή αλλά στον χρηματισμό. Δεν έχει αρχές
αλλά μόνο «τσέπη» που αναλόγως του πόσα μπορεί να κερδίσει αλλάζει στρατόπεδα
αστραπιαίως…
Άρα λοιπόν δεν τίθεται θέμα «άσκησης πολιτικής» όπως
βλακωδώς ακόμα και ακαδημαϊκοί διατείνονται, διότι πέραν του ανιστόρητου
(είπαμε για τη Ρωσία), όταν μιλάμε για «πολιτικό συμφέρον», δεν νοείται η
εξασφάλιση μερικών προνομίων για τους εμπόρους, όταν διακυβεύεται η πολιτική
σταθερότητα και η γεωπολιτική ισορροπία σε ολόκληρες περιοχές (Κεντρική Ευρώπη,
Μεσόγειος κλπ).
Η
ιστορική πραγματικότητα είναι: Οι Οθωμανοί πλήρωναν τους Δυτικούς σε χρήμα και
λάμβαναν πολιτική στήριξη και άρα γεωπολιτική σταθερότητα.
Οι Γερμανοί της Δύσης εισέπρατταν χρήμα εξασφαλίζοντας τις Γερμανικές μοναρχίες και τους παρατρεχάμενους αυτών, θυσιάζοντας το μέλλον και τις ζωές «συμπατριωτών» τους.
Δηλαδή με απλά λόγια οι Γερμανικές οικογένειες
εισέπρατταν χρήμα χωρίς να εφαρμόζουν κάποια συγκεκριμένη κρατική πολιτική και
ας διατείνονται το αντίθετο.
Γιατί, ποιά γεωπολιτική εφαρμόζεις όταν συντηρείς όχι
μόνο ένα απάνθρωπο (απάνθρωπα έτσι κι αλλιώς ήταν και τα ίδια τα ευρωπαϊκά
μοναρχικά καθεστώτα) αλλά και επεκτατικά;
Το
Οθωμανικό κράτος
Το Οθωμανικό κράτος ήταν άλλη μια απολυταρχική θεοκρατία
της Ανατολής. Άλλωστε και ο όρος «Χαλιφάτο» αυτό ακριβώς σημαίνει. Ακολουθώντας
λοιπόν τις παραδόσεις των προηγούμενων Αραβικών Χαλιφάτων εφάρμοσε την ίδια
πολιτική επάνω στα εδάφη μιας άλλης απολυταρχικής, Χριστιανικής αυτή τη φορά
θεοκρατίας, της Ανατολικορωμαϊκής.
Η γεωπολιτική κατάσταση όπως διαμορφώθηκε βέβαια είχε και
τις ανάλογες επιπτώσεις στην περιοχή μας.
Γενικά οι θεοκρατίες, λόγω της ανάγκης τους για επέκταση
μέσω της «εύρεσης» νέων πιστών όπου θα επιβληθούν, δεν αναγνωρίζουν και δεν
σέβονται άλλες παραδόσεις και φυσικά θρησκείες.
Χριστιανισμός και Ισλάμ όπου συνάντησαν «αλλότριους»
επιβλήθηκαν με τη βία είτε αυτή ήταν κρατική, είτε παρακρατική είτε (συνήθως)
και τα δύο μαζί.
Η μη αναγνώριση βέβαια των παραδόσεων και οι άκρως
προσηλυτιστικές-επιθετικές τους μέθοδοι, τους έδωσαν μεν «οικουμενιστικά»
χαρακτηριστικά (όλοι οι άνθρωποι ίδιοι κάτω από έναν θεό) χωρίς ωστόσο να σημαίνει αυτό ότι δεν φέρουν και το
πολιτισμικό στίγμα του τόπου στον οποίο γεννήθηκαν.
Έτσι αν και ο Χριστιανισμός δεν γεννήθηκε στην Ελλάδα και
από Έλληνες, αναγκάστηκε όμως να
χρησιμοποιήσει την Αττική κοινή (για την ακρίβεια μιας κακοποιημένης μορφής
Ελληνιστική Κοινή) προκειμένου να επεκταθεί, οι Άραβες που δεν είχαν (αρχικά
βέβαια) θέμα χρήσης κάποιας άλλης γλώσσας για τον προσηλυτισμό πέραν της Αραβικής,
δεν είχαν ιδιαίτερο πρόβλημα στο να ενώσουν όλες τις Αραβικές φυλές κάτω από
μια σημαία, μια θρησκεία και έναν αρχηγό και όλα αυτά στη διάρκεια ζωής ενός
μόνο ανθρώπου (του Μωάμεθ) την ώρα που ο Χριστιανισμός για να διαπλαστεί ως
δόγμα (στα κύριά του σημεία) που θα εκπροσωπεί κάποια θρησκεία έκανε 200
χρόνια, ενώ για την περαιτέρω διαμόρφωσή του χρειάστηκαν πολλοί αιώνες (άλλοι 5
για την ακρίβεια αν πούμε ότι «τελειοποιήθηκε» τον 9ο αιώνα με τις Οικουμενικές
Συνόδους) χωρίς ο όρος «τελειοποίηση» βέβαια να εννοεί αυτούσιο τον όρο αφού οι
μονοθεϊστικές θρησκείες βασίζονται σε θεολογικά κείμενα που «ερμηνεύονται» (ανάλογα την εποχή
ανάλογα την περιοχή) κατά το δοκούν…
Βέβαια εννοείται ότι οι μονοθεϊστικές θρησκείες, τους πρώτους που πλήττουν είναι τις ίδιες τις κοινωνίες στις οποίες γεννιούνται, όπως συνέβη πχ με την σφαγή των ελληνιζόντων ιουδαίων από τους Ζηλωτές στην Ιουδαία, την σφαγή των Ιουδαίων από τους Χριστιανούς αργότερα, τις διώξεις και τα αυτοκρατορικά διατάγματα εναντίον των Εθνικών και αιρετικών από τους Χριστιανούς, όπως και η σφαγή των παγανιστών Αράβων από τους ακόλουθους του Μωάμεθ κλπ.
Η εχθρική λοιπόν αντιμετώπιση των Εθνικών λατρευτικών
παραδόσεων και ο οικουμενισμός τους, δημιούργησε και δημιουργεί ακόμα και
σήμερα όχι μόνο πλήθος νέων θρησκευτικών ανακατατάξεων, αλλά και γεωπολιτικών,
αφού επηρεάζουν τις κοινωνίες στο σύνολό τους, όπου υπεισέρχονται. Δεν είναι
απορίας άξιο ότι χώρες του κόσμου ενώ αρχικά δεν είχαν κάποιο ιδιαίτερο μέτρο,
αργότερα αναγκάστηκαν να προβούν σε απαγόρευση των μονοθεϊστικών προσηλυτισμών
(Αγκόλα και Κίνα)…
Οι γεωπολιτικές αυτές ανακατατάξεις ήταν τέτοιες που όχι
απλά επηρέασαν καταλυτικά (και ολέθρια) την ανθρώπινη ιστορία αλλά ακόμα και
σήμερα ζούμε με το βάρος αυτών των συνεπειών.
Για την Ευρώπη έχω αναφερθεί σε άλλο θέμα. Για το Ισλάμ
θα αναφερθώ σε κάποιο άλλο. Ωστόσο σε ότι αφορά την Ελληνική Επανάσταση, δεν
μπορώ να μην αναφερθώ έστω ακροθιγώς στην γεωπολιτική κατάσταση όπως τη
διαμόρφωσε η Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Οι Οθωμανοί
ως κυρίαρχοι
Οι Οθωμανοί ως γνωστόν ανήκουν στην γενικότερη φυλετική
υπο-ομάδα των Σελτζούκων, οι οποίοι με τη σειρά τους αποτελούν μια επίσης
υπο-ομάδα των Τουρανών. Στους Τουρανούς δηλαδή ανήκουν πολλές φυλές του
παρελθόντος ή και της σύγχρονης εποχής, εξ ου και η ιδεολογία του
«Παντουρανισμού» η οποία αναπτύχθηκε τον 19ο αιώνα μαζί με άλλους εθνικισμούς. Οι
Τουρανοί είναι και αυτοί υπο-ομάδα μιας ακόμα ευρύτερης φυλετικής ομάδας, των
Μογγολοειδών και αποτελούν το… ανάλογο των «Γερμανών» της Ασίας.
Βέβαια οι σημερινοί Τούρκοι, ελάχιστη σχέση έχουν με τους
μογγολοειδείς Σελτζούκους του 10ου-11ου αιώνα μκχ, οι
οποίοι περιγράφονται ή και παρουσιάζονται σε γραπτά και ζωγραφιές όπως περίπου
οι σημερινοί Μογγόλοι, ομοιάζοντες περισσότερο με ανθρώπους της Μεσογείου ή και
πιο βόρεια χαρακτηριστικά, όπως βέβαια μπορεί να βρει κανείς ανθρώπους
Ιρανοειδείς ή και με χαρακτηριστικά της Άπω Ανατολής, ιδίως προς την Ανατολική
πλευρά της σύγχρονης Τουρκίας.
Σε κάθε περίπτωση, οι άνθρωποι αυτοί αποτελούσαν εξαρχής
και για ένα πολύ μεγάλο μέρος της ιστορίας τους νομάδες, δηλαδή
«ανθρώπους-κυνηγούς». Κοινωνίες που ζούσαν από περιοχή σε περιοχή αναζητώντας
το καταλληλότερο μέρος για επιβίωση.
Ωστόσο δεν χρειάστηκε οι κοινωνικές αυτές ομάδες να έρθουν
σε επαφή με γεωργικούς πληθυσμούς για να «γίνουν» φιλοπόλεμοι. Δηλαδή, ο
ισχυρισμός αυτός που υπάρχει ότι «οι νομάδες, έγιναν φιλοπόλεμοι σε μια
προσπάθεια να βρουν» νέες εύκρατες ή πλούσιες σε πρώτες ύλες εκτάσεις είναι
πέρα για πέρα εσφαλμένος.
Αυτό γιατί, έτσι κι αλλιώς ο πρώιμος και σκληρός τρόπος
ζωής των κοινωνιών των ανθρώπων - κυνηγών δεν αφήνει περιθώρια για
«εξευγενισμούς» και για «περιττές πολυτέλειες» οι οποίες χαρακτηρίζουν τέτοιου
τύπου κοινωνίες.
Με άλλα λόγια, μια κοινωνία που τρέφεται και ζει από τη
φύση, δεν θα ανακαλύψει ή θα εκτιμήσει λχ την υαλουργία, για το λόγο ότι η
αποθήκευση τω τροφών της γίνεται σε δερμάτινα ασκιά που της τα παρέχει σε
αφθονία η φύση. Πολύ περισσότερο δεν θα εκτιμήσει ένα γυάλινο διακοσμητικό και
εάν το «εκτιμήσει» θα θεωρήσει περιττό να προσπαθήσει να παράγει και η ίδια
κάτι παρόμοιο.
Όπως άλλωστε μαρτυρούν και τα μέχρι στιγμής τεκμήρια, τέτοιες
πρώιμες κοινωνίες που να «εκτιμούν» τεχνουργήματα βρέθηκαν. Δεν βρέθηκαν όμως
(ή τουλάχιστον δεν γνωρίζω να βρέθηκαν) σε τέτοιες κοινωνίες υποδομές που να
αποτελούν έστω ενδείξεις κατασκευής, όπως προανέφερα γυαλιού, ή άλλων προϊόντων
που απαιτούν τεχνικές γνώσεις, με μόνη εξαίρεση ίσως αυτή της χρυσοχοΐας, η
οποία όμως «εκτιμήθηκε» όχι λόγω κάποιας ανάγκης για τέχνη αλλά γιατί οι
βάρβαροι εκτιμούσαν την αξία του χρυσού, όπου και πάλι η τεχνική τους είναι
ανάλογη της πολιτισμικής τους ανάπτυξης.
Για το λόγο αυτό, σε τέτοιες κοινωνίες, συνήθως όταν
ανακαλύπτονται σπουδαία τεχνουργήματα αυτά πρόκειται είτε για λάφυρα από επιδρομές
είτε (στην καλύτερη περίπτωση) αγορασμένα από άλλες γεωργικές κοινωνίες,
συνήθως γειτονικές.
Αυτό βέβαια δεν έγινε λόγω κάποιου είδους «κατωτερότητας»,
αλλά από το γεγονός ότι οι κοινωνίες αυτές απλά… δεν ενδιαφέρονταν να
ασχοληθούν με κάποια τέχνη, πλην μερικώς, όπως προανέφερα, με την χρυσοχοΐα,
την αργυροχρυσοχοΐα κ.τ.ό.
Εδώ πρέπει να αναφερθώ ότι καλή είναι η μελέτη αρχαίων
συγγραφέων οι οποίοι εντρυφούν στην ανάλυση τέτοιων κοινωνιών της εποχής τους
και υπάρχει πλήθος τέτοιων γραπτών μνημείων, από τον Ηρόδοτο και τον Στράβωνα,
μέχρι τον Τάκιτο και τον Λέοντα τον Σοφό.
Το πρόβλημα βέβαια δεν δημιουργείται όταν υπάρχουν
τέτοιες κοινωνίες ανά εποχή, τέτοιες υπήρχαν πάντα και άλλες από αυτές
συνέχισαν να ακολουθούν τον πατροπαράδοτο τρόπο ζωής τους ή άλλες μάλιστα
προσπάθησαν (και τα κατάφεραν) να πάρουν στοιχεία από τις γεωργικές κοινωνίες
και να εξελιχθούν.
Το κακό όμως είναι όταν υπάρχουν κοινωνίες οι οποίες δεν
ακολουθούν μόνο τον νομαδικό τρόπο ζωής, αλλά εκτός του ότι σιχαίνονται και
θεωρούν κατώτερους όλους τους άλλους προσπαθούν και να τους καταστρέψουν.
Τέτοιοι ήταν μεταξύ πολλών άλλων, ήταν τόσο οι Γερμανοί
όσο και οι Σελτζούκοι.
Για τους Γερμανούς, ήδη από Ρωμαίους συγγραφείς, από τον
Ιούλιο Καίσαρα, μέχρι και τον Τάκιτο κλπ μας παραδίδεται μεταξύ πλήθους άλλων
στοιχείων ότι για παράδειγμα, οι Γερμανοί ότι το να πλένονται στα ποτάμια το
θεωρούσαν «ανδρισμό» ενώ το ζεστό νερό το θεωρούσαν «εκθήλυνση», ή ότι
αρέσκονταν στο να πίνουν τον άκρατο οίνο και να μεθοκοπούν ή να κάνουν
ανθρωποθυσίες.
Για τους δε Σελτζούκους-Τούρκους τα πράγματα είναι τα
ίδια και χειρότερα.
Από τον 6ο αιώνα μας παραδίδουν
Ανατολικορωμαίοι συγγραφείς τον τρόπο ζωής τους ενώ η περιγραφή της κατάστασης
που επικρατούσε στην Μικρά Ασία από το 1071 και μετά, οι περιγραφές συγγραφέων
και χρονικογράφων, θυμίζουν μια παρατεταμένη περίοδο γενοκτονιών, με
καταστροφές ολόκληρων μεγάλων πόλεων της Ανατολικής και κεντρικής Μικράς Ασίας
και την κατά χιλιάδες έξοδο χιλιάδων προσφύγων Ελληνόφωνων Ανατολικορωμαίων
προς μεγάλα αστικά κέντρα που ακόμα μπορούσαν να κρατήσει η «Νέα Ρώμη» του
Βοσπόρου είτε στην Μικρά Ασία,τα νησιά ή τις ευρωπαϊκές περιοχές.
Έτσι λοιπόν, οι Σελτζούκοι, οι οποίοι αφού αρχικά ως σώμα
βετεράνων υπηρέτησαν τους Πέρσες, μετά τους ανέτρεψαν και κατέλαβαν το κράτος
τους δημιουργώντας μια πολυεθνική αυτοκρατορία από τα Ιμαλάια, μέχρι την
Παλαιστίνη και από τη Μικρά Ασία, μέχρι την Νοτιοανατολική Αραβία (απόγειο το
1092 μκχ επί Μαλίκ Σάχ). Την ίδια εποχή θα ασπαστούν και το Σουνιτικό Ισλάμ.
Σε ότι αφορά τα καθ’ ημάς γεωπολιτικά αλλά και
πολιτισμικά, το 1071 οι Σελτζούκοι μετά από πολυετείς επιδρομές που ερήμωσαν
την Ανατολική . Ασία, έρχονται για πρώτη φορά σε ανοικτή αντιπαράθεση με τους
χριστιανορωμαίους της Ανατολικής Ρώμης.
Ωστόσο δεν έχουμε τη σύγκρουση μόνο δύο αυτοκρατοριών,
αλλά τη σύγκρουση δύο μονοθεϊστικών θεοκρατιών, οι οποίες δεν διαφέρουν σε
πολλά παρά μόνο ως προς το ότι οι Σελτζούκοι ασπάζονται μια Αραβική θρησκεία
και είναι ασιατικό φύλο.
Οι πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, άλλες φορές θα φέρουν
κοντά αυτά τα δύο κράτη και άλλες θα συγκρουστούν μέχρι εσχάτων.
Οι Ανατολικορωμαίοι, αν και αρχικά είδαν με «καλό μάτι»
την κατίσχυση των προαιώνιων εχθρών τους των Περσών, μετά την ήττα στο
Μάντζικερτ το 1071 θα προσπαθήσουν άλλες φορές να προσεταιριστούν τους
Σελτζούκους και άλλες φορές θα τους πολεμήσουν ανοικτά, κυρίως ανεπιτυχώς.
Μάλιστα θα προσπαθήσουν να εντάξουν τους Τούρκους στον
Ανατολικορωμαϊκό πολιτισμό, είτε μέσω βαπτίσεων (τους οποίους ενέταξαν και στον
στρατό ως Τουρκόπουλους ή Τουρκόπολους) ονομάζοντας μάλιστα και κάποιους από
αυτούς «Ρουμ» (=Ρωμαίους, βλέπε Σουλτανάτο των Ρουμ).
Εννοείται ότι οι βλακώδεις αυτές προσπάθειες έπεσαν στο
κενό αφού οι πολιτισμικές διαφορές είναι χαώδεις αφού δεν μιλάμε μόνο για
θρησκευτικές διαφορές, αλλά για πολιτισμικές.
Το μόνο αποτέλεσμα που είχαν, μαζί με την αστοχία
εφαρμογής κάποιας αξιόλογης πολιτικής, ήταν απλά να παγιώσουν την κατάσταση
εποικισμού της Μικράς Ασίας και από ελληνόφωνη, να εκτουρκιστεί.
Εδώ θα πρέπει να προσθέσω ως παρένθεση ότι επειδή η Μικρά
Ασία εκτουρκίστηκε, δεν σημαίνει ότι οι Ανατολικορωμαίοι αποτελούσαν εκφραστές
του Ελληνικού πνεύματος και πολιτισμού.
Οι χριστιανορωμαίοι της Ανατολής ήταν αυτό που έλεγαν και
οι ίδιοι. «Κράτος των Ρωμαίων» ή «κράτος του Χριστού». Με άλλα λόγια για η
εξουσιάζουσα ελίτ, δεν ακολουθούσε ούτε την πάτρια λατρεία των Ελλήνων, ούτε
τις παραδόσεις και τα ήθη που χαρακτήριζαν τους Έλληνες της κλασσικής
αρχαιότητας ή έστω των Αυτοκρατορικών χρόνων της Ρώμης.
«Παράδοσή» γι αυτούς σήμαινε ο Μωσαϊκός νόμος, η βίβλος,
η Αγία Γραφή, όπως και τα νομοθετήματα των Αυτοκρατόρων, τα οποία μαζί με τις
«πατερικές διδασκαλίες» καθόριζαν μέχρι λεπτομέρειας, όχι πώς θα διάγουν το
δημόσιο βίο αλλά και ποια πρέπει να είναι η καθημερινή συμπεριφορά του «καλού
χριστιανού»… Η όποια ανοχή σε ήθη και έθιμα Ελληνικά γίνεται όπως το
προενέφερα… «υπό ανοχή». Όχι θέληση. Γι αυτό και ότι έχει μείνει από τους
Έλληνες είναι αλλοιωμένο, υπο χριστιανικό μανδύα ή κινείται στο περιθώριο του
καθημερινού βίου…
Έτσι λοιπόν, προεξάρχοντος του χριστιανικού φανατισμού,
που από παράνομη ιουδαϊκή σέχτα του 1ου-2ου αιώνα μκχ,
μεταβλήθηκε σε δόγμα υπό τον Κωνσταντίνο Φλάβιο (ο οποίος άλλωστε και την
ανακήρυξε επίσημη θρησκεία τον 4ο αι.μκχ), ο θρησκευτικός
διαχωρισμός, οι συγκρούσεις και ο φανατισμός βρήκαν μιμητές και σε άλλες
περιοχές όπως στην Σασσανιδική Περσία η οποία απέκτησε και «επίσημη θρησκεία»
(Ζωροαστρισμός), στη Δύση όπου το ένα μετά το άλλο τα βαρβαρικά βασίλεια ανακηρύσσουν
επίσημη θρησκεία τον χριστιανισμό υπό διάφορες μορφές και φυσικά δεν θα
μπορούσε να μείνει απ’ έξω η Αραβία όπου εκεί έτσι κι αλλιώς υπήρχαν κοινότητες
Ιουδαϊστών (μη Εβραίων αλλά Ιουδαίων στο θρήσκευμα όπως και Χριστιανών).
Ο θρησκευτικός αυτός φανατισμός που απλώθηκε δια της βίας
σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο, επηρέασε και επηρεάστηκε ποικιλοτρόπως ώστε όπου
δεν μπόρεσε να επιβάλει πλήρως τις ιερές γραφές του, διείσδυσε δια της «πλαγίας
οδού» ασπαζόμενος (δια των «ερμηνειών») ήθη, έθιμα και λατρευτικές παραδόσεις άλλων πολιτισμών
και λαών ώστε η προσαρμογή να γίνει «πιο εύκολη»
Ωστόσο και οι
τρεις κυριότερες μονοθεϊστικές θρησκείες και κυρίως ο Χριστιανισμός και το Ισλάμ
(ο Ιουδαϊσμός έχει περισσότερο εθνικά χαρακτηριστικά σε σύγκριση με τους άλλους
δύο γιατί η θρησκεία εκπορεύεται από έναν λαό και αφορά την ιστορική πορεία του),
αποτελούν ουσιαστικά δύο «πολιτισμικά
καζάνια» στα οποία ότι και να πέσει μέσα θα γίνει ένα με το μείγμα…
Αλλά αυτό στην Ευρώπη, έστω και εκβαρβαρώνοντάς την και
εκριζώνοντας τον πολιτισμό της, έστω και σαν πολιτισμικό εξάμβλωμα (υπόδουλοι
Ρωμαίοι - κυρίαρχοι Γερμανοί στη Δύση, κυρίαρχοι Ρωμαίοι - παντοδαποί υπόδουλοι
στην Ανατολή) κατόρθωσε και σταθεροποιήθηκε χωρίς ωστόσο την απουσία σφοδρών
συγκρούσεων μεταξύ των «ομόδοξων» εθνοτήτων (νέων και παλαιών).
Το ίδιο πάνω - κάτω συνέβη και στην Ανατολή, η οποία όμως
έτσι κι αλλιώς και κατά το παρελθόν είχε συνηθίσει από χιλιάδων χρόνων στην «αλληλοεπικάλυψη»
των πολιτισμών (Σουμέριοι, Χετταίοι, Βαβυλώνιοι, Μήδοι, Πέρσες, Αιγύπτιοι,
Έλληνες κλπ).
Το πρόβλημα βέβαια ανέκυψε όταν οι Ασιάτες Άραβες
επέδραμαν σε μια περιοχή ελληνόφωνη και Ρωμαϊκή και από κει και πέρα όταν
επέδραμαν και κατά της κυρίως Ευρώπης κάτω από τα Μωαμεθανικά λάβαρα.
Εδώ δεν είχαμε να κάνουμε μόνο με μια επέλαση μιας
μονοθεϊστικής θρησκείας, αλλά και με έναν εντελώς ξένο πολιτισμό μιας περιοχής
(Άραβες) η οποία δεν είχε σχεδόν κανένα κοινό στοιχείο με οποιονδήποτε άλλο
πολιτισμό της Ευρώπης.
Το ιστορικό παράδοξο είναι βέβαια ότι παρά το ότι ο
πόλεμος και η σύγκρουση έγινε με «όχημα» τη θρησκεία, ο παράγοντας αυτός
αποτελούσε το πιο κοντινό κοινό πολιτισμικό στοιχείο μεταξύ των δύο ηπείρων
παρά οποιοδήποτε άλλο.
Δηλαδή ήταν πιο εύκολο να υπάρξει κάποιου είδους
συνύπαρξη των «δύο πολιτισμών» (κανονικά δεν μπορούμε να πούμε ότι Ευρώπη και
Ασία έχει μόνο δύο πολιτισμούς, αλλά εδώ τις εννοούμε ως «εκπροσωπούμενες» από
τις δύο μονοθεϊστικές θρησκείες…) παρά στον τρόπο ζωής, στα ήθη, τα έθιμα κλπ.
Κι έτσι κι έγινε. Οσάκις ο Χριστιανισμός συνυπήρξε ή και
συμμάχησε με το Μωαμεθανισμό, αυτό έγινε με βάση το μονοθεϊστικό πνεύμα, παρά
οτιδήποτε άλλο.
Ασχέτως όμως του τι έπραξε ή το πώς σκεπτόταν οι
χριστιανοί (συνήθως καθόλου), ο Αραβικός Μωαμεθανισμός έφερε μαζί του και το…
δικό του «πολιτισμικό καζάνι», όπως προανέφερα ως σχήμα λόγου, το οποίο βέβαια
μπορεί να περιείχε πολιτισμικά στοιχεία και ανθρώπινο δυναμικό από πρώην
Ρωμαϊκές περιοχές ή έστω ελληνόφωνες περιοχές της Μέσης Ανατολής, ωστόσο το
κύριο σώμα που έφερε ήταν Αραβικό και κατά κύριο λόγο Ασιατικό.
Ως εκ τούτου, αυτό πολύ απλά σημαίνει, ότι όπου δεν
μπορούσε να γίνει εξισλαμισμός και προέβαιναν σε σφαγές και διώξεις, ο
εποικισμός των νέων περιοχών με Ασιάτες (και όχι μόνον) εποίκους ήταν δεδομένος,
πέραν βέβαια άλλων λόγων που έτσι κι αλλιώς επέβαλαν τους εποικισμούς
(πανδημίες, για δημογραφικούς, φορολογικούς λόγους, στρατιωτικές ανάγκες κλπ).
Αυτό βέβαια στις μέρες μας λέγεται γενοκτονία, αλλά για την
εποχή εκείνη ήταν ευρέως διαδεδομένη η (κακή) πρακτική από την ύστερη περίοδο
της Ρώμης, να «μπαλώνουν» τα όποια κενά, με… «μετανάστες»…
Εδώ κανονικά τίθεται το ερώτημα: Το Ανατολικό Ρωμαϊκό
Κράτος (όπως και το Δυτικό μέχρι την πτώση του) δεν έπραξαν τα ίδια με την
εγκατάσταση βαρβάρων και τις διώξεις των εθνικών;
Η απάντηση εδώ είναι σχετική. Ο χριστιανισμός ναι μεν
πάταξε ανηλεώς τις μη χριστιανικές (και όχι μόνο) λατρείες, αλλά επιβαλλόμενος
αφενός μεν σε ευρωπαϊκά εδάφη και αφετέρου σε Ελληνόφωνους και εθνικούς της
Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κράτησε, έστω και… παρά τη θέλησή του, μια σχετική
ομοιογένεια, διατηρώντας έτσι χαρακτηριστικά που τον κατατάσσουν στους Ευρωπαϊκούς
πολιτισμούς.
Και για να μην αερολογούμε, μπορεί να εισήγαγε
βαρβαρικούς πληθυσμούς απ’ έξω από το Δούναβη, μπορεί αυτοκράτορες να ήταν
άλλης εθνότητας (πχ Τσιμισκής, «Μακεδονική Δυναστεία» κλπ) αλλά έστω και στο
πλαίσιο της Ελληνοφωνίας κατόρθωσαν να ζήσουν και Έλληνες (τους οποίους αναφέρω
επειδή εν προκειμένω σε αυτούς αναφέρομαι).
Βέβαια για να είμαι αντικειμενικός, το ότι υπήρξαν Άραβες
και αργότερα Τούρκοι, δεν σημαίνει ότι εξέλιπαν οι Έλληνες, αφού μέχρι και
σχετικά πρόσφατα, ελληνόφωνοι υπήρχαν ή και υπάρχουν ακόμα και σήμερα στη Μέση
Ανατολή και όχι μόνο.
Ωστόσο η πραγματικότητα είναι ότι οι μειονότητες αυτές
στο διάβα του χρόνου κατέστησαν σχεδόν ασήμαντες ποσοτικά σε σημείο που να μην
υπολογίζονται ως σημαντικός αριθμός ούτε τοπικά (βλέπε Λίβανος, Συρία κλπ).
Συνεπώς και επανερχόμενος στην κατάσταση στη Μικρά Ασία
μετά την Τουρκική διείσδυση (1071) και παγίωση (1171), άρχισε κι εκεί η ίδια
διαδικασία αφελληνισμού της.
Γιατί όμως αναφέρομαι σε αυτά; Γιατί με την επέλαση του
Μωαμεθανισμού, ο ξεριζωμός του Ελληνικού πνεύματος γίνεται πλήρης. Εκεί που
επικρατεί ο Μωαμεθανισμός, δεν υπήρξε και δεν υπάρχει ποτέ περίπτωση
επανάκαμψης του Ελληνικού πνεύματος και αυτό γιατί σε αυτή τη θρησκεία δεν
υπάρχουν ελληνόφωνοι βάρβαροι αλλά ξένοι και εχθρικοί σχεδόν πάντα με κάθε ξένη
ιδέα αμφισβήτησης της γηγενούς (Αραβικής) θρησκείας τους και εν πάση περιπτώσει
για τους Ασιάτες, το Ελληνικό πνεύμα και η φιλοσοφία δεν τους λέει και πολλά
αφού ούτε κοινή ιστορία είχαν ποτέ με την Ελλάδα, ούτε και αισθάνονται κάποια
πολιτισμική συγγένεια για να ενδιαφερθούν.
Μόνη ιστορική εξαίρεση η περίπτωση του Χαλιφάτου των
Ομεϋάδων, τους πρώτους αιώνες κατάκτησης της άλλοτε ελληνόφωνης Ανατολής, η
οποία όμως, όπως ήταν φυσικό, χάθηκε κάτω από το βάρος του νόμου της Σαρία…
Αυτά τα αναφέρω και για τον πρόσθετο λόγο οτι πολλοί
θεωρούν πως επειδή οι χριστιανοί Ανατολής και Δύσεως εκβαρβάρωσαν την Ευρώπη
προκειμένου να την εκχριστιανίσουν, οι Άραβες «πρέπει» (για κάποιο λόγο) να
θεωρούνται και οι συνεχιστές του Ελληνικού πνεύματος. Η αλήθεια είναι ότι όντως
μέχρι ένα βαθμό (αναλόγως σε ποια εποχή και ποια γεωγραφική περιοχή
αναφερόμαστε) υπήρξαν πιο «φιλικοί» στις επιστήμες, τις τέχνες και τα γράμματα
που άφησε η Ελλάδα. Μάλιστα υπήρξαν και πολλές προσωπικότητες (ηγέτες και επιστήμονες)
που άφησαν πίσω τους έργο με βάση τους Έλληνες και μάλιστα προχώρησαν παραπέρα
και το ανέπτυξαν.
Ωστόσο επειδή το αποτέλεσμα κρίνει και την προσπάθεια,
δεν μπορούμε να πούμε ότι η κατά καιρούς ενασχόληση κάποιων Αράβων με τις
επιστήμες οδήγησαν πουθενά, αφού το Ισλάμ ποτέ δεν έδωσε περιθώρια ελευθερίας
τέτοια ώστε να υπάρξει ανάπτυξη της φιλοσοφίας ή έστω όπως στη Δύση των
επιστημών.
Το Ισλάμ όπως ήταν τον 7ο αιώνα μκχ παρέμεινε
σχεδόν το ίδιο και σήμερα. Η μόνη περίοδος που μπορώ να διακρίνω κάποια
«ελευθερία» ήταν η ύστερη περίοδος των αποικισμών και μετά το τέλος αυτής,
δηλαδή από τον 19ο αιώνα και μέχρι τα τέλη του 20ου και
αυτό πάντα με σχετικότητες.
Ως εκ τούτου αν ίσχυε η άποψη αυτών που υποστηρίζουν ότι
το Ισλάμ ήταν φιλικό προς το Ελληνικό Πνεύμα, μόνο και μόνο επειδή η Ανατολική
Ρώμη ήταν εχθρική, σφάλλουν τόσο όσο αυτοί που θεωρούν ότι η Ανατολική Ρώμη
ήταν αυτή που προστάτεψε τα Ελληνικά γράμματα και τις τέχνες.
Η
αλήθεια κατ’ εμέ είναι αυτή: Σε Δυτική και Ανατολική Ευρώπη όπως και στον
Ισλαμικό κόσμο ήταν μεμονωμένα άτομα ή προσωπικότητες με επαρκή Παιδεία (και
όχι απλά μόρφωση) που προστάτεψαν τις επιστήμες, τη φιλοσοφία και τις τέχνες
της αρχαίας Ελλάδος.
Τα
επίσημα κράτη είτε ήταν «προσηλωμένα» στην επικράτηση της Βίβλου, της Αγίας
Γραφής και του Κορανίου είτε και προχώρησαν και σε διώξεις της οποιασδήποτε
φιλοσοφικής (έστω και παραμικρής) αμφισβήτησης των γραφών τους.
Θεωρώ
δε βλακώδη την αυθαίρετη γενίκευση που γίνεται από διάφορους, όταν ακούω για
διάφορες προσωπικότητες που (πραγματικά ή ψευδεπίγραφα) αγάπησαν το φιλοσοφικό και
φιλέρευνο πνεύμα της Ελλάδος και οι οποίες επειδή έζησαν σε κάποιο Γερμανικό ή
Γερμανίζον κράτος της Δύσης, είτε έζησαν στο κράτος των ομφαλοσκόπων του
«Βυζαντίου» (ανιστόρητος ο όρος αφού δεν υπήρχε κράτος «Βυζάντιο») είτε σε
κάποιο Αραβικό Χαλιφάτο, πρέπει «οπωσδήποτε» το κράτος στο οποίο έζησαν να ήταν
και «προοδευμένο». Ε λοιπόν λάθος. Εάν κάποιος έγραφε (με κίνδυνο της ζωής του)
στη Σοβιετική Ένωση κάποιο δοκίμιο για τη Δημοκρατία ή την οικονομία, δεν
σημαίνει ότι το κράτος αυτό ήταν και δημοκρατικό ή ευνοούσε την ιδιοκτησία,
όπως και επειδή κάποιος έγραψε (επίσης με κίνδυνο της ζωής του) στην εποχή των
Ναζί ένα βιβλίο για τον απολυταρχισμό ή τα αγαθά της ειρήνης δεν σημαίνει ότι
επειδή γράφτηκε εκείνη την εποχή στο ίδιο κράτος, αυτό ήταν και φιλελεύθερο ή
φιλειρηνικό!
Με αυτή τη «λογική» λοιπόν κατά την άποψή μου, πορεύονται
σήμερα όσοι διατείνονται από δω κι από κει ότι ούτε λίγο ούτε πολύ, Άραβες,
Ανατολικορωμαίοι και Γερμανοί… ανταγωνίζονταν για το ποιος θα περισώσει
περισσότερα αρχαία έργα…
Ως εκ τούτου λοιπόν και οι Οθωμανοί, συνεχιστές των
Αραβικών Χαλιφάτων, ακολούθησαν για το κράτος τους την ίδια σχεδόν θεοκρατική πολιτική.
Βέβαια εδώ δεν θα πρέπει να αγνοήσουμε και τον ρόλο της
χριστιανικής εκκλησίας ο οποίος κυνήγησε ανελέητα κάθε προσπάθεια για
πνευματική αφύπνιση. Γι αυτόν όμως θα μιλήσουμε παρακάτω.
Οι
υπόδουλοι Έλληνες
Με τον όρο Έλληνες, έχουμε συνηθίσει να αναφερόμαστε στον
λαό εκείνο ο οποίος επαναστατώντας εναντίον των Οθωμανών δημιούργησαν την
κρατική οντότητα με το όνομα Ελλάδα.
Όπως έχω αναφερθεί σε άλλο θέμα, η Ευρώπη και κυρίως η
Δυτική, ήδη από τον 4ο-5ο αιώνα μκχ είχε εκγερμανισθεί,
αν όχι με τον πλήρη εποικισμό της με Γερμανικούς πληθυσμούς (περιοχή σημερινής
Αυστρίας και Ελβετίας, το μεγαλύτερο μέρος των Βρετανικών νήσων, της Ιταλίας
και κυρίως της Βορείου, εν μέρει της Γαλλίας, της Ισπανίας και άλλων περιοχών),
με τον πολιτισμικό εκγερμανισμό λαών της πρώην Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (τρόπους,
ήθη, καθημερινότητα, γλωσσικά κλπ).
Η κατάσταση βέβαια αυτή όπως έχω αναφερθεί στο παρελθόν
δεν έμεινε χωρίς συνέπειες, αφού με την γεωπολιτική σταθεροποίηση γερμανικών
κρατών και κρατιδίων στη Δύση, ο εκγερμανισμός της προχώρησε ραγδαία και
ακάθεκτα.
Ωστόσο, λόγω της πλήρους ανικανότητας των
βαρβάρων να ασκήσουν πολιτική, από τον 6ο μέχρι και τον 9ο
αιώνα μκχ, δηλαδή για τρείς αιώνες παραμένουν στο περιθώριο της παγκόσμιας
ιστορίας αφού διασπώνται σε κρατίδια κυβερνώμενα από Γερμανικές οικογένειες τα
οποία σπαράσσονται από πολέμους.
Στο
μεταξύ και μέχρι την εμφάνιση του Καρλομάγνου στα τέλη του 8ου αιώνα
μκχ, η Ανατολική Ευρώπη, η οποία παρά το ότι σε μεγάλο μέρος της διέμεναν
Γερμανοί πλημμυρίζει από Σλαβικά φύλα. Η Ανατολική Ευρώπη όπως και οι περιοχές
που ευρίσκοντο υπό τον έλεγχο της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας δεν
εποικίστηκαν στο βαθμό που αυτό συνέβη στην Δυτική Ευρώπη.
Ο
Καρλομάγνος ήταν αυτός που με τους Γερμανούς Φράγκους του και στεφθείς
Αυτοκράτορας από τον πρώην εκδιωχθέντα πάπα της Ρώμης Λέοντα Θα ενώσει όλους
τους Γερμανούς, αφού σφάξει πρώτα κάθε παγανιστή Γερμανό, δημιουργώντας ένα
Γερμανικό κράτος από τα Πυρηναία μέχρι σχεδόν την Βαλτική θάλασσα και από
την Μάγχη και τη Δανία μέχρι την
Αδριατική και την Τυρρηνική θάλασσα.
Για το λόγο αυτό από τότε και μέχρι σήμερα οι πάσης
φύσεως Γερμανοί τον έχουν αναγάγει σε μέγα ηγέτη, όπως οι Έλληνες τον Μέγα
Αλέξανδρο, ο οποίος Καρλομάγνος βέβαια εκπίπτει πάσης συγκρίσεως, διότι εκτός
από αγράμματος (μάλιστα λέγεται ότι έβαζε τη Βίβλο κάτω από το προσκεφάλι του
νομίζοντας ότι… έτσι θα μάθει να διαβάζει) αντί για επιτελείο με φιλοσόφους,
αρχιτέκτονες, συγγραφείς, γεωγράφους κλπ (όπως ο Αλέξανδρος) είχε απλά έναν
συμφυρμό μακελάρηδων οι οποίοι… «δεν άφησαν ρουθούνι» παγανιστή στο πέρασμά
τους. Τους δε Βεστφαλούς, όταν τους νίκησαν τους έγδαραν και τα δέρματά τους τα
κρεμούσαν σε δημόσιους χώρους προς παραδειγματισμό…
Ωστόσο αυτά για τους Γερμανούς, ακόμα και σήμερα είναι
«ψιλά γράμματα». «Σημασία» έχει που εκχριστιάνισε την Ευρώπη και έφτιαξε ένα
Γερμανικό κράτος με έκταση που θα έκανε σήμερα έναν οποιονδήποτε Γερμανό να
αισθάνεται υπερήφανος που είναι Γερμανός…
Άλλωστε μοναρχική Γερμανία, Ναζιστική Γερμανία και
ομοσπονδιακή Γερμανία τα ίδια «οράματα» είχαν πάντοτε και όποιος δεν βλέπει την
νοοτροπία του «ανεπτυγμένου» Βορρά έναντι του «υπανάπτυκτου» Ευρωπαϊκού Νότου ή
πνευματικά τυφλός είναι ή εθελοτυφλεί. Από την πολιτική, μέχρι και την
καθημερινότητα, δεν χάνουν ευκαιρία που να μην δείχνουν αυτή τη «διαφορά» τους
με τους «άλλους»… τους «μη Γερμανούς»…
Και αν για τους Ιταλούς και τους Γερμανο - μοναρχικούς
Ισπανούς αυτό είναι λίγο δύσκολο να το καταλάβουν λόγω μεγέθους, για την μικρή
πληθυσμιακά Ελλάδα είναι γνωστό το πώς έχουν συμπεριφερθεί στο παρελθόν οι
«πολιτισμένοι» Βόρειοι Ευρωπαίοι, από την καθημερινότητα των «Γκάστ άρμπάϊτερ»,
μέχρι και τις πολιτικές εξόντωσης που έχουν εφαρμόσει στο παρελθόν οι
«ευρωπαϊστές» Δυτικοί «σύμμαχοι»…
Στην
πραγματικότητα πίσω από ωραιοποιημένες και αόριστες εκφράσεις όπως «Ενιαία
Ευρώπη» και «Κοινό Ευρωπαϊκό όραμα» δεν κρύβεται τίποτα άλλο παρά μια ενοποίηση
της Ευρώπης κάτω από τον πολιτισμικό μανδύα της Γερμανίας. Μια ανασύσταση του
κράτους του Καρλομάγνου και του Μπαρμπαρόσα σε νέα μορφή, σύγχρονη και πιο
«εύπεπτη»…
Την αναφορά αυτή για τους Γερμανούς την κάνω διότι οι
Έλληνες τη βίωσαν πολλαπλώς. Και σαν Έλληνες εθνικοί με τις βαρβαρικές επιδρομές
και με την εποικιστική πολιτική των χριστιανών Ανατολικορωμαίων αλλά και
αργότερα με τις Σταυροφορίες, την Φραγκοκρατία και πολύ αργότερα φτάνοντας
μέχρι σήμερα.
Κάνω δε αυτή την αναφορά διότι παρατηρώ να εκφράζεται,
λανθασμένα κατά την εκτίμησή μου, η άποψη ότι η εκκλησία ήταν αυτή που έστρεψε
τους Ρωμιούς κατά της Δύσης, μόνο και μόνο γιατί αποστρεφόταν τον Διαφωτισμό.
Λάθος μέγιστο κατ’ εμέ! Οι Γερμανοί/γερμανόφωνοι/γερμανίζοντες
της Δύσεως ήταν αυτοί που πρώτοι στράφηκαν εναντίον αυτών, που αιώνες πριν τους
έστελναν και τους βοηθούσαν να εποικίσουν τη Δύση και οι Ρωμιοί απλά τους
μίσησαν διότι πέρα από την πολιτική αντιπαλότητα που ξεκίνησε σταδιακά από το
800 μκχ (με τη στέψη του Καρλομάγνου ως Αυτοκράτορα) μετεξελίχθηκε (εκ μέρους
τους πρώτα) σε μίσος φυλετικό.
Ο δε, όποιος, φιλελληνισμός τους γίνεται μόνο κατ’
επίφαση και είναι πέρα για πέρα υποκριτικός με μεμονωμένες βέβαια πάντα
εξαιρέσεις οι οποίες δυστυχώς δεν μπορούν να ανατρέψουν το κατώτερο αυτό
πολιτισμικό τους συναίσθημα εναντίον ενός λαού και ενός πολιτισμού που δεν τους
έχει φταίξει σε τίποτα αλλά απεναντίας του έχουν φερθεί τόσο απαίσια στο διάβα
της ιστορίας τους…
Όσο για την εκκλησία της Ανατολής δηλαδή την «Ορθοδοξία»,
ο μόνος λόγος που «έγινε» αντιδυτική από τις Σταυροφορίες και μετά, ήταν γιατί
οι Δυτικοί μαζί με τις βασιλικές τους οικογένειες, τους στρατούς και τους
εποικισμούς τους, έφεραν και τη δική τους έκδοση του χριστιανισμού
(Καθολικισμό) και γι αυτό το λόγο έπαιξαν το χαρτί του «αντιλατίνου». Ούτε από
κάποιο αίσθημα φιλοπατρίας, ούτε από συμπαράσταση προς τον χειμαζόμενο Ρωμέϊκο
πληθυσμό.
Είναι δε μαθηματικώς βέβαιο ότι είτε αν δεν είχε συμβεί
ποτέ το σχίσμα, είτε αν υπήρχε πεδίο «συνεννόησης» (δοσοληψίας για την
ακρίβεια) με τους Λατίνους, η Ανατολική Εκκλησία δεν θα είχε κανένα απολύτως
πρόβλημα με τους «επάρατους Δυτικούς», όπως άλλωστε δεν είχε και με πολλούς
λαούς που εγκαθίσταντο και βαπτίζονταν Ορθόδοξοι στην Ανατολική Ρωμαϊκή
Αυτοκρατορία (Α.Ρ.Α.)… Όπως δεν είχε με πολλούς ξένους (αλλά… Ορθόδοξους)
Αυτοκράτορες και όπως δεν είχε με τους… «Ορθοδοξοποιημένους» Γερμανούς βασιλείς
της Ελλάδος από το 1830 μέχρι και το 1974, οι οποίοι έκαναν «μεταγραφές» από το
ένα κράτος στο άλλο αλλάζοντας θρήσκευμα και πολιτισμική ταυτότητα, πιο εύκολα
και από ρούχο…
Επίσης για τη σχέση της με τους Οθωμανούς. Σε ότι αφορά
τους επικριτές της εκκλησίας ότι δηλαδή πάντα συνεργάστηκε με τους Οθωμανούς, η
μόνη ένστασή μου σε αυτό έχει να κάνει με το εξής.
Ομολογουμένως η Α.Ρ.Α. έδωσε έναν λυσσαλέο αγώνα εναντίον
των Σελτζούκων Τούρκων, όχι μόνο στο Μάτζικερτ και το Μυριοκέφαλο έναν αιώνα
μετά (1171μκχ) αλλά και μέχρι περίπου τον 13ο-αρχές του 14ου
αιώνα.
Το για ποιο λόγο τελικά έχασε τον αγώνα αυτόν, είναι ένα
άλλο θέμα. Κυρίως βέβαια λόγω πολιτικής και εν μέρει στρατιωτικής αβλεψίας. Στο
«πολιτικής» βέβαια συμπεριλαμβάνω μια γενικότερη «γκάμα» θεμάτων όπως η
διαφθορά, οι έριδες, η έλλειψη παιδείας και φυσικά τη θεοκρατία η οποία ούτε
αρετή διδάσκει ούτε προάγει τις τέχνες και τα γράμματα αφού πρώτιστος σκοπός
της είναι ο Μωσαϊκός Νόμος και η Αγία Γραφή…
Από κει και έπειτα όμως, δηλαδή μετά την ανακατάληψη (από
καθαρή τύχη) της Κωνσταντινούπολης από το Κράτος της Νικαίας (1274) πέρα από
τον εφησυχασμό που φαίνεται να επήλθε και παρά την πρώτη τουρκική κατάκτηση πόλης επί Ευρωπαϊκού εδάφους
(Καλλίπολη 1354… επίσης από καθαρή τύχη {σεισμός}) και την ραγδαία προέλαση των
Οθωμανών, οι Ρωμιοί είχαν να αντιμετωπίσουν πλέον σοβαρή απειλή ύπαρξης από δύο
μέτωπα, ένα με τους Οθωμανούς και το προϋπάρχον μέτωπο (από το 1204 κι έπειτα)
με τους Φράγκους.
Η εκκλησία όταν «ζύγισε» την κατάσταση και θεώρησε από
κάποιο σημείο και μετά ότι αφού… η κατάσταση δεν σώζεται (δηλαδή ότι το
θεοκρατικό Α.Ρ.Α. πνέει τα λοίσθια), θα έπρεπε να διαλέξει τον νέο αφέντη που…
θα προσέφερε τα περισσότερα.
Έτσι λοιπόν, παρατηρώντας ότι οι Οθωμανοί ως Μουσουλμάνοι
επιτρέπουν την ύπαρξη αλλοθρήσκων και δη χριστιανών («λαοί της Βίβλου») στην
επικράτειά τους και πολύ περισσότερο την ύπαρξη οργανωμένου ιερατείου που θα
«καθοδηγεί» (=ποδηγετεί) τους ραγιάδες, προτίμησαν τον Οθωμανό.
Αποτελεί πραγματική νίκη του Ορθόδοξου Ιερατείου η πτώση
όχι μόνο της Κωνσταντινούπολης (όπως διατυμπάνιζε ο Γ. Σχολάριος) αλλά και
γενικότερα ολόκληρης της περιοχής στους Τούρκους.
Βέβαια όλοι τους ήταν ηλίθιοι, ακόμα και αν παραβλέπαμε
την στρεβλή και κακόβουλη δοξασία τους, διότι η εκκλησία σώθηκε μεν, αλλά ένα
μεγάλο μέρος των Ρωμιών χάθηκε υπό το βάρος των αθρόων Οθωμανικών εποικισμών
και εξισλαμισμών.
Η ίδια η εκκλησία κατά τον 16ο αιώνα μαρτυρεί
ότι σχεδόν ολόκληρη η έσω Μικρά Ασία είχε πλήρως εξισλαμιστεί - εκτουρκιστεί.
Μόνο παράλιες περιοχές της Μικράς Ασίας παρέμεναν ακόμα ελληνόφωνες και από την
Ευρώπη, τα πράγματα δεν πήγαιναν καλύτερα, αφού με το κέντρο βάρους της
Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη, πέραν από τη Μικρά
Ασία, ο εποικισμός και οι εξισλαμισμοί αφάνιζαν ελληνόφωνους όχι μόνο στη Θράκη
και τη Μακεδονία αλλά και τη Θεσσαλία όπως και την Ήπειρο τη Στερεά, την
Πελοπόννησο κλπ.
Η κατάσταση αυτή απετέλεσε άλλωστε και έναν από τους
λόγους που η όποια αντίσταση ενάντια στο Οθωμανικό κράτος γινόταν είτε μέσω της
πειρατείας, είτε με φυγή στα βουνά.
Για τον ίδιο λόγο άλλωστε, οι ορεινές
περιοχές απετέλεσαν κρησφύγετα ολόκληρων πληθυσμών που πάντα πρωτοστάτησαν
εναντίον των Οθωμανών (Σούλι, Μάνη, Ορεινή Αρκαδία κλπ).
Εδώ θα ήθελα να σταθώ στο θέμα της πειρατείας. Η
πειρατεία στον τουρκοκρατούμενο Ελλαδικό χώρο δεν απετέλεσε απλά ένα ακόμα
ολέθριο δεινό για τους Έλληνες/Ρωμιούς της εποχής.
Η πειρατεία δεν ήταν τίποτα άλλο από τη συνέχιση της αργής γενοκτονίας των
Ελλήνων από τους Οθωμανούς, απλά αυτή τη φορά με θαλάσσια μέσα. Δηλαδή, όπως η Μικρά Ασία και η Βαλκανική, όπως
προηγουμένως και άλλες περιοχές της τέως ελληνόφωνης Ανατολής εδέχοντο απανωτά
και βαρέα πλήγματα με μαζικούς εξισλαμισμούς ή/και εξοντώσεις πληθυσμών, ετσι
και η πειρατεία απετέλεσε ένα ακόμα θανάσιμο πλήγμα για πολλές ελληνόφωνες
περιοχές της ευρύτερης περιοχής.
Χαρακτηριστικό είναι ότι όχι απλά υπο την ανοχή, αλλά και
με την ενίσχυση μουσουλμάνων πειρατών, περιοχές με κυρίως ελληόφωνους
πληθυσμούς δέχτηκαν μέσα σε 4 και πλέον αιώνες σκλαβιάς, τόσες φορές πειρατικές
επιδρομές (πέραν των κατά ξηρά επιδρομών) ώστε πόλεις και ευρύτερες γεωγραφικές
περιοχές είτε ερημώθηκαν από τον εξανδραποδισμό και τις σφαγές, είτε
εξισλαμίστηκαν.
Άλλωστε είναι πασίδηλο ακόμα και σήμερα, ειδικά στις
παράλιες αλλά και τις πιο μεσόγειες περιοχές η ύπαρξη πύργων που τότε
επανδρώνονταν με βιγλάτορες με σκοπό την άμεση ειδοποίηση των κατοίκων ώστε να
καταφύγουν στα ορεινά ή έστω σε άλλες περιοχές.
Ως παράδειγμα υπενθυμίζω τις "Βίγλες" σε όλο τον Ελλαδικό χώρο που μπορεί κανείς να δει ακόμα και σήμερα. Αυτές λοιπόν οι βίγλες δεν σημιουργήθηκαν επειδή οι κάτοικοι δεν είχαν τι άλλο να κάνουν αλλά απο την αδήρητη ανάγκη να προστατευθούν, αφενός μεν απο τους πειρατές και αφετέρου απο μια Οθωμανική εξουσία η οποία όχι μόνο ανεχόταν τέτοιες επιδρομές, όχι μόνο τις ενίσχυε (τους μουσουλμάνους πειρατές βέβαια) αλλά απο την ιστορία έχουν καταγραφεί και περιπτώσεις (Κυκλάδες, Νάξος) όπου οι νησιώτες προστατεύουν τους δυνάστες τους αφού πιθανός θάνατος Οθωμανού αξιωματούχου απο τους πειρατές επέσυρε ποινές για... τους κατοίκους...
Όπως προανέφερα λοιπόν η πειρατεία ζημίωσε το γένος τόσο, όσο και οι Σελτζουκικές επιδρομές
στη Μικρά Ασία από τον 11ο αιώνα και μετά και μάλιστα εν γνώσει και
με πλήρη συνείδηση των Τούρκων για το τι προκαλούσαν…
Για να καταλήξω αναφορικά με το θέμα, με την Άλωση της
Κωνσταντινούπολης τα προβλήματα του Ελληνισμού δεν τελείωναν αλλά άρχιζαν. Η
πολιτισμική αλλοίωση που επέβαλε η Α.Ρ.Α και η μερική και κατά τόπους
καιροσκοπική εποικιστική της πολιτική που βασιζόμενη στην χριστιανική
οικουμενιστική αντίληψη, αντί να ασκεί σοβαρή πολιτική, έβρισκε την εύκολη λύση
για κάθε πρόβλημα (οικονομικό, στρατιωτικό, δημογραφικό, πολιτικό, θρησκευτικό
κλπ) με την μετεγκατάσταση νέων… σκλάβων στο εσωτερικό ή και την εσωτερική
μετεγκατάσταση με μόνο κριτήριο τη βάπτιση και τον όρκο πίστης στον Αυτοκράτορα
(και μετά κατηγορούσαν τους εθνικούς Ρωμαίους για προσωπολατρεία…), «απλά» με
τους Σελτζούκους και αργότερα με τους Οθωμανούς, αντικαταστάθηκε από τις ακόμα
πιο μαζικές εισροές επήλυδων, αυτή τη φορά όχι μόνο από την (Οθωμανοκρατούμενη)
Ευρώπη αλλά από κάθε σημείο της Ασίας, ακόμα και της Αφρικής αφού και οι
Μουσουλμάνοι ακολουθώντας τη δική τους οικουμενιστική αντίληψη που «τους
επιτάσσει» το Κοράνι, («όλοι είναι ίδιοι στα μάτια του Αλλάχ») με την ίδια
ισοπέδωση κάθε άλλης παράδοσης βέβαια, όπως και στον χριστιανισμό.
Παράλληλα οι μαζικοί εξισλαμισμοί ολόκληρων περιοχών,
είτε ως κρατική πολιτική, είτε ως καθημερινή πρακτική, άδειασε στην κυριολεξία
ολόκληρες περιοχές απο ελληνόφωνους.
Η
καθημερινότητα των υπόδουλων κάτω από τους Οθωμανούς
Εδώ καλό θα ήταν να επισημάνω και το εξής. Οι
εξισλαμισμοί δεν γίνονταν όπως νομίζουν πολλοί σήμερα λόγω κάποιας πρόκλησης
των Οθωμανών, ούτε με αφορμή κάποιο γεγονός που τους εξερέθιζε.
Η καθημερινότητα επί Τουρκοκρατίας ήταν σκληρότατη. Τα
αστικά κέντρα ήταν στην ουσία συνοικισμοί από… γκέτο (αναχρονισμός αλλά θέλω να
δώσω την εικόνα).
Είναι γνωστό σε πολλούς ότι η Θεσσαλονίκη πριν
απελευθερωθεί είχε τις συνοικίες διαφόρων εθνοτήτων (Τούρκων, Εβραίων,
Αρμένιων, Ελλήνων, Λεβαντίνων κλπ). Επίσης γνωστός είναι σε πολλούς ο διαχωρισμός
των συνοικιών της μεγαλύτερης πόλης της Μικράς Ασίας, της Σμύρνης, η οποία ήταν
επίσης χωρισμένη σε συνοικίες όπου κατοικούσαν ξεχωριστά Τούρκοι, Έλληνες,
Εβραίοι, Αρμένοι κλπ.
Ωστόσο εκείνο που δεν είναι ίσως τόσο γνωστό είναι το
γεγονός ότι οι συνοικίες αυτές, δεν έμοιαζαν
μόνο σαν τα γκέτο του 20ου αιώνα αλλά είχαν και πολλά χαρακτηριστικά
τους, αφού οι, αν όχι έχθρες, αντιπάθειες, ήταν από λίγο έως πολύ έκδηλες
μεταξύ των πληθυσμών.
Την κατάσταση βέβαια χειροτέρευαν, όχι μόνο έκτακτα
πολιτικά γεγονότα που δημιουργούσαν πρόσθετες αντιπαλότητες μεταξύ Χριστιανών
και Μουσουλμάνων, αλλά και η γενικότερη παιδεία που επικρατούσε.
Για να είμαστε ακριβείς στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όποιος ήξερε γραφή και ανάγνωση εθεωρείτο
μορφωμένος. Βέβαια αυτό δεν αποτελεί ίδιον
του Οθωμανικού κράτους, αλλά και ολόκληρης της προ του 19ου
αιώνα Ευρώπης.
Σε ότι αφορά όμως την Οθωμανική αυτοκρατορία, αυτό είναι
έκδηλο και από κάτι άλλο. Από τον τρόπο γραφής πολλών κειμένων. Αν εξετάσετε
γραφές της εποχής στην (υποτίθεται) καθαρεύουσα, η γλώσσα είναι από…
κακοποιημένη έως γραφική, σε σημείο να προκαλεί γέλωτα ακόμα και σε έναν
σημερινό μέσο Έλληνα.
Για ποιο λόγο συνέβαινε αυτό; Για το λόγο ότι η όποια
πρόοδος επιτελέστηκε στην καλλιέργεια της γλώσσας και την καταπολέμηση του
αναλφαβητισμού, έγινε τα τελευταία 100-140 χρόνια και κυρίως μετά το 1950.
Βέβαια ο μέσος Έλληνας των ημερών μας θεωρεί ότι η γλώσσα
μας χωριζόταν σε καθαρεύουσα και δημοτική την οποία δημοτική ομιλούσε ο λαός
και την καθαρεύουσα οι λόγιοι. Λάθος!
Απλά η καθαρεύουσα αποτελεί μια προσπάθεια απεμπόλησης
όλων εκείνων των στοιχείων που την «εκχυδαΐζουν» όπως ανέφεραν τότε οι λόγιοι,
το οποίο με απλά λόγια σημαίνει την αφαίρεση όλων εκείνων των στοιχείων που
εκβαρβαρίζουν την γλώσσα χωρίς λόγο, από τη στιγμή που αντίστοιχες λέξεις
Ελληνικές υπάρχουν. Όπως επίσης και καταπολεμούν την ξενομανία με την αλόγιστη
χρήση ξένων λέξεων προς επίδειξη «κοσμοπολιτισμού» ή «μαγκιάς» κλπ.
Ωστόσο επειδή η γλώσσα είναι ένα ειδικό θέμα θα το αφήσω
για κάποια άλλη στιγμή. Επί του θέματος απλά ήθελα να καταδείξω την πνευματική
κατάσταση των υποδούλων μέσα σε ένα κράτος το οποίο ζούσε την καθημερινότητά
του με τον θρησκευτικό και αργότερα και με τον φυλετικό διαχωρισμό και
φανατισμό.
Η κατάσταση λοιπόν ήταν τραγική. Οι ρωμιοί «έσβηναν» αργά
– αργά και μαζί τους και το τελευταίο σύμβολο ελληνισμού τους, δηλαδή της
γλώσσας τους.
Χιλιάδες χιλιάδων
ρωμιών, από την Α.Ρ.Α. μέχρι και την Επανάσταση του 1821, χάθηκαν μέσα από
μαζικούς εξισλαμισμούς και εξοντώσεις.
Παράλληλα, οι Δυτικοί ενδιαφέρονταν μόνο για την
εξυπηρέτηση των δικών τους πολιτικών συμφερόντων, ξεσηκώνοντας τους
ελληνόφωνους σε επαναστάσεις εναντίον των Οθωμανών, τις οποίες αφού
λειτουργούσε ο… αντιπερισπασμός, τους εγκατέλειπαν στο έλεος του Σουλτάνου…
Φτάνοντας στις αρχές του 19ου αιώνα μκχ, και
μετά από πολλές προδοσίες ξένων (πχ Αυστριακοί-Ρήγας) ή ντόπιων («χαλασμός»
κλεφτών του Μοριά 1805), πολλοί Έλληνες άρχισαν να συνειδητοποιούν ότι η
ελευθερία των Ελλήνων θα συνέβαινε μόνο με τις δυνάμεις του ίδιου του γένους.
Ωστόσο πολλά ήταν τα προβλήματα που ετίθεντο από όσους
μιλούσαν για εθνική ανεξαρτησία. Τα βασικότερα θεωρώ ότι ήταν:
Πώς
θα ονομάζονταν το έθνος αυτό;
Ποια
πολιτισμική ταυτότητα θα έφερε;
Τι
πολίτευμα θα είχε;
Τα ιδεολογικά ρεύματα ήταν πολλά και με ποικίλες απόψεις.
Για το πρώτο
θέμα, άλλοι μιλούσαν για Γρεκία και άλλοι για Ελλάδα
Για το δεύτερο
θέμα τρία φέρεται να ήταν τα κυριότερα ιδεολογικά ρεύματα.
Το μεν πρώτο, αυτό του Κανταρτζή ο οποίος μιλούσε για
διαχωρισμό με βάση τη θρησκεία και άρα χριστιανοί-Μουσουλμάνοι απεμπολώντας
δηλαδή πλήρως εθνικές ταυτότητες.
Συγκεκριμένα ο Δημήτριος Καταρτζής, στο
"Σχέδιο τής Αγωγής τών Παιδιών Ρωμηών καί Βλάχων", εμφανίζεται
υπέρμαχος της «ρωμαίικιας γλώσσας», όπως έλεγε την κατ' αυτόν Δημοτική. Ο ίδιος
διαπιστώνει με δυσφορία το 1783 την επικράτηση τού ονόματος «Έλληνες» και
απορεί «πώς μερικοί σπουδαίοι (σημ. λόγιοι) τολμούν να λεν τον εαυτό τους
Έλληνες και να μην το χουν πρόκριμα καθό χριστιανοί, και ατιμία καθό Ρωμηοί;».
Το δεύτερο ήταν αυτό του Ρήγα Βελεστινλή ο οποίος
προέκρινε μια συμβιβαστική «λύση» με έναν διαχωρισμό μεταξύ Χριστιανών Γραικών -
και Μουσουλμάνων Οθωμανών.
Και το τρίτο αυτό του Κοραή ο οποίος μιλούσε επίσης για Γραικούς
αλλά και για Έλληνες.
Όπως αντιλαμβάνεστε η επιλογή του νέου Ελληνικού κράτους
ήταν η Τρίτη, αλλά, όχι καθαρά από επιλογή, παρά περισσότερο από ανάγκη.
Παράλληλα πρέπει να πούμε τον σημαίνοντα ρόλο στην
οριστικοποίηση τού ελληνικού ονόματος τον οποίο έπαιξε το κείμενο "Ελληνική Νομαρχία" (1806).
Στο έργο αυτό γίνεται για πρώτη φορά μία σημαντική διάκριση μεταξύ των
Βυζαντινών-Ρωμαίων αφ' ενός και των Ελλήνων
αφ' ετέρου. Ο Ανώνυμος συγγραφέας, κάνει παντού λόγο περί Ελλήνων και μάλιστα
σε μια εποχή πού το όνομα έφερε επίσημα, το στίγμα της «ειδωλολατρίας»: «Ηγγικε
η ώρα, ώ Έλληνες, της ελευθερώσεως της πατρίδος !».
Βέβαια μετά την απελευθέρωση, τα ονόματα Ελλάς, Έλλην κατοχυρώνονται
συνταγματικά, ενώ μόνον στο περιθώριο τού εθνικού βίου διατηρήθηκαν πλέον τα
ονόματα Ρωμιός, Ρωμιοσύνη, Ρωμέϊκο και μάλιστα με διάθεση χλευαστική,
ευτελιστική. Ο όρος «Γραικός» σχεδόν εξέλιπε και μόνον ποιητική αδεία
εμφανίζεται σποραδικά σε κείμενα και λόγους.
Ζαμπέλιος και Παπαρηγόπουλος βέβαια κατέβαλαν… «άοκνες»
προσπάθειες για την ανάδειξη της μεσαιωνικής Ανατολικής Ρώμης και «τα κατάφεραν
θαυμάσια», παρά την δυσφορία ακαδημαϊκών και λόγιων της εποχής οι οποίοι
θεωρούσαν το «Βυζάντιο» δεισιδαιμονικό, οπισθοδρομικό και θεοκρατικό.
Οι… «προσπάθειές» τους στις μέρες μας φαίνεται να «δικαιώθηκαν»,
με τη «συμβολή» της εκκλησίας βεβαίως.
Σε ότι αφορά το τρίτο
θέμα, δηλαδή το πολίτευμα, δεν θα ασχοληθώ καν αφού οποιαδήποτε ιδέα περί
δημοκρατίας ή έστω Έλληνα βασιλιά πατήθηκε κάτω από τα «θέλω» των Γερμανών οι
οποίοι επέβαλαν Βαυαρό και μετά από αυτόν, Δανό. Συνεπώς είναι περιττό
Ο
καιροσκοπικός ρόλος της Εκκλησίας κατά τους χρόνους της δουλείας και η ζημία
που υπέστησαν οι Έλληνες εξαιτίας της στάσης της
Κλείνοντας το θέμα της πολιτισμικής ταυτότητα των
υποδούλων θα ήθελα να αναφερθώ και σε μια άλλη παράμετρο. Έχω ήδη αναφερθεί
στην Φραγκοκρατία-Λατινοκρατία του Μεσαίωνα.
Επίσης έχω αναφερθεί στην εκμετάλλευση από την εκκλησία του
συναισθήματος των υποδούλων ή τουλάχιστον όσων περιοχών βίωσαν την κατάκτηση
από τους Δυτικούς με σκοπό όχι βέβαια την ανάπτυξη κάποιου αισθήματος
φιλοπατρίας, αλλά τον ορθόδοξο φονταμενταλισμό έναντι της Δύσης (και όχι μόνο).
Βέβαια με την Οθωμανική κατάκτηση το πρόβλημα «λύθηκε»
για την εκκλησία. Ωστόσο από τον 17ο-18ο αιώνα, με την
έλευση του Διαφωτισμού, η εκκλησία, καταφεύγοντας αναχρονιστικά σε περιστατικά
τριών και πέντε αιώνων πριν (όχι ότι την ενδιέφερε πραγματικά), προβαίνει στην
ανάπτυξη ενός νέου αντιδυτικού αισθήματος, όχι βέβαια για κάποιον πραγματικό
λόγο που άπτεται των συμφερόντων του γένους (ψεύτικες υποσχέσεις και προδοσίες
εξεγερμένων περιοχών, πλήρης αδιαφορία για την τύχη τους ως υπόδουλοι των
Οθωμανών, απαξία τους από τη Δύση λόγω μη Γερμανισμού τους κλπ) αλλά για το
λόγο ότι τα κηρύγματα των Ευρωπαίων Διαφωτιστών, έρχονται σε αντίθεση με τα
κηρύγματά της.
Σε κάθε περίπτωση, η εκκλησία, τόσο η επίσημη όσο και σε
γενικές γραμμές, έδρασε εναντίον της απελευθέρωσης.
Αυτό το συμπέρασμα δεν έχει να κάνει με κάποια διάθεση
«αντικληρικαλιστική», «αντιθεϊστική», «αντιχριστιανική» κλπ.
Αποτελεί μια πραγματικότητα για το λόγο ότι κάθε
προσπάθεια της εκκλησίας (και είναι πολλές) για την μη πρόοδο των γραμμάτων και
των επιστημών από το Γένος των Ελλήνων (ασχέτως το πώς ονομάζονταν τότε)
παρέτεινε και την δουλεία.
Μία δουλεία όμως στην οποία η ίδια η εκκλησία είχε
συμφέροντα με τη διατήρησή της, ως ταγός τμήματος των υπόδουλων και εν
προκειμένω των Ελληνόφωνων.
Με άλλα λόγια δηλαδή, η εκκλησία «δέχθηκε» να θυσιάσει
την ελευθερία των Ελλήνων με αντάλλαγμα την εύνοια των Τούρκων.
Είναι γνωστές πλήθος προσπαθειών πάσης φύσεως εκ μέρους
της εκκλησίας για το σταμάτημα της πνευματικής προόδου του Γένους. Από τις
λίγες να αναφέρουμε επιγραμματικά μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές:
![]() |
| Απο αριστερά προς τα δεξιά: Μεθόδιος Ανθρακίτης, Θεόφιλος Καΐρης και Κωνσταντίνος Κούμας |
Ο Μεθόδιος
Ανθρακίτης (1650/60-1736) καταδικάστηκε το 1721 για τις φιλοσοφικές απόψεις
του από το Πατριαρχείο και υποχρεώθηκε το έτος 1725 σε δημόσια καύση των
χειρογράφων του.
Ο Ευγένιος
Βούλγαρης (1716-1806) εισήγαγε στην Ελλάδα τη διδασκαλία των Φυσικών
Επιστημών, της νεότερης φιλοσοφίας και της λατινικής γλώσσας. Οι ιερείς
επιχείρησαν να τον λιθοβολήσουν στα Ιωάννινα και τον κυνήγησαν ως άθεο.
Ο Χριστόδουλος
Παμπλέκης, λόγιος και δάσκαλος, αφορίστηκε το 1793 μετά το θάνατό του από
τον πατριάρχη Νεόφυτο τον Ζ'.
Η «Χριστιανική Απολογία» του διευθυντή της Πατριαρχικής Σχολής της Κωνσταντινουπόλεως Αθ. Πάριου, γραμμένη στα 1800: «Μακράν η διαλεκτική σχέση. Μακράν η πολύσχημος Γεωμετρία. Μακράν η κενέμφατος Άλγεβρα. Μακράν κάθε ανθρώπινη επιστήμη και μάθησις. Εις τα εξ αποκαλύψεως δεν ζητείται απόδειξις, αλλά πίστις».
Ο Κωνσταντίνος Κούμας μπορεί να μην αφορίστηκε, αλλά κυνηγήθηκε ανελέητα.
Η καταδίκη των Ελληνομουσείων = σχολείων («Περί της σημερινής κατάστασης των κοινών
του γένους μας ελληνομουσείων») το 1819 από το Πατριαρχείο, το οποίο εξέδωσε Πατριαρχική σύνοδο με στόχο «την καθαίρεσιν των φιλοσοφικών
(=φυσικομαθηματικών) μαθημάτων». Από τη σύνοδο που συνήλθε τον Μάρτιο του 1821,
μόλις λίγες ημέρες πριν από την έκρηξη της Επανάστασης, εξεδόθη κείμενο κατά
των Μαθηματικών, της Φυσικής και των επιστημών γενικότερα…
Αφήνοντας τις διώξεις (σε κάποιο άλλο θέμα θα παραθέσω
αναλυτικό θέμα ως προς αυτές) και αναφερόμενος στον Πατριάρχη Γρηγόριο, ας
πούμε λίγα πράγματα για το θάνατό του, αφού συνηθίζεται να αναφέρεται η περίπτωση
του απαγχονισμού του Γρηγορίου του Ε’, δηλαδή υπάρχει έριδα αν και κατά πόσο ο
θάνατός του ήταν ηρωϊκός ή απλά (από Οθωμανική οπτική) η εκτέλεση ενός κρατικού
στελέχους το οποίο δεν έκανε σωστά τη δουλειά του (να κρατάει πιστούς τους
ραγιάδες), όπως και για την καταδίκη – αφορισμό του Υψηλάντη κλπ.
Ως προς το περιστατικό αυτό (στο οποίο δίνουν μεγάλη
σημασία πολλοί), κατ’ αρχάς θέλω να είμαι αντικειμενικός. Και οι δύο απόψεις
δεν απέχουν από την αλήθεια. Ο Γρηγόριος έτσι κι αλλιώς ήταν υπάλληλος του κράτους με σαφείς εντολές (από την Άλωση) και η
τιμωρία του ήταν η ίδια περίπου με πολλών άλλων τούρκων αξιωματούχων που
έφερναν κάποια μεγάλη (ή και μικρή) αποτυχία στον Σουλτάνο. Μόνο που η συγκυρία
ήταν διαφορετική. Δεν εκτελέστηκε μόνο εκείνη αλλά και πολλοί άλλοι Έλληνες.
Σε
γενικές γραμμές όταν βρίσκεσαι σε συνθήκες ομηρίας όπως εν προκειμένω οι
Έλληνες, λίγο μετράει αν θα αντισταθείς ως κρατικό όργανο στην ίδια την εξουσία
και θα τιμωρηθείς ή αν θα συμπλεύσεις και (ίσως) συνεχίσεις να υπάρχεις ή βοηθήσεις
τους συμπατριώτες σου από άλλο πόστο, όπως ο Αλέξανδρος Α’ της Μακεδονίας κατά
τα Περσικά. Βέβαια η εκκλησία, πέρα από τον κατώτερο κλήρο δεν βοήθησε την
Επανάσταση ενώ μάλιστα πολλές φορές μονές και κληρικοί πρόδωσαν τον Αγώνα
(κάποια στιγμή θα αναφερθώ συγκεκριμένα σε περιπτώσεις).
Επίσης σημαντικό για τον ρόλο της
εκκλησίας στους εξισλαμισμούς είναι να πούμε ότι σε αυτούς συντελούν σε ουκ
ολίγες περιπτώσεις και επίσκοποι, οι οποίοι με κριτήρια καθαρά εκκλησιαστικού
συμφέροντος, αφόριζαν κατοίκους φτωχών περιοχών, επειδή δεν κρατούσαν όλες τις
επιβεβλημένες νηστείες, όπως για παράδειγμα στην περιοχή του Κουρβελεσίου, όπου
τα μοναδικά προϊόντα ήταν λίγο κριθάρι, γάλα τυρί, κορόμηλα και
λεφτόκαρα.
Είμαι δε πεπεισμένος ότι οι
περιπτώσεις είναι πολύ περισσότερες, για το λόγο ότι τα πράγματα εκείνη την
εποχή δεν είναι όπως σήμερα, που πλήθος ανθρώπων δεν έχει καν πατήσει σε εκκλησία.
Γνωρίζω επι παραδείγματι από εκκλησιαστικούς κανόνες (για τον καθημερινό βίο)
ότι πέραν των ημερών που πρέπει ένας «καλός χριστιανός» να κάνει διάφορα (από
δουλειές και νηστεία μέχρι… έρωτα!) γνωρίζω ότι αποχή από τον Κυριακάτικο
εκκλησιασμό επι δύο συνεχόμενες Κυριακές (χωρίς υποτιθεται σοβαρό λόγο)
επισείει ποινή αφορισμού!
Σημειωτέον ότι τότε οι άνθρωποι
πέραν του ολιγάριθμου (σε σχέση με σήμερα) ζουσαν ακόμα και σε αστικές
περιοχές σε κλειστές κοινωνίες, είτε επρόκειτο για συνοικίες πόλεων είτε χωριών
όπου η κάθε ενορία αποτελούσε τον πυρήνα της περιοχής και όλοι εγνωρίζοντο
μεταξύ τους (όπως και μέχρι τα πρόσφατα χρόνια και ειδικά μέχρι και τα μέσα του
20ου αιώνα). Συνεπώς ασυνέπεια και αφορισμός ισοδυναμούσε με
κοινωνικό θάνατο… Τόσο απλά…
Επίσης πέραν των αφορισμών πρέπει να
προσθέσουμε και την πίεση για την είσπραξη των εκκλησιαστικών δικαιωμάτων και
των επαρχιακών εισοδημάτων, όπως ήταν τα κύρια και τα «τυχερά» τα συνήθη και
νενομισμένα δηλ. βοήθεια, φιλότιμα, κανονικά, εμβατοίκια, τα των γάμων και πανηγύρεων, η τοπική ζητεία, παρρησία, προθέσεις, σαρανταλείτουργα και ψυχομερίδια, έσπρωχνε στον εξισλαμισμό
και τους υπολοίπους.
Εννοείται ότι με τον εξισλαμισμό
μιας περιοχής, οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί χάνονταν για πάντα μέσα στο πολιτισμικό
οθωμανικό «καζάνι».
Επανερχόμενος και αναφορικά με τον Γρηγόριο τον Ε λοιπόν
έχω πειστεί, ότι ασχέτως των αισθημάτων που έτρεφε για τα κηρύγματα περί
ελευθερίας των Ελλήνων που μπορεί να μην του έλεγαν και τίποτα ή έστω να
συμφωνούσε εν μέρει (αν και προσωπικά αμφιβάλω κατά πόσο θα ήθελε να χάσει τη
«σιγουριά» του πόστου με μια επανάσταση), η κατάσταση έφερε το βάρος των
περιστάσεων ανεξαρτήτως των συναισθημάτων του οποιουδήποτε.
Τι εννοώ; Οι Οθωμανοί ακούγοντας από τη μια τα κηρύγματα του Υψηλάντη και αφετέρου διάφορες διαδόσεις και πέρα του ότι είναι εκ φύσεως καχύποπτοι και πολύ περισσότερο έναντι των «απίστων», κήρυξαν ιερό πόλεμο των Μουσουλμάνων έναντι των Χριστιανών. Δηλαδή επιστράτευση για γενικό θρησκευτικό πόλεμο!
Όπως αναφέρουν οι πηγές, Μουσουλμάνοι από κάθε περιοχή
της Μικράς Ασίας και της Οθωμανοκρατούμενης Ευρώπης, συνέρρεαν στα μεγάλα
αστικά κέντρα της Αυτοκρατορίας, όπου μαζί με Γενίτσαρους και πολεμικά στίφη
(οι «Δελήδες» που εχρησιμοποιούντο στις εκστρατείες) που συνέρρευσαν για τον
ίδιο λόγο στις πόλεις, όχι απλά προέβαιναν σε κατατρομοκράτηση του πληθυσμού,
αλλά πριν καν δοθεί διαταγή από τον Σουλτάνο (η οποία τελικά δεν ήρθε ποτέ)
προέβαιναν σε όργιο σφαγών και λεηλασιών σε σημείο ώστε οι Δυτικοί, για πρώτη
φορά να λάβουν αντιοθωμανική στάση και αυτό μάλιστα παρά το γεγονός ότι μέχρι
τότε (αλλά και για λίγο καιρό ακόμα) τηρούσαν εχθρική στάση προς την Ελληνική
Επανάσταση.
Μπροστά
σε αυτή την κατάσταση, εξ όσων γνωρίζω, ήταν ο Σεϊχούλ - Ισλάμης, ο ηγέτης των
Μουσουλμάνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο οποίος με συμβουλές προς τον Χριστιανό
πατριάρχη και παραινέσεις προς τον Σουλτάνο απεσόβησε τη γενική σφαγή κάθε
χριστιανού εντός του κράτους. Πείθοντας τον Σουλτάνο ότι «το κακό» ήταν τοπικό.
Εδώ
δεν έχουμε να κάνουμε με καμιά φιλελληνική, ανθελληνική, ατομιστική ή αλτρουιστική
διάθεση κανενός.
Εάν
σφάζονταν οι χριστιανοί και φυσικά οι Ελληνόφωνοι, είναι άγνωστο εάν θα
μιλούσαμε σήμερα για Ελλάδα.
Ως
εκ τούτου το περιστατικό αυτό το αφήνω απ’ έξω διότι δεν μαρτυρεί τίποτα
περισσότερο από τον αγώνα όλων εκείνη τη στιγμή να μη μείνει… «ρουθούνι».
Όσο
για την εκκλησία, αυτή κατ εμέ έχει κριθεί για το ρόλο της τόσο κατά την
διάρκεια ύπαρξης της Α.Ρ.Α. οπότε και συγκυβερνούσε και αποφάσιζε, όπως και
τους 4 αιώνες κατάκτησης που κυνήγησε ανελέητα κάθε προσπάθεια πνευματικής
αφύπνισης των Ελλήνων.
Έπρεπε
να φτάσουμε στα τέλη του 19ου αιώνα, δηλαδή όταν οι εθνικισμοί των
υπόδουλων, αλλά και των ίδιων των Οθωμανών είχαν ξυπνήσει για τα καλά (μάλιστα
αφόρισε και τον εθνικισμό όταν οι Βούλγαροι θέλησαν να αποσπάσουν περιοχές υπο
τον έλεγχο του Πατριαρχείου στην Ρωμυλία… Ορθόδοξοι καιροσκοπισμοί…), για να
αντιληφθεί ότι κυνηγώντας την πνευματική αφύπνιση των Ρωμιών και την ίδρυση
σχολείων, έκανε κακό στην Ελλάδα, αλλά… ήταν ήδη ΠΟΛΥ αργά…
Η συνεχής αυτή «διελκυστίνδα» που παρατηρώ μεταξύ
διαφόρων για το ρόλο της εκκλησίας πάνω σε ένα περιστατικό (αφορισμός της
Επανάστασης από τον πατριάρχη και θάνατός του) που κράτησε ένα ελάχιστο χρονικό
διάστημα μπροστά στους 4 αιώνες δουλείας + άλλους 10 αιώνες θεοκρατικής
διακυβέρνησής της, θεωρώ ότι είναι εκτός από ανούσιος και παιδαριώδης.
Ο
ρόλος της Φιλικής Εταιρείας
Φτάνοντας στην εποχή λοιπόν πριν την Επανάσταση θα
αναφερθώ στο ρόλο της «Φιλικής Εταιρίας».
Αυτό όχι χωρίς λόγο, αφού η Επανάσταση έγινε λόγω της ύπαρξης της συγκεκριμένης
οργάνωσης.
Ποια ήταν όμως η «Φιλική Εταιρία»; Σε γενικές γραμμές
όλοι λίγο-πολύ γνωρίζουν ότι η «Φιλική Εταιρεία» ήταν η σημαντικότερη από τις
μυστικές οργανώσεις που σχηματίστηκαν για την προετοιμασία επανάστασης για την
απελευθέρωση των Ελλήνων από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Ιδρύθηκε το 1814 στην Οδησσό, και σύμφωνα με τους
παλαιότερους ιστορικούς, από τον Εμμανουήλ Ξάνθο, το Νικόλαο Σκουφά, Αθανάσιο
Τσακάλωφ. Τέταρτο μέλος της, μυήθηκε ο Αντώνιος Κομιζόπουλος από τη
Φιλιππούπολη. Επίσης από τα πρώτα μέλη που μυήθηκαν ήταν και ο Παναγιώτης
Αναγνωστόπουλος (και μάλιστα κατά ορισμένες πηγές συνιδρυτής, πριν τον Ξάνθο
που μυήθηκε αργότερα). Οι Φιλικοί αφού μυούνταν στην Εταιρεία έδιναν όρκο
πίστης και επικοινωνούσαν με κώδικες, ψευδώνυμα και συνθηματικές λέξεις.
Ωστόσο εκείνο που
είναι λιγότερο γνωστό είναι το γεγονός ότι μέχρι το 1818 η Φιλική εταιρεία όχι
μόνο δεν φαινόταν ικανή να μεταλαμπαδεύσει στους Έλληνες την φλόγα της
Επανάστασης, αλλά αντίθετα, παρολίγο θα «έσβηνε» και η ίδια λόγω ανύπαρκτων
οικονομικών.
Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι από το 1814, μέχρι τα
μέσα του 1817, δηλαδή 4 χρόνια πριν το ξέσπασμα της Επανάστασης είχαν γίνει όλες
κι όλες 30 μυήσεις μαζί με των ιδρυτών τους!
Ωστόσο με την μύηση του Νικόλαου Γαλάτη, η οργάνωση
φαίνεται να αναζωογονήθηκε δίνοντάς της νέα πνοή αφού σε αυτόν οφείλεται η
μύηση επιφανών νέων μελών με οικονομική επιφάνεια και επιρροή, τόσο στη Ρωσία,
όσο και στον Ελλαδικό χώρο και την Κωνσταντινούπολη.
Όπως και να είχε, ο Γαλάτης αμέσως μετά την κατήχησή του
πήρε την εντολή να αναχωρήσει για την Μόσχα, όπου μύησε αρκετούς: τους
Πεντεδέκα, Ριζάρη, Πατζιμάδη και Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο τον Φιραρή. Οι μυήσεις
ήταν πολύ σημαντικές για την εταιρεία αφού μέχρι τότε μέσα σε δύο χρόνια είχαν
γίνει μόνο τρεις μυήσεις. Ο Γαλάτης δηλαδή κυριολεκτικά ζωντάνεψε τη Φιλική
Εταιρεία και της άνοιξε δρόμους, αλλά και προσέθεσε μέλη με υπολογίσιμη επιρροή
και σημαντικά εισοδήματα που ήταν απαραίτητα για την επανάσταση.
Συναντήθηκε δύο φορές με τον Καποδίστρια αν και ο
Καποδίστριας με υπόμνημά του ισχυρίζεται ότι δεν ήθελε να τον συναντήσει παρά την αντίθετη άποψη του Τσάρου
Αλέξανδρου με αυτό ωστόσο να αμφισβητείται.
Εικάζεται μεταξύ άλλων ότι ο Γαλάτης υπήρξε ή θέλησε να
γίνει πιθανόν ο ίδιος πράκτορας των Ρώσων και ίσως ήθελε να υποκαταστήσει στο
ρόλο αυτό –και στον μελλοντικό ρόλο του ηγέτη της Ελλάδας– τον Καποδίστρια.
H θεωρία αυτή ερμηνεύει την επιμονή του τσάρου να έρθει ο Καποδίστριας σε
συνεννόηση με τον Γαλάτη, όπως και τα χρηματικά ποσά που του δόθηκαν για τις
ανάγκες του. Επίσης, η άποψη αυτή ερμηνεύει και το «θράσος» που πολλοί χρεώνουν
στη συμπεριφορά του Γαλάτη αφού, αν ισχύουν αυτά, τότε και αισθανόταν ότι είχε
τις «πλάτες» του τσάρου και όχι απλώς του Καποδίστρια
Στη συνέχεια ο Γαλάτης στη Μολδαβία μύησε τον Θεόδωρο
Νέγρη, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο κ.ά. Από την Μολδαβία εξορίστηκε, κατόπιν
εντολής του Σκαρλάτου Καλλιμάχη, στο Βουκουρέστι και στη συνέχεια βρέθηκε στην
Κωνσταντινούπολη. Του καταμαρτυρούσαν απαράδεκτη συμπεριφορά (π.χ. μαστίγωσε
την πομπή ενός γάμου, που όμως δεν ξέρουμε αν αληθεύει ως γεγονός ούτε τα αίτια
για τα οποία αυτό συνέβη) και οικονομικές ατασθαλίες. Επίσης δεχόταν επικρίσεις
ότι ο βίος του ήταν αρκετά προκλητικός, σε σημείο που να αφήνει σοβαρές
υπόνοιες για χρηματικές ατασθαλίες από το ταμείο των Φιλικών.
Στην Κωνσταντινούπολη τέθηκαν ζητήματα επιλογών και
ηγεσίας, και φέρεται ο Γαλάτης να εκνευρίστηκε που δεν του εμπιστεύθηκαν το
γενικό συντονισμό παρά τον έδωσαν στον Σέκερη, έναν νεομυημένο. Γι' αυτό το
λόγο ή ίσως και επειδή είχε συγκεντρώσει μεγάλα ποσά για την εταιρεία και είχε
στρατολογήσει δεκάδες μέλη, θεώρησε τον εαυτό του ιδιαίτερα αδικημένο. Φέρεται
να απείλησε ότι θα τους καταδώσει όλους στον Χαλέτ Εφέντη. Κατ' άλλους η φράση
περί Χαλέτ Εφέντη κατασκευάστηκε εκ των υστέρων για να καλυφθεί ο πραγματικός
λόγος της δολοφονίας. Πάντως ο Φιλήμων αναφέρει ότι ο Γαλάτης έξαλλος
κατευθύνθηκε στο σπίτι του Χαλέτ Εφέντη, αλλά τον συνέτισε ένας Ιθακήσιος
πλοίαρχος που έτυχε να τον συναντήσει. Τον μετέπεισε και, μετανιωμένος, ο
Γαλάτης επέστρεψε στο χώρο συζητήσεων των άλλων Φιλικών και ανάλαφρα τους είπε
τι είχε πάει να κάνει. Είπε (σύμφωνα με τον Φιλήμονα): «Δεν μου εμπιστευθήκατε
τα Γράμματα των Προσηλύτων ως καλόν σύντροφον». Θορυβήθηκαν όλοι τους πολύ,
καθώς κατέφθασαν εκεί και άλλοι Ιθακήσιοι στους οποίους ο πλοίαρχος είχε πει
τρομαγμένος τι πήγαινε να κάνει ο Γαλάτης.
Τότε φέρεται να αποφασίστηκε και η
καταδίκη του σε θάνατο η οποία έγινε τον Ιανουάριο του 1818 στην Ερμιόνη
Αργολίδας.
Γενικά το φταίξιμο ρίχθηκε από το σύνολο σχεδόν των
συγγραφέων της εποχής στον Ν. Γαλάτη. Το κατά πόσο αυτό ευσταθεί είναι όμως
αμφισβητούμενο και αυτό γιατί με τις δίκες, διώξεις, δολοφονίες κλπ μεγάλων και
σπουδαίων προσωπικοτήτων εκείνη την εποχή, καθώς και τα πάθη και τα μίση που
κατέτρωγαν τις σάρκες της Επανάστασης, είναι δύσκολο να διακρίνει ένας
ερευνητής την αλήθεια από την εμπάθεια και ειδικά σε περιστατικά όπως η
δολοφονία κάποιας επιφανούς προσωπικότητας.
Έτσι λοιπόν ο Ν. Γαλάτης έμεινε στην ιστορία ως ο
άνθρωπος που έδωσε νέα πνοή στους επαναστατικούς σκοπούς της επανάστασης και
σκοτώθηκε από μέλη με τα ίδια ιδεώδη. Το εάν ευσταθεί η άποψη ότι ήταν
αριβίστας και ήθελε εκβιάζοντας ακόμα και με την αποκάλυψη στους Τούρκους των
σκοπών της, ή αν απλά χρησιμοποιήθηκαν αργότερα ως δικαιολογία λάθη και κακές
συμπεριφορές του για να καλύψουν τους λόγους δολοφονίας του, είναι προς το
παρόν άγνωστο και ούτε είναι πιθανό να μάθουμε ποτέ, αφού λίγα είναι αυτά που
αποκαλύφθηκαν για την μυστική εταιρεία και ακόμα λιγότερα για τις όποιες
εσωτερικές έριδες ή διχογνωμίες.
Εκείνο που σε κάθε περίπτωση κρατάμε όμως είναι ότι μια
οργάνωση κατόρθωσε μέσα σε 7 χρόνια (1814-1821) να ενώσει χιλιάδες Ελλήνων κάτω
από τον ίδιο σκοπό.
Τα
προ της επανάστασης
Η Επανάσταση ασχέτως του αν είχε επαναστατικό πόθο ήταν
πολύ κακώς οργανωμένη. Αλλά και όχι χωρίς σημαντικούς λόγους. Ας εξηγήσω τι
εννοώ.
Όπως προανέφερα ο Ελλαδικός χώρος στέναζε κάτω από τον
Οθωμανικό ζυγό.
Αυτό όμως είναι μια απλή κουβέντα μπροστά στην
πραγματικότητα.
Η καθημερινή ασυδοσία των Οθωμανών που από τη μια ως
κατακτητές και απο την άλλη ως φέροντες μια άλλη μονοθεϊστική κοσμοαντίληψη με
υποτελείς ραγιάδες χωρίς ίσα δικαιώματα (κατ ουσίαν κανένα) σε σχέση με την
«μουσουλμανική ελίτ» ξαναγύρισαν την περιοχή της Μικράς Ασίας και της Ευρώπης
στην εποχή του πρώιμου Μεσαίωνα, όπου οι χριστιανορωμαίοι Αυτοκράτορες Ανατολής
και Δύσεως κυνηγούσαν μετά μανίας κάθε πιθανή και απίθανη εστία «ειδωλολατρών».
Κάτω από αυτές τις συνθήκες βέβαια, οποιαδήποτε ανοχή
στον κατακτητή ισοδυναμούσε (όπως το ίδιο θα ίσχυε και σήμερα) είτε με τρέλα
είτε με προδοσία.
Συνεπώς από τη στιγμή που ιδρύθηκε μια οργάνωση με σκοπό
την άμεση επανάσταση και σε αντιδιαστολή με άλλες εταιρείες οι οποίες ιδρύθηκαν
από ξένους ή έστω από το εξωτερικό και ελάχιστα είχαν να κάνουν με την
καθημερινότητα των υποδούλων (λχ «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον» στο Παρίσι που
ιδρύθηκε το 1809, η «Φιλόμουσος Εταιρεία» που ίδρυσαν οι Άγγλοι στην Αθήνα το
1813).
Έτσι λοιπόν, από την ίδρυσή της Φιλικής Εταιρείας, στην
ουσία ξεκινά να μετράει και ο χρόνος για τα πεπραγμένα της.
Όπως γίνεται αντιληπτό, είναι διαφορετική κατάσταση να
μιλάς για κάτι αορίστως και εντελώς διαφορετικό να θέτεις οργανωμένα την
επίτευξη ενός στόχου, όταν μάλιστα ιδρύεις μια εταιρεία, έναν οργανισμό κλπ.
Στην πρώτη περίπτωση, τα πάντα κινούνται στο επίπεδο του
ιδεατού, ενώ στη δεύτερη στο επίπεδο καθαρά πρακτικής εφαρμογής.
Παραπέρα, ιδρύοντας μια οργάνωση θέτεις σε κίνδυνο όχι
μόνο τους σκοπούς της αλλά και την ίδια σου τη ζωή, αφού οποιαδήποτε μαρτυρία
σε άσχετα ή και εχθρικά ώτα, δύναται να σε καταστήσει υπόδικο ή και
μελλοθάνατο.
Παραπέρα, με την είσοδο στην οργάνωση και νέων μελών,
μπορεί να μεγαλώνουν οι δυνατότητες της οργάνωσης αλλά μεγαλώνουν και οι
ευθύνες και οι κίνδυνοι.
Αυτό βέβαια σε συνδυασμό του ότι η οργάνωση αυτή, σε σντίθεση
με άλλες, δεν απευθύνεται σε μια «κοινότητα εκλεκτών», δηλαδή επιφανών αστών ή
επαρχιακών προυχόντων και πλουσίων, αλλά σε άτομα μιας ευρύτερης πολιτισμικής
ταυτότητας όπως οι Ελληνόφωνοι και μάλιστα τον απλό λαό, κατέστησε επικινδυνότατη
την ύπαρξή της, καθώς ο κίνδυνος να πληροφορηθούν οι Οθωμανοί τα πάντα, υπήρχε
κάθε μέρα!
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ήταν φυσιολογικό οι άνθρωποι
της εταιρείας, να σταματήσουν πλέον να θέτουν ως βασική προϋπόθεση την μύηση
νέων μελών και να αρχίσουν να θέτουν ως πρώτη προτεραιότητα την ασφάλεια τόσο
της ίδιας της εταιρείας και των σκοπών της, όσο και των μελών της.
Παραπέρα ως μεγαλύτερος κίνδυνος αυτών, δεν ήταν μόνο η
ασφάλεια των μελών της, αλλά η πιθανότητα οι Οθωμανοί, σε περίπτωση που αποκάλυπταν
τους σκοπούς της Εταιρείας και την έκταση της «συνομωσίας» να προχωρούσαν σε
επέκταση των διώξεων όχι μόνο στα μέλη, αλλά και στην ευρύτερη κοινότητα των Ελληνόφωνων,
δηλαδή το «Ρουμ μιλετ», με συνέπεια όχι μόνο να πληγεί ίσως και καίρια η θέση
των υπόδουλων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία με μια γενικευμένη γενοκτονία, αλλά
και να βρει τους ελληνόφωνους παντελώς ανέτοιμους σε περίπτωση αποκάλυψης και
αντιποίνων εκ μέρους των Τούρκων.
Ως εκ τούτου από κάποιο σημείο και μετά και ειδικά μετά
τον Απρίλιο του 1820 και την ανάληψη της αρχηγίας από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, η
Εταιρεία προχωρά όχι μόνο στην κατάστρωση σχεδίου για επανάσταση αλλά και
συζητά πλέον το χρόνο διεξαγωγής της. Το ρολόϊ της Επανάστασης πλέον μετά
αντίστροφα…
Επανάσταση
Σε γενικές γραμμές είναι γνωστά τα γεγονότα της
Επανάστασης, τα στάδια και τα εμπόδια μέσα από τα οποία πέρασε ώστε να
καταλήξει στην Ανακήρυξη του πρώτου Ελληνικού Κράτους το 1830.
Για τη «Φιλική Εταιρεία» να αναφέρω ότι η όποια
προετοιμασία έγινε, συμπεριλαμβάνοντας τα οικονομικά, στρατιωτικά, πολιτικά,
ζητήματα στελέχωσης κλπ, έγινε το πολύ μέσα σε τρία χρόνια, δηλαδή από το 1818
με την οικονομική ενίσχυση της Εταιρείας σημαντικών ευπόρων στελεχών.
Ωστόσο οργανωτικά, η όποια προετοιμασία έγινε μέσα σε ένα
χρόνο το πολύ (από το 1820).
Κάτι τέτοιο βέβαια είναι απόλυτα δικαιολογημένο,
λαμβάνοντας υπ όψη και τις προαναφερόμενες συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσαν
οι Φιλικοί και τα μέλη της.
Μέχρι κάποιο σημείο θεωρούνται κατανοητές οι αποφάσεις
που πήραν όταν βρέθηκαν στο δίλλημα, «υπομονή με κίνδυνο την αποκάλυψη» ή «επανάσταση
έστω και με κάποια ρίσκα»;
Βέβαια υπήρχε και η επιλογή η Εταιρεία να προχωρήσει
ευθύς εξ αρχής στην ελιτιστική μύηση προκειμένου να δημιουργήσει πιο στέρεες
οικονομικές βάσεις και περισσότερη επιρροή, αλλά πέραν του γεγονότος ότι
τέτοιες εταιρείες υπήρχαν ήδη στον Ελλαδικό χώρο και το εξωτερικό, οι ιδρυτές
της ανήκαν στα ριζοσπαστικά εκείνα στοιχεία τα οποία αναζητούσαν την άμεση
απαλλαγή των Ελλήνων από τους Οθωμανούς και όχι μεταθέτοντας την απελευθέρωσή
τους σε κάποιο «πλήρωμα» ενός αόριστου «χρόνου».
Από την άλλη είναι γνωστό ότι «ο πόλεμος ξεκινάει όταν
θέλεις αλλά δεν τελειώνει ποτέ όποτε το επιθυμείς».
Κατά συνέπεια όταν κάνεις πολεμική προπαρασκευή, είναι
σχεδόν πάντα αβέβαιο το πότε θα τελειώσει ο πόλεμος, πράγμα που με απλά λόγια
σημαίνει πώς είτε για έναν χρόνο κάνεις είτε για δύο είτε για δέκα, το πώς θα
εξελιχθούν τα πράγματα είναι αβέβαιο και η πιθανότητα να ξεμείνεις από πόρους,
πολεμοφόδια και έμψυχο υλικό πολύ πιθανή.
Αν λοιπόν για κάθε πόλεμο οι άνθρωποι σκέφτονταν τη φθορά
και τα ρίσκα, τότε είναι μαθηματικώς βέβαιο ότι ελάχιστοι πόλεμοι θα είχαν
γίνει στην ανθρωπότητα και αυτό πάλι αβέβαιο είναι.
Από την άλλη οι ξένοι, φαινόταν ότι δεν θα βοηθήσουν
ποτέ. Αυτό δεν αποτελεί απλά μια άποψη κάποιων, αλλά ένα γενικευμένο συναίσθημα
που διακατείχε τους Έλληνες εκείνης της εποχής και όχι άδικα.
Οι Γερμανόφωνοι και τα λατινόφωνα υποχείριά τους από τη
μια ως «Δύση» και η, Ορθόδοξη μεν Σλαβική δε, Ρωσία ως Ανατολή, κατ’ επανάληψη
από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης και μετά, όχι απλά αδιαφόρησαν για την τύχη
των Ελληνόφωνων του Ελλαδικού χώρου αλλά και τους χρησιμοποίησαν για ιδιοτελείς
σκοπούς.
Ακόμα και ορισμένες προσωπικότητες που εμφανίστηκαν στη
Δύση, είτε Έλληνες είτε ξένοι (ως φιλέλληνες), οι όποιες εκκλήσεις τους ή και
προσπάθειές τους για βοήθεια προς τους επαναστατημένους Έλληνες κάμφθηκαν κάτω
από το βάρος της αδιαφορίας της Γερμανικής ή Γερμανόφωνης Ευρώπης και των
Λατινικών υποτελών κρατιδίων τους, της Ιταλίας και της Ισπανίας, γιατί έτσι κι
αλλιώς ποιος θα ήθελε να επαναφέρει στο ιστορικό προσκήνιο τους
Ανατολικορωμαίους αλλόδοξους και υπερόπτες (κατ’ αυτούς);
Επίσης να αναφέρω και το γεγονός ότι οι ξένοι, όχι μόνο
πριν την Επανάσταση, όχι μόνο κατά τη διάρκειά της αλλά και μετά και μέχρι
σήμερα, ουδέποτε θεώρησαν και θεωρούν τους Έλληνες ως απόγονους των αρχαίων
Ελλήνων.
Για τους Γερμανούς της Δύσεως όπως και εν πολλοίς για
τους γερμανίζοντες Λατίνους, αυτό που αποκαλείται σήμερα Ελλάδα, αποτελείται
από Σλάβους, Βλάχους,, Τούρκους και Αρβανίτες που απλά… επιμένουν να
ονομάζονται Έλληνες.
Για τους Γερμανούς λοιπόν, οι Έλληνες απλά δεν υπάρχουν
και αυτή τους την θέση, την απέδειξαν τόσο κατά το παρελθόν με την πολιτική
τους, με τα γραπτά τους, όσο και σήμερα με τις δηλώσεις τους που δεν χάνουν
ευκαιρία να μας κάνουν μαθήματα εθνολογίας και φυλετισμού όταν κάτι στους
σύγχρονους Έλληνες δεν τους αρέσει. Από το να στραβοπατήσει κάποιος τουρίστας
τους σε κάποια λακκούβα κάποιου Ελληνικού δρόμου, μέχρι διμερή θέματα και την
οικονομία, η μόνιμη επωδός τους είναι το «εσείς ανήκετε στην Τουρκία» και η
χλεύη ότι «Οι πρόγονοί σας δεν ήταν οι αρχαίοι Έλληνες»…
Όπως αντιλαμβάνεστε λοιπόν ότι περίπου ισχύει τώρα, ίσχυε
και τότε. Χειρότερα βέβαια από την άποψη ήταν η τότε κατάσταση των υπόδουλων αφού
δεν υπήρχε καν κράτος για να τους καταμαρτυρήσουν κάτι.
Για την ακρίβεια όταν άκουσαν ότι κάποιοι Έλληνες κάνουν
Επανάσταση έμειναν αμήχανοι με τον Μέτερνιχ να αναφέρει «Μα οι Έλληνες δεν
υπάρχουν πια»…
Διαφορετικές πεποιθήσεις αλλά με το ίδιο αποτέλεσμα πάντα
είχαν οι Ρώσοι. Αν και οι Ρώσοι σε γενικές γραμμές παρουσιάζονταν ως θερμοί
φιλέλληνες, η πολιτική τους ήταν το ίδιο αν όχι πιο ψυχρή και από των Δυτικών.
Αν και βοήθησαν μεμονωμένα άτομα για την ανέλιξή τους στη
Ρωσική κοινωνία, σε κρατικά πόστα κλπ, για τους υπόδουλους, η στάση τους ήταν
ψυχρή και καθαρά υπολογιστική.
Παρά το ότι επανειλημμένως κατά το παρελθόν οι Έλληνες
διακινδύνευσαν τη θέση τους έναντι των Οθωμανών βοηθώντας του Ρώσους, οι Ρώσοι
μέχρι και την Επανάσταση ουδέποτε διακινδύνευσαν τη θέση τους για τους Έλληνες.
Με άλλα λόγια δηλαδή ορθώς οι Φιλικοί αδιαφόρησαν για τις
παραινέσεις του Καποδίστρια ο οποίος τους παρέπεμπε εν ευθέτω χρόνω για την
ελευθερία τους, διότι αν περίμεναν κάποιον ρώσο αξιωματούχο ακόμα και Ελληνικής
καταγωγής όπως ο Καποδίστριας να τους πει «εμπρός κινηθείτε κι εμείς είμαστε
μαζί σας», το πιθανότερο είναι να… είχε ανακαλυφθεί πρώτα πλανήτης με ζωή και
μετά να απελευθερωθούν οι υπόδουλοι…
Μάλιστα για τους Ρώσους δεν θα πρέπει να ξεχνάμε την
Πανσλαβική προπαγάνδα και την αφύπνιση των Βουλγάρων στα τέλη του 19ου
αιώνα όταν ρώσοι παπάδες περιδιάβαιναν την Θρακική ύπαιθρο υπενθυμίζοντάς τους
την ιστορία τους και την καταγωγή τους από την περίοδο των Ασάν, του Βόρι και
του Σαμουήλ…
Στο πλαίσιο αυτό λοιπόν ορθώς όπως απεδείχθη οι Έλληνες
αποφάσισαν να ξεκινήσουν έστω και μόνο τους την Επανάσταση έστω και αν
διακινδυνεύονταν όλα. Κάτι που ορθώς εκφράστηκε με το σύνθημα «Ελευθερία ή Θάνατος».
Γενικότερη
αξιολόγηση της Επανάστασης
Δεν θα σταθώ στην αναφορά των γεγονότων κατά χρονολογική
σειρά αφού σκοπός του παρόντος δεν είναι η εξιστόρηση αλλά η αξιολόγηση αλλά
και η επισήμανση κάποιων σκοτεινών ή έστω ασαφών πτυχών της
Για το λόγο αυτό θα αναφερθώ στα σημεία που θεωρώ ότι
αξίζουν να παρατεθούν και τα οποία συμπληρώνουν πιθανά κενά.
Για τα ερωτήματα που τίθενται κατά καιρούς από διαφόρους
σχετικά με την Επανάσταση οι απαντήσεις που, εκ των γεγονότων και των στοιχείων,
δίδονται είναι οι εξής:
1.Το
πρώτο ερώτημα που φυσικά τίθεται είναι το αν υπάρχει όντως Ελληνικό έθνος και
κατά πόσο ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα η ύπαρξη και πολύ περισσότερο
δημιουργία ενός κράτους υπό την επωνυμία «Ελληνικού» όταν ο όρος (υποτίθεται
οτι) είχε χαθεί ως επίθετο ενός λαού για πάνω από μιάμιση χιλιετία πριν.
Σε αυτό το ερώτημα οι απαντήσεις ποικίλλουν. Κατά πρώτον
να πούμε ότι οι Έλληνες από αρχαιοτάτων χρόνων είχαν πλήθος ονομάτων. Το ίδιο
συνέβαινε και στην Α.Ρ.Α. όπου σε κείμενα αλλού διαβάζουμε να χρησιμοποιείται ο
όρος Έλληνες, αλλού ο όρος Ρωμαίοι. Οι ίδιοι πίστευαν ότι είναι Ρωμαίοι που
ομιλούσαν όμως Ελληνική γλώσσα. Πλήθος απόψεων έχει κατατεθεί πάνω σε αυτό ήδη
από τότε. Το ίδιο συνέβαινε και επι Τουρκοκρατίας.
Έπειτα εκτός του ότι με τους
εποικισμούς και τις σφαγές δεν εξαφανίστηκαν οι Έλληνες, πρέπει να καταλάβουν
ορισμένοι ότι ναι μεν υπήρχαν εγκαταστάσεις πληθυσμών στην Ελλάδα, αλλά υπήρχε
και η παρουσία Ελλήνων στις μεγάλες πόλεις όπως και τα χωριά. Για το λόγο αυτό
η ελληνοφωνία άλλωστε παρέμεινε σε ισχύ, όταν για παράδειγμα η Βρετανία, μόνο
Βρετανία δεν είναι αφού η συντριπτική πλειοψηφία ομιλούν Σαξονικά, δηλαδή
Γερμανική διάλεκτο!
Ακόμα και η γλώσσα πολλών χωρών με Κελτική καταγωγή
πληθυσμούς όπως οι Ιρλανδοί, οι Σκώτοι και οι Ουαλλοί, ομιλούν εν πολλοίς
Σαξονικά. Και μιλάμε για μια χώρα που υπερηφανεύεται ότι έχει να δεχτεί εισβολή
1000 χρόνια (από το 1066 μκχ).
Την ώρα λοιπόν που η γλώσσα σε ολόκληρες περιοχές της
Ευρώπης άλλαξε, αν όχι τελείως, σε μεγάλο βαθμό από τους Γερμανούς ή/και τους
Σλάβους, υπάρχουν επιτήδειοι που θεωρούν ότι οι Έλληνες δεν είναι Έλληνες και
ας ομιλούν Ελληνικά…
Επίσης ρόλο παίζει και το τι θεωρούμε ως Έθνος και πώς το
περιγράφουμε. Αν λάβουμε υπόψη τις απόψεις αυτών που περιγράφουν τους Έλληνες
ως μίγμα Σλάβων, Αρβανιτών, Τούρκων κλπ και το δούμε το θέμα από την «Γερμανική»
(κατ ουσίαν) οπτική, τότε εν μέρει ΝΑΙ οι Έλληνες δεν είναι Έλληνες (φυλετικά,
δηλαδή "Γερμανικά" πάντα όπως προέγραψα).
Αυτό όμως ακόμα κι έτσι μπορεί μεν να
σημαίνει δυό τρία πραγματάκια αλλά τίποτα το ουσιαστικό. Γιατί αυτό; Για τον
απλούστατο λόγο ότι:
Α. Κατά πρώτον οι όποιες εγκαταστάσεις ξένων (Σλάβων, Αρβανιτών κλπ) έγιναν μεν σε περιοχές που υπήρχαν ερημώσεις αλλά αυτό δεν σημαίνει οτι ο Ελλαδικός χώρος ήταν άδειος! Έλληνες υπήρχαν, κυρίως στα αστικά κέντρα αλλά και σε περιοχές ασφαλείς. Οι δε ερημώσεις είχαν συμβεί τόσο εξαιτίας πανδημιών, καταστροφικών πολέμων/επιδρομών όσο και λόγω της φυγής των κατοίκων σε πιο ασφαλείς περιοχές και κυριως ορεινές, δυσπρόσιτες και οχυρωμένες. Αν και αρχικά οι πληθυσμοί αυτοί ζούσαν ξεχωριστά, με το διάβα των αιώνων, τόσο μέσα πο την Τουρκοκρατία, όσο και αργότερα επήλθε όσμωση σε βαθμό τέτοιο ώστε ακόμα και οπλαρχηγοί, προεστοί κλπ με ξένη αταγωγή να έχουν Ελληνική συνείδηση. Ο φυλετισμός λοιπόν των ημερών μας τι σχέση μπορεί να έχει;
Β. Έτσι κι αλλιώς, ούτε στον αρχαίο κόσμο ΔΕΝ ζητούσαν
φυλετικά… «διαπιστευτήρια» για το αν κατάγεσαι ή όχι από τους αρχαίους Έλληνες.
Ακόμα και στους Ολυμπιακούς Αγώνες, όπου οι Ελλανοδίκες ζητούσαν ενός είδους
«διαπιστευτήριο» (περίπτωση που την χρησιμοποιούν κατά κόρον οι πάσης φύσεως
«εθνικιστές») αυτό γινόταν με βάση την ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ της κάθε πόλεως ή Βασιλείου ή
προσώπου που ζητούσαν να συμμετέχουν και όχι… δείγμα από DNA…
Γ. Από την εποχή των Αλεξανδρινών χρόνων (για να μην
αναφερθώ και πιο πριν στις πόλεις-κράτη που υπήρχαν διάσπαρτες σε όλη την
Μεσογειακή λεκάνη από την Ισπανία μέχρι τον Εύξεινο Πόντο) και μετά η επιμιξία
των Ελλήνων με «άλλους» έτσι κι αλλιώς ήταν τέτοια κατά την οποία ένας Γερμανός
θα μπορούσε κάλλιστα ακόμα και τότε να ισχυριστεί ότι οι Έλληνες πχ του 1ου
αι. μκχ ή και πιο πριν… δεν ήταν Έλληνες!
Δ. Συνεπώς ο αρχαίος κόσμος δεν θεωρούσε ως κριτήριο
γενεαλογικής κατάταξης το DNA
αλλά τον πολιτισμό που έφερε κάποιος, δηλαδή τον τρόπο που μίλαγε, που
συμπεριφερόταν, που σκεπτόταν και με βάση αυτά τα έργα του.
Το ίδιο βέβαια συνέβαινε όχι μόνο στην αρχαιότητα, όχι
μόνο μέχρι τον Ύστερο Μεσαίωνα αλλά μέχρι και μετά τους Ναπολεόντειους πολέμους
και με τον ίδιο τρόπο ΑΚΡΙΒΩΣ έκριναν ως Γερμανούς, Άγγλους, Γάλλους, Σλάβους,
Τούρκους κλπ. Αυτό βέβαια σημαίνει ότι αν απαντήσουμε με το κριτήριο του DNA που θέτουν οι επικριτές των Ελλήνων θα
πρέπει να θεωρήσουμε ότι ούτε οι ίδιοι είναι αυτό που ισχυρίζονται ότι είναι,
διότι εισβολές, εγκαταστάσεις πληθυσμών κλπ είχαν κατά κόρον και στην υπόλοιπη
Ευρώπη και την Ασία και λιγότερες στην περιοχή στην οποία τουλάχιστον υπήρχε κράτος (έστω και θεοκρατικό) και η κατάσταση ήταν κάπως πιο ελεγχόμενη σε σχέση με τη Δυτική, την Κεντρική ή την Ανατολική Ευρώπη, όπου την εποχή των μεταναστεύσεων κράτη δεν υπήρχαν καν...
Επίσης ένα άλλο χαρακτηριστικό είναι η Ελληνοφωνία οποία όχι απλά δεν επηρεάστηκε και δεν χάθηκε
αλλά παρά τις όποιες αλλιώσεις κατάφερε να επηρεάσει. Το ποια η σημασία αυτού
του γεγονότος, δείτε ως παράδειγμα την Γερμανοφωνία και την Σλαβοφωνία σε άλλες
περιοχές της Ευρώπης και αντιπαραβάλλετε…
Παράλληλα οφείλει ο καθένας σέβεται τον αυτοπροσδιορισμό
του καθενός, ομοίως όπως θέλουν και οι ίδιοι να σέβονται τα «πιστεύω» τους. Συνεπώς αν κάποιος έλκει την καταγωγή του
από κάπου αλλά αισθάνεται Έλληνας, τι τους πειράζει;
Όταν λοιπόν έχουμε λαούς που συνδέουν την ιστορική τους
ύπαρξη με άλλους λαούς αρχαιότερούς των, μόνο και μόνο επειδή ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΑ έτυχε να ζήσουν στον ίδιο χώρο, είναι
τουλάχιστον υποκριτικό να προσπαθούν με διάφορα μέσα να προσπαθούν να υποσκελίσουν
την ιστορική συνέχεια ενός λαού που ακόμα και αν ο πολιτισμός του άλλαξε ή αλλοιώθηκε
από το χθες μέχρι το σήμερα, αυτό δε σημαίνει ότι είναι επήλυδες… Το οποίο
ακόμα και να ίσχυε ΠΑΛΙ δεν σημαίνει τίποτε (βλέπε για παράδειγμα σημερινή
Αγγλία, Γαλλία κ.α.)
Άρα λοιπόν απαντώντας με βάση το ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ και
όχι το φυλετικό, θα πρέπει να πούμε ότι ΝΑΙ… υπήρξε Ελληνικό Έθνος και αυτό
επαναστάτησε εναντίον των Τούρκων.
2.Το
αμέσως επόμενο ερώτημα είναι το αν και κατά πόσο η Ελληνική Επανάσταση του 1821
ήταν ένα αυτούσιο λαϊκό απελευθερωτικό κίνημα ενός Έθνους ή υποκινούμενο από
ξένους ή έστω κάτι άλλο που στο διάβα του «αλλοιώθηκε» σε εθνικοαπελευθερωτικό.
Με βάση τα γεγονότα και τις μαρτυρίες της εποχής, ως
γενικό συμπέρασμα εξάγεται ότι καμιά από τις υπάρχουσες τότε «Μεγάλες
Δυνάμεις», δηλαδή την Ρωσία, την Αυστρία, την Αγγλία, τη Γαλλία κλπ ήθελαν την
δημιουργία ανεξάρτητου κράτους και πολύ περισσότερο μη Γερμανικού όχι απλά στα
εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και γενικά στην Ευρώπη.
Συνηθίζεται να λέγεται ή να γράφεται ότι αυτό έγινε διότι
απλά οι Ευρωπαίοι με προεξάρχοντα τον Μέτερνιχ, «δεν ήθελαν επαναστατικά
κινήματα» ή ότι «υπήρχε ο φόβος ανατροπής των ευρωπαϊκών μοναρχιών». Αυτό αντανακλά
μέρος μόνον της αλήθειας.
Η πραγματικότητα έχει ως εξής. Παρατηρήστε στο χάρτη της
εποχής… Βλέπετε πουθενά πάσης φύσεως Γερμανικούς/Γερμανίζοντες/Γερμανόφωνους
κτλ υπόδουλους σε κάποιον μη Γερμανό; Η μοναδική εξαίρεση αποτελεί η Ρωσία και
αυτό πάλι είναι πολύ σχετικό αφού κι εκεί ακόμα (Πολωνία, Βαλτικές χώρες,
Ουκρανία κλπ) δεν υπάρχουν Γερμανοί ή Γερμανόφωνοι αλλά ένας αγώνας δρόμου με
τη Ρωσία για το ποιος θα προσεταιριστεί με κάθε τρόπο (πολιτισμικά, γλωσσικά,
θρησκευτικά, πολιτικά κλπ) τους υπάρχοντες και κατά κύριο λόγο Σλαβικούς ή έστω
Σλαβόφωνους πληθυσμούς της Ανατολικής Ευρώπης… Και αυτό μετά το 1700 και τη
δημιουργία της Ρωσία του «Μεγάλου Πέτρου» και κυρίως μετά τους Ναπολεόντειους
Πολέμους.
Άρα λοιπόν οι πολιτικές ηγεσίες της Ευρώπης, εξ αρχής,
ήταν παντελώς αδιάφορες για πληθυσμούς που δεν ανήκαν στην δική τους σφαίρα
επιρροής ή έστω σε πληθυσμούς που ήξεραν ότι δεν μπορούσαν να έχουν υπό την
επιρροή τους (και πολύ περισσότερο να τους θεωρήσουν ως «δικούς τους») αφού
είχαν διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο και άρα τους ήταν τουλάχιστον αδιάφοροι
αν όχι «εχθρικοί» (πάντα κατ’ αυτούς βέβαια).
Εδώ όμως πρέπει να διαχωρίσουμε τους ξένους. Άλλο οι
πολιτικές ηγεσίες και άλλο οι κοινωνίες τις οποίες κυβερνούν.
Οι κοινωνίες και κυρίως οι Δυτικές, διαποτισμένες από έναν
έστω και επιφανειακό και ψευδή «φιλελληνισμό», αλλά και από ένα
αντι-απολυταρχικό και φιλελεύθερο πνεύμα μετά τη Γαλλική Επανάσταση και τους
Ναπολεόντειους είδαν σε έναν μεγάλο βαθμό θετικά (από κάποιο σημείο και μετά)
την Ελληνική Επανάσταση. Οπότε είτε γιατί «είδαν» καταπιεσμένους Έλληνες εναντίον
βαρβάρων, είτε γιατί είδαν Χριστιανούς εναντίον Μωαμεθανών είτε γιατί είδαν
φιλελεύθερους εναντίον δεσποτικών τέθηκαν εν πολλοίς με το μέρος τους έστω και
αν ουκ ολίγοι εξ αυτών όχι μόνο δεν συνεισέφεραν κάτι αλλά τουναντίον έβλαψαν
την Επανάσταση.
Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε κάτι πολύ βασικό, το γεγονός
ότι προ της Ελληνικής Επανάστασης υπήρξαν άλλες 26 (!) στον αριθμό επαναστάσεις
και εξεγέρσεις εναντίον των Οθωμανών.
Συνεπώς, κανένας ξένος δεν ήθελε και κανένας ξένος δεν
οργάνωσε την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Η Ελληνική Επανάσταση ήταν γέννημα
-θρέμμα του Ελληνικού λαού και έγινε όχι επειδή την ήθελε κάποιος ξένος αλλά
αντιθέτως παρά τη θέλησή τους.
3.Βοήθησαν
οι ξένοι σε βαθμό ώστε να πούμε ότι αν δεν ήταν εκείνοι δεν θα μπορούσε να
υπάρξει νεοελληνικό κράτος;
Εδώ χρειάζονται περισσότερο στρατιωτικές γνώσεις παρά
γνώσεις ιστορίας ή πολιτικής.
Ωστόσο ακόμα κι έτσι, η ύπαρξη συμμαχιών ή έστω
βοήθειας (εν κρυπτώ ή φανερά) εντάσσεται μέσα στο γενικότερο πλαίσιο άσκησης
γεωπολιτικής στρατηγικής. Αν λαμβάναμε υπόψη την παιδιάστικη άποψη ότι οι
Έλληνες «χρωστάνε» την ύπαρξή τους στους Άγγλους τους Γάλλους και τους Ρώσους
επειδή (από κάποιο σημείο και μετά και όχι εξ αρχής) βοήθησαν πολιτικά και
μάλιστα στρατιωτικά την Ελλάδα.
Τότε θα έπρεπε να πούμε ότι και η ύπαρξη πολλών
σύγχρονων κρατών της περιοχής βασίζεται σε μεγάλο βαθμό αν όχι αποκλειστικά στη
στήριξη Δυτικών κρατών, για να μην πω ότι και οι σημερινές μεγάλες δυνάμεις
οφείλουν την ύπαρξή τους, κάποτε, στη συμμαχία με κάποια άλλα κράτη (δυνάμεις
της εποχής) με τα οποία συμμάχησαν.
Άλλωστε να μην ξεχνάμε ότι από κάποιο
σημείο και μετά ούτε οι Τούρκοι μπορούσαν να καταπνίξουν την Επανάσταση και γι
αυτό ζήτησαν την συνδρομή της Αιγύπτου (πέραν του ότι συμμάχησαν και με άλλες
φυλές εντός των συνόρων τους εναντίον των Ελλήνων όπως οι Τουρκαλβανοί).
Συνεπώς οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι των Ελλήνων νίκησαν τους Αιγύπτιους συμμάχους του
Σουλτάνου…
Αλλά αυτό δεν είναι κριτήριο ικανότητας ή ανικανότητας
ενός ηγέτη ή πολύ περισσότερο ενός λαού. Αυτό λέγεται ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Τα άλλα είναι
απλά προπαγάνδα και μάλιστα… όχι «καλής ποιότητας»…
4.
Έπρεπε να γίνει η Ελληνική Επανάσταση ή ήταν ένα «λάθος» που καθοδηγήθηκε από
πρόσωπα και καταστάσεις της εποχής;
Εξαρτάται το τι θεωρεί ο καθένας ως «καλό». Εάν κάποιος
θεωρεί καλό το να ζεις ως υπήκοος χωρίς ίσα δικαιώματα με μια φυλή, με άλλα
έθιμα, παραδόσεις γλώσσα και νοοτροπία (υπό ζυγό δηλαδή) και η οποία όχι μόνο
δεν είναι ανεκτική αλλά έχει θεσμοθετημένα αυτό που λέμε «ρατσιστικούς» νόμους
με τους οποίους καθορίζει το πώς θα ζει κάθε φυλή μέσα στα όρια του κράτους,
τότε βέβαια η Ελληνική Επανάσταση «κακώς έγινε». Αλλά σε (αμπελο)φιλοσοφικό
επίπεδο… Πάμε τώρα και σε απόλυτα πραγματιστικό…
Οι Οθωμανοί, ως απόγονοι των Σελτζούκων από το 1071 και
μετά έφθειραν σε τέτοιο σημείο τους Ελληνόφωνους πληθυσμούς στην Μικρά Ασία,
ώστε ήδη τον 15ο αιώνα μκχ οι ίδιοι οι χριστιανοί προβατάρχες
(=ποιμενάρχες)… ανέκραζαν οικτιρμούς για την απώλεια επισκοπών και μητροπόλεων
της έσω Μικράς Ασίας λόγω εξισλαμισμών με αποτέλεσμα Ελληνόφωνοι χριστιανοί να
υπάρχουν μόνο στην παραλία της Μικράς Ασίας την επί του Αιγαίου. Βέβαια είναι
άξιο απορίας του πώς περίμεναν οι χριστιανοί θεοκράτες να ΜΗΝ χάνεται η
ελληνοφωνία, σε έναν πληθυσμό που δεν ήξερε όχι από επιστήμες και φιλοσοφία
αλλά ούτε καν να διαβάζει το χριστιανικό Ευαγγέλιο, το οποίο βέβαια δεν
διαπαιδαγωγεί Ελληνικά…
Με άλλα λόγια, η άποψη που θέλει να κρίνει την Ελληνική
Επανάσταση ως «κακώς γενόμενη» και ακόμα περισσότερο ως «κακώς επιτυχούσα» δεν
στηρίζεται ούτε καν με βάση σύγχρονα πολυπολιτισμικά ή άλλα κριτήρια. Εάν δεν
συνέβαινε, σε 50 ή το πολύ σε 100 χρόνια είναι ζήτημα εάν θα υπήρχαν πλέον
Έλληνες όχι γενικά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ή επί των ευρωπαϊκών εδαφών αλλά
και στην κυρίως Ελλάδα όπως η Πελοπόννησος, η Στερεά Ελλάδα ή οι Κυκλάδες.
Από τη μια οι βίαιοι εξισλαμισμοί και η άνιση
αντιμετώπιση των μη μουσουλμάνων και αφετέρου η σταδιακή πληθυσμιακή αύξηση των
μουσουλμάνων, είναι μαθηματικώς βέβαιο ότι θα καθιστούσε μια εξέγερση όχι απλά
σχεδόν αδύνατο να συμβεί, αλλά και σίγουρα καταστροφική, αφού η συντριπτική
υπεροχή των Οθωμανών σε στρατό και εφεδρείες θα διαμόρφωνε μια ανάλογη
κατάσταση με αυτήν του 1821 στην Μακεδονία και την Θράκη, όπου εκεί η
πληθυσμιακή αναλογία και η εγγύτητα των μεγάλων αστικών όπου στεγαζόταν και ο
Οθωμανικός κρατικός μηχανισμός, κατέστησε αδύνατη την οποιαδήποτε επικράτηση
της επανάστασης και ει μη, την πλήρη ανυπαρξία αντιστασιακών εξεγέρσεων. Και
φυσικά ας μην ξεχνάμε το φόβο των αντιποίνων που πάντα δρα ανασταλτικά…
Με άλλα λόγια αυτοί που κατηγορούν παντί τρόπω την
Επανάσταση, δεν είναι τίποτα άλλο από έμμεσους ή και άμεσους υποστηρικτές
αιμοσταγών απολυταρχών (Σουλτάνων) που η πολιτική τους έγινε παράδειγμα προς
μίμηση άλλων απολυταρχιών (Γερμανών) και παραπέρα ολοκληρωτικών καθεστώτων που
τον 20ο αιώνα αιματοκύλισαν με την ίδια αλλά… πιο εξελιγμένη μέθοδο,
πληθυσμιακές ομάδες εκατομμυρίων ανθρώπων… «Να τους χαίρονται» λοιπόν…
5.Κατά
πόσο δικαιούνται οι σύγχρονοι Έλληνες να διατείνονται ότι είναι Έλληνες αφού
δεν φέρουν τα ήθη και τα έθιμα των αρχαίων μας προγόνων με πρώτιστο απ’ όλα την
λατρεία, η οποία είναι επιβληθείσα επί Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας
(Α.Ρ.Α.);
Το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι επί Α.Ρ.Α. αλλά και
Οθωμανικής κατάκτησης έχουμε πολιτισμική «αλλοίωση» υπό την έννοια όχι βέβαια
κάποιας αργής και φυσικής εξέλιξης του Ελληνικού πολιτισμού, αλλά με βίαιη
παρεμβολή δύο ξένων κατά βάση κοσμοθεωριών, θεωρώ ότι δεν μπορεί καθ’
οιονδήποτε τρόπο να δώσει το δικαίωμα σε οποιονδήποτε μη ελληνόφωνο άνθρωπο ή
ομάδα ανθρώπων να ετεροπροσδιορίζουν.
Εάν οι άνθρωποι αυτοί ήταν φορείς, ΚΑΠΟΙΩΝ έστω,
πολιτισμικών χαρακτηριστικών των Ελλήνων (και εδώ αναφέρομαι σε Έλληνες από τα
πανάρχαια χρόνια μέχρι και τον πρώιμο Μεσαίωνα), τότε βέβαια θα μπορούσε να
υποτεθεί ότι έχουν κάποια βάσιμη αιτία αμφισβήτησης.
Αυτό όμως είναι σχετικό και πολύ επιφανειακό. Έχουμε το
επιστημονικό κομμάτι της υπόθεσης και βέβαια το καθαρά πολιτικό.
Επιστημονικά
λοιπόν και με βάση του ποιος μπορεί να θεωρεί εαυτόν κληρονόμο ενός πολιτισμού
οι απόψεις όχι απλά διίστανται αλλά (πλέον) και ποικίλουν.
Ασχέτως βέβαια του τι θεωρείται «μόδα της εποχής» ένα
άτομο είναι κληρονόμος ενός πολιτισμού όταν αποτελεί μέλος της κοινωνίας,
συμμετέχει και συμπάσχει με τα κοινωνικά δρώμενα, τα ήθη και τα έθιμα του λαού
του και φυσικά φέρεται κατά τα ειωθότα της κοινωνίας μέσα στην οποία ζει.
Βέβαια εδώ υπεισέρχεται και ο υποκειμενικός παράγοντας του τι εννοούμε για
παράδειγμα «ειωθότα της κοινωνίας»… Όμως εδώ μιλάμε με το γενικό μέσο όρο. Το
αν και κατά πόσο ένα άτομο παρεκκλίνει ή μια κοινωνία δεν είναι κλειστή ώστε να
δέχεται επιρροές από άλλους πολιτισμούς κλπ δεν έχει να κάνει με το τι
θεωρείται αντικειμενικά πραγματικό αλλά με το τι έχει θέσει η εν λόγω κοινωνία
ως προτεραιότητα και κυρίως με το τι έχουν θεωρήσει ως προτεραιότητα οι
κυβερνήτες της καθώς και οι οικονομικοί και πνευματικοί της ταγοί.
Κάθε λαός παράγει πολιτισμό. Επίσης κάθε λαός έχει
διαφορετικό πολιτισμό και εάν ακόμα δέχεται (πολλές ή λίγες) επιρροές από
άλλους, τον «χρωματίζει» με τα δικά του μοναδικά στοιχεία όπως ακριβώς και οι
άνθρωποι ως μονάδες.
Ωστόσο, στις σύγχρονες «παγκοσμιοποιημένες» κοινωνίες, η
ιδιαιτερότητα τείνει να χαθεί όχι επειδή ο πολιτισμός δεν έχει πια σημασία,
αλλά γιατί οι ελιτ έχουν καθορίσει άλλες προτεραιότητες (εμπόριο-χρήμα) και ως
εκ τούτου η παραγωγή πολιτισμού ετέθη σε δεύτερη ή καλύτερα σε τελευταία μοίρα.
Άλλο όμως αυτό και άλλο η πραγματικότητα. Η «μόδα»
περνάει. Η φύση… «συνήθως» όχι…
Αυτό σημαίνει πολύ απλά ότι για πολλά χρόνια ακόμα, ίσως
να μην δούμε σπουδαία θεατρικά έργα, λογοτεχνία, φιλοσοφικούς στοχασμούς,
κλασσική βιβλιογραφία, ενάρετους καλλιτέχνες, ηθοποιούς, συγγραφείς και
επιστήμονες, μπορεί να μην δούμε ευγενείς πλουσίους - αληθινούς «Μαικήνες» των
τεχνών και των επιστημών, θα δούμε όμως έστω πρωτοποριακούς επιστήμονες που
ανοίγουν νέους δρόμους στην επιστήμη, όχι βέβαια γιατί έτσι εξυπηρετείται η
παραγωγή πολιτισμού, αλλά γιατί έτσι εξυπηρετείται η… «τσέπη» των πολυεθνικών
(και όχι μόνο).
Ως εκ τούτου λοιπόν ο λαός που κατοικεί σήμερα σε αυτή τη
χώρα, μπορεί να θεωρεί τον εαυτό του Έλληνα, αφού η γλώσσα του τον διαφοροποιεί
εκ των πραγμάτων από τους γύρω λαούς. Επίσης των διαφοροποιούν και οι
παραδόσεις του, τα ήθη και τα έθιμά του χωρίς ωστόσο αυτά να αποτελούν
αντικειμενικά κριτήρια διαφοροποίησης, αφού ανα τους αιώνες, οι Έλληνες έχουν
συνυπάρξει με πλήθος λαών δίνοντας και παίρνοντας στοιχεία.
Από κει και πέρα οι όποιες επικρίσεις που έχουν σχέση με
τους συγκριτισμούς με την αρχαιότητα είναι άτοποι δεδομένου ότι ο λαός αυτός
έχει ζήσει για πάνω από 2.000 χρόνια σε τρεις πολυεθνικές αυτοκρατορίες. Είναι
λογικό λοιπόν ήθη και έθιμά του να ετεξελίστηκαν όπως και λογικό το να έχει
«πάρει» (όπως και να «δώσει») στοιχεία από άλλους.
Επίσης να αναφερθώ στο «θέμα» DNA. Ο παράγοντας αυτός, ο οποίος μας ήρθε
την τελευταία εκατονταετία μαζί με την εξέλιξη της ιατρικής επιστήμης, ελάχιστα
έχει να κάνει με το θέμα του αυτοπροσδιορισμού.
Ανά τους αιώνες λαοί διασκορπίστηκαν ή επεκτάθηκαν προς
διάφορες κατευθύνσεις. Εκείνο όμως πάντα που προκαθόριζε τον πολιτισμό που
φέρει το κάθε άτομο ήταν το πόσο στενά δεμένο ήταν με την παράδοση του τόπου
του και κυρίως της κοινωνίας μέσα στην οποία μεγάλωνε και ανατρεφόταν.
Έτσι λοιπόν από την προϊστορία του ανθρώπου και μέχρι
πρόσφατα, ο πολιτισμός ήταν αυτός
που καθόριζε το τι είσαι και όχι κάποια ομάδα αίματος. Ομάδες αίματος μπορούν
να βρεθούν πολλές μεταξύ ανθρώπων διαφορετικών, υποτίθεται, εθνικοτήτων.
Άρα θεωρώ όχι απλά περιττό, αλλά και βλακώδες για την
ανθρωπότητα να ασχολείται με το «αίμα» του κάθε ανθρώπου, όταν άνθρωποι ακόμα
και του ίδιου αίματος δηλώνουν υπερήφανα το… διαφορετικό πολιτισμικό τους
υπόβαθρο.
Εν προκειμένω λοιπόν είναι κωμικό να βλέπουμε εθνικιστές
να κομπορρημονούνε για τη φυλετική τους
καταγωγή όταν όχι απλά χριστιανισμός και Ισλάμ διαμόρφωσαν για αιώνες τον κόσμο
πάνω σε «οικουμενιστικά» πρότυπα, αλλά και οι ίδιοι είναι κοινωνοί αυτών των
δογμάτων.
Βέβαια γενικά ο εθνικισμός είναι δόγμα, άρα και
μονόπλευρος αλλά εδώ όπως προέγραψα εξετάζουμε το… κωμικό του πράγματος.
Κλείνοντας να πω ότι οι Έλληνες δικαιούνται να
αυτοπροσδιορίζονται ως τέτοιοι γιατί μιλούν
και γράφουν την Ελληνική, την γλώσσα δηλαδή που αναγράφεται πάνωστα αρχαία
που βγαίνουν κάθε τοσο στο φως στην περιοχή, κατοικούν στον ίδιο γεωγραφικό χώρο με τους προγόνους τους,
φέρουν πολιτισμικές παραδόσεις (έστω και παρηλλαγμένες) των Ελλήνων και γιατί
λαμβάνουν Παιδεία αν όχι Ελληνική έστω Ελληνοκεντρική. Το αν και κατά πόσο αυτό
χρειάζεται «βελτίωση», δεν έχει ουδόλως να κάνει με το αν πρέπει να θεωρούνται
επήλυδες και άρα να εφαρμόζονται πολιτικές γενοκτονίας εναντίον τους… Επειδή
κάποιος… λοξοδρόμησε από μικρός, δεν σημαίνει και ότι πρέπει… να πεθάνει… Γιατί
αυτό κατ ουσίαν μας δηλώνουν κατάμουτρα και εφαρμόζουν οι πάσης φύσεως
ψευτοπραγματιστές (real
politik) εντός
και εκτός συνόρων…
Όσον αφορά τώρα το πολιτικό
κομμάτι της υπόθεσης, αυτό είναι κατανοητό. Είναι δεδομένο ότι στην πολιτική
όπως και τη διπλωματία, προσπαθείς να αφαιρέσεις επιχειρήματα από τον αντίπαλό
σου προκειμένου αν όχι να τα ιδιοποιηθείς τουλάχιστον να μην μπορεί να τα
χρησιμοποιήσει ο έτερος.
Είναι κατανοητό λοιπόν την ώρα που προσπαθείς να «πατήσεις»
σε όσο γίνεται περισσότερες «βάρκες», να προσπαθείς να καταστήσεις τον αντίπαλό
σου ανίκανο να πατήσει έστω και σε μια.
Υπέρμαχοι πολιτισμών και αυτοκρατοριών που για αιώνες
βασίστηκαν στο πολυεθνικό μοντέλο και αλλά και την φυλετική/θρησκευτική
διάκριση των υπηκόων τους, κατηγορούν τους Έλληνες αφενός μεν ως «φυλετιστική»
κλειστή κοινωνία και αφετέρου ως επύληδες και… μπασταρδεμένους.
Τι συμβαίνει τελικά; Είναι «φυλετιστές» και «καθαροί»;
Είναι «πολυφυλετικοί» και άρα «ανεκτικοί»; Ποιο είναι το «ελάττωμά» τους και
ποια η «ταμπέλα» τους; Δογματικά οξύμωρα…
6.
Έπαιξε κανέναν ρόλο η Γαλλική Επανάσταση και οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι στον
ξεσηκωμό των Ελλήνων;
Εκ των στοιχείων γνωρίζουμε πώς ναι. Έπαιξε. Στο βαθμό
που χρειάστηκε ώστε νέα πνευματική ώθηση να δοθεί στους υπόδουλους (κατά το
μέτρο του δυνατού βέβαια διότι αφενός η εκκλησία και αφετέρου οι Οθωμανοί με
τους εξισλαμισμούς δεν άφηναν και πολλά περιθώρια…) και από την άλλη, το
παράδειγμα του τρόπου οργάνωσης άλλων πρόσφατων επαναστάσεων και μυστικών
οργανώσεων όπως στην Αμερικανική και την Γαλλική, απετέλεσαν χρήσιμο οδηγό όχι
μόνο για το πώς οργανώνουν μια επανάσταση, αλλά και πώς προχωρούν στην ίδρυση
κράτους, όπως ακριβώς είχε γίνει σχεδόν μισό αιώνα πριν (1776) στην Αμερική.
Με άλλα λόγια, μόνο σε επίπεδο οργάνωσης ωφελήθηκε η
Ελληνική Επανάσταση από την Αμερικανική και τη Γαλλική Επανάσταση. Κατά τα άλλα
απο το 1453 μέχρι και το 1821, όπως προανέφερα, έγιναν άλλες 26 επαναστάσεις
και εξεγέρσεις με σκοπό την απελευθέρωση του Γένους.
Οι Έλληνες δεν περίμεναν
κανέναν Ναπολέοντα και κανέναν «εθνικισμό» να έρθει και να τους ξυπνήσει από το
λήθαργο στον οποίο όμως ακόμα και σήμερα βρίσκονται πολλοί άλλοι λαοί της
Ευρώπης, οι οποίοι προθύμως πολεμούν τον Ελληνορωμαϊκό πολιτισμό την ώρα που
γίνονται θεραπαινίδες πάσης φύσεως εθνικισμού και μονοθεϊσμού… Αντιθέτως. Ο
λαός που κατοικούσε σε αυτά εδώ τα χώματα πολέμησε και… «ξελάσπωσε» πολλές
φορές τις αυτοκρατορίες τους όταν τους είχαν ανάγκη για στρατηγικούς
αντιπερισπασμούς, παρατώντας τους μετά στο Ασιατικό λεπίδι. Και ακριβώς αυτός
ήταν ο λόγος που αυτός εδώ ο λαός παρέμεινε σκλάβος για 400 και περισσότερα
χρόνια!
Γιατί για 400 χρόνια τις περισσότερες επαναστάσεις του
τις έκανε για τους άλλους ή γιατί του έλεγε κάποιος άλλος. Το 1821 την έκανε
μόνος του, με τις δικές του δυνάμεις και για τον εαυτό του. Και ήταν η
μαζικότητα και η δυναμικότητα που του έδωσε τέτοια επιτυχία. Ως εκ τούτου είναι
τουλάχιστον κωμικό το να ισχυρίζονται κάποιοι ότι οι Έλληνες χρειάστηκαν 5, 20
ή 30 χρόνια για να… «μάθουν» ότι διαφέρουν από τους δυνάστες τους και πολύ
περισσότερο να θέλουν την ανεξαρτησία τους από αυτούς.
7.Θα
υπήρχε Ελλάδα αν δεν υπήρχαν οι ξένοι και ειδικά η καταναυμάχηση των Τούρκων
στο Ναβαρίνο και η προέλαση των Ρώσων μέχρι την Αδριανούπολη με τον
Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1829;
Ελάχιστες φορές στην ανθρώπινη ιστορία (εμένα δεν μου
έρχεται και καμία στο μυαλό) κοινωνίες μπαίνουν σε πόλεμο χωρίς συμμάχους. Από
αρχαιοτάτων χρόνων, οι συμμαχίες ήταν ένα από τα βασικότερα πολιτικά,
στρατιωτικά και οικονομικά «εργαλεία». Η «λογική» του «αν δεν είχες συμμάχους
δεν θα τα κατάφερνες», μπορεί σε… παιδικό καυγά να έχει κάποια (ηθική)
υπόσταση, όμως σε έναν πόλεμο και δη απελευθερωτικό είναι η «λογική» του…
χαμένου. Συνεπώς η επιχειρηματολογία «αν δεν ήταν οι δυτικοί δεν θα είχε συμβεί
η επανάσταση» έχει ανάλογο βάρος με το να πούμε ότι «αν δεν ήταν οι Γάλλοι δεν
θα υπήρχαν ΗΠΑ», «αν δεν υπήρχαν οι σύμμαχοι, τώρα η Ρωσία θα ήταν Γερμανία»,
«αν δεν υπήρχαν οι Πρώσσοι δεν θα είχε ενοποιηθεί η Ιταλία από το Πεδεμόντιο» ή
«αν δεν υπήρχαν Σοβιετικοί, Άγγλοι, Γάλλοι και Ιταλοί, δεν θα υπήρχε σύγχρονη
Τουρκία…» Έχει κανένα νόημα; Στο βαθμό που δεν επιτελούνται μαζικά εγκλήματα
γενοκτονίας (όπως στο τελευταίο παράδειγμα που προέγραψα) όχι…
8.Πρέπει
να κατακρίνουμε την περίοδο της Οθωμανικής διακυβέρνησης; Εξαρτάται.
Αν θεωρεί κάποιος ότι η ύπαρξή της «ωφέλησε»… τότε όχι.
Για να είμαι ακριβής, οι απολυταρχίες λίγο βοήθησαν σε οτιδήποτε και κυρίως… δε
βοήθησαν. Οι Γερμανικές απολυταρχίες της Ευρώπης, όσο και οι μη Γερμανικές της
Ανατολής, λίγο βοήθησαν διότι πρώτιστο μέλημά τους δεν ήταν η ανάπτυξη και η
ευημερία του λαού των, αλλά η ευημερία του μονάρχη, της αυλής του και της ελίτ
που τον στήριζαν. Σχεδόν οποιοδήποτε έργο ανάπτυξης ή προόδου γινόταν
προοριζόταν πρωτίστως για τον μονάρχη, για τους «ευγενείς» (παρά τω βασιλεί) ή
ενίοτε για όλους αυτούς μαζί.
Το ότι σήμερα βλέπουμε, διαβάζουμε και ακούμε για διάφορα
έργα πολιτισμού, μνημεία, έργα υποδομής κλπ ότι έγιναν κατόπιν εντολής του
«τάδε» ή του «δείνα» μονάρχη ή έστω με χρηματοδότηση του τάδε «ευγενούς» και
πολύ περισσότερο όταν ακούμε το εξωφρενικό «κατασκευάστηκε για τις μέλλουσες
γενιές» ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα, τουλάχιστον εκείνης της
εποχής.
Αν και έχω αναφερθεί σε άλλο θέμα μου για τις Γερμανικές
απολυταρχίες, ωστόσο για την καλύτερη κατανόηση εν προκειμένω πρέπει να αναφέρω
ότι την εποχή εκείνη δεν υπήρχε η έννοια της «λαϊκής εξουσίας», της «λαϊκής
βούλησης» ή γενικά η έννοια της υποχρέωσης της εξουσίας να υπάρχει και να δρα
υπέρ των συμφερόντων των αρχομένων.
Οι Γερμανοί μονάρχες ήταν απόγονοι των βαρβάρων που
βγήκαν από τα δάση της Γερμανίας και με τα στίφη τους αφού κατέστρεψαν ολόκληρη
τη Δυτική Ευρώπη και εγκαταστάθηκαν εκεί μαζί με τις οικογένειές τους κατά
εκατοντάδες χιλιάδες, έμαθαν, τους υπολοίπους να τους χρησιμοποιούν ως δούλους
και ως τέτοιους να τους αντιμετωπίζουν.
Τα ίδια βέβαια και στην Ανατολή, όπου μετά την Αραβική
κατάκτηση ξαναγύρισε 8-10 αιώνες πίσω στην εποχή των Περσών Σατράπεων… Για το
θέμα της Αραβικής κατάκτησης θα αναφερθώ σε άλλο θέμα προσεχώς.
Ως εκ τούτου λοιπόν, το κράτος κινείτο γύρω από τον
μονάρχη. Και αυτό εν πολλοίς συνέβαινε μέχρι και τις αρχές του 20ου
αιώνα. Άλλωστε ο Α’ ΠΠ ακριβώς γι αυτό τον λόγο συνέβη. Για το θάνατο ενός
μονάρχη…
Γενικά
συμπεράσματα
1. Η Ελληνική Επανάσταση αποτελεί τον ένοπλο αγώνα του
συνόλου του Ελληνικού λαού, οι οποίοι ασχέτως της όποιας πολιτισμικής τους
αλλοίωσης, είτε από την χριστιανική Α.Ρ.Α. είτε από την Μουσουλμανική Οθωμανική
Αυτοκρατορία, είτε σε ότι έχει μετεξελιχθεί μέχρι σήμερα, αποτελούν τους
κληρονόμους ΚΑΙ του ελληνικού πολιτισμού.
Επιχειρήματα περί της φυλετικής τους
καταγωγής ή περί των «κακώς κειμένων» που ενυπάρχουν σε αυτό το κράτος, δεν
σημαίνουν απολύτως τίποτα, διότι πολύ απλά οι Έλληνες των αρχαίων χρόνων ούτε
εξαφανίστηκαν το 146 πκχ, ούτε έσβησαν κάτω από τις χριστιανικές διώξεις των
Ανατολικορωμαίων αυτοκρατόρων όπως ο Θεοδόσιος και ο Ιουστινιανός. Απλά υποχρεώθηκαν
με διώξεις, αυτοκρατορικούς νόμους και «κώδικες» υπο την απειλή τιμωρίας και
θανάτωσης των «ειδωλολατρών», όσοι επέζησαν, να «εγκολπωθούν» στο καινούργιο
πολιτισμικό «σώμα» που δημιούργησε η Ανατολικορωμαϊκή Αυτοκρατορία.
Αποτέλεσμα αυτού
ήταν η Ελληνική γλώσσα να καθιερωθεί ως καθομιλουμένη και αφετέρου να
καταπολεμήσει έστω και «εκ των έσω» ακραίες μορφές του χριστιανισμού όπως ο
ανεικονισμός και να μπορούν να εμφανίζονται έστω και υπό διωγμό κάποιες
φιλοσοφικές τάσεις διαφοροποιημένες από την εκκλησία και κάποιες φορές «Ελληνίζουσες».
Το φαινόμενο αυτό, δεν μετατρέπει βέβαια ούτε το (εκ των
Γερμανών ονομασθέν) «Βυζάντιο» σε Ελληνικό ούτε τους κατοίκους που αναγκάστηκαν
να ζουν κάτω από αυτές τις (νέες) συνθήκες σε επήλυδες, ξενόφερτους και άλλα.
Το ίδιο ηλίθιο που θα ήταν να ισχυριστεί κάποιος ότι επειδή η Ελλάδα έχασε και καταλύθηκε
από τους Ναζί έγινε… ναζιστική χώρα, είναι και το να ισχυρίζεται κάποιος ότι οι
κάτοικοι αυτοί ανήκουν κάπου αλλού ή ήρθαν από κάπου αλλού. Άλλο η πολιτισμική
α-συνέχεια όπως έχω αναφέρει σε άλλο θέμα και άλλο ο ξεριζωμός και ο εποικισμός
με άλλους ξένους κατοίκους. Επίσης ανιστόρητος είναι και ο ισχυρισμός ότι «οι
ξένοι που κατοίκησαν την περιοχή έμαθαν Ελληνικά επειδή το επέβαλε το πατριαρχείο»…
Αν η ύπαρξη του Πατριαρχείου ήταν παράγοντας… εκμάθησης των Ελληνικών, θα
υπήρχαν Ελληνόφωνοι, τώρα, από την Ισπανία και την Βόρειο Αφρική, μέχρι την
Ανατολική Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή.
2.Η Ελληνική επανάσταση δεν έγινε για κάποιον ειδικό λόγο,
δηλαδή θρησκευτικό, ταξικό ή άλλο διαχωρισμό, παρά μόνον για να ελευθερωθούν
από τους Οθωμανούς.
Το αν το κράτος θα ονομαζόταν μετά Ελλάδα, Βυζάντιο ή
αλλιώς, τους περισσότερους λίγο τους ενδιέφερε, όταν στην καθημερινότητά τους, ζούσαν
σε ένα κράτος που για παράδειγμα αν περνούσε Τούρκος έπρεπε να κάνουν στην άκρη
να περάσει, ο λόγος τους στα δικαστήρια ως μάρτυρες δεν περνούσε επειδή
θεωρούνταν ραγιάδες… Και αυτά είναι τα λιγότερα. Έχει και χειρότερα…
Ως εκ τούτου το να θεωρούμε εκ των υστέρων ότι την εποχή
εκείνη οι Έλληνες ζούσαν μια άνετη ζωή και είχαν την δυνατότητα να κάτσουν να
σκεφτούν «πώς θέλουν το νέο κράτος τους» είναι κωμικό. Αρκετοί λόγιοι ναι,
όντως σκέφτηκαν ένα βήμα παραπέρα. Αλλά και πάλι ο καθένας είχε τις δικές του
θέσεις. Όταν όμως δημιουργήθηκε η «Φιλική Εταιρεία» και ξεκίνησε η Επανάσταση
συρρέοντας κατά χιλιάδες απλοί άνθρωποι, δεν υπήρχαν τα περιθώρια να επιβάλουν κάποιοι
το πώς ήθελαν το νέο κράτος που θα εδημιουργείτο και πολύ περισσότερο όταν
πολλάκις παρολίγο αυτό να μη συμβεί ποτέ!
3.Παράλληλα από όσους θεωρούν ότι οι Έλληνες μπορούσαν να
αποφασίσουν ότι ήθελαν για το κράτος τους και αποφάσισαν «κάτι», θέτουν εκτός
τον παράγοντα «ξένοι» που ίσως είναι και ο σημαντικότερος. Οι ξένοι παρά το
δήθεν φιλελληνικό τους πνεύμα, παρά το ότι έδειχναν λάτρεις της αρχαίας
Ελλάδος, κοσμούσαν τις πόλεις τους με περίτεχνους κίονες και ζωγράφιζαν πίνακες
με θέματα από την Ελληνική μυθολογία και ιστορία όπως και παρά το γεγονός ότι
αρκετοί ξένοι όντως λάτρευαν τόσο την αρχαία Ελλάδα ή/και τους Έλληνες, σε
γενικές γραμμές, τόσο η πολιτική τους όσο και το συναίσθημα του μέσου
γερμανού/γερμανίζοντος ή και Σλάβου, διέκειτο αρνητικά προς τη δημιουργία ενός ελληνόφωνου
κράτους στην Ανατολή.
Αυτό γιατί από τη μια «συμπαθούσαν» τους Έλληνες μόνο όσο
αυτοί παρέμεναν… «νεκροί» ως κράτος και ξεχασμένοι στη λήθη του χρόνου και από
την άλλη για λόγους πολιτικούς.
Η αναβίωση ενός ελληνόφωνου κράτους κατ αρχήν θα σήμαινε
ότι είχε ιστορικά δικαιώματα και σε άλλα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και
πολύ περισσότερο σε εκείνα που υπήρχαν Ελληνόφωνοι πληθυσμοί.
Όμως Ελληνόφωνοι, παρά τις εξοντώσεις των Οθωμανων (μόνο
στις Κυδωνίες της Μ. Ασίας, οι Οθωμανοί συγκέντρωσαν και εξόντωσαν το 1821
30.000 Έλληνες) υπήρχαν σε πολλές περιοχές της τότε αυτοκρατορίας, πολλοί εκ
των οποίων μάλιστα υπήρχαν, ασχέτως αν ήταν μειοψηφία ακόμα και μέχρι τα μέσα
του 20ου αιώνα (πχ Παλαιστίνη)!
Έλληνες υπήρχαν λοιπόν εκτός απ τα Βαλκάνια και τη Μικρά
Ασία και στην Παλαιστίνη, την Αίγυπτο, την Κύπρο και τη Μέση Ανατολή.
Επίσης Έλληνες υπήρχαν και σε άλλες περιοχές εκτός
Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όπως τη Νότιο Ιταλία η οποία τότε δεν είχε ενοποιηθεί
από τους Γερμανούς βασιλείς του «Οίκου της Σαβοΐας» του Πεδεμοντίου. Άλλωστε
πόσοι γνωρίζουν ότι Ελληνικοί πληθυσμοί υπήρχαν μέχρι πρόσφατα (δεκαετία του
90) στην Τεργέστη και τη Δαλματία;
Αν λοιπόν εδημιουργείτο και πάλι ένα ελληνόφωνο κράτος,
ποιους πληθυσμούς θα περιελάμβανε; Και με ποια όρια; Όλα αυτά τα ερωτήματα
έκαναν τους ξένους να ανακάθονται στις καρέκλες τους. Παρόλο λοιπόν που η Επανάσταση
έδειξε από τα πρώτα δύο χρόνια ότι τα όριά της θα ήταν πολύ κάτω από τη
Θεσσαλονίκη και τα Γιάννενα, οι ίδιοι, τα πρώτα δυό τρία χρόνια παρέμειναν
εχθρικοί απέναντί της και μόνο όταν
έπεσε το Μεσολόγγι και η επανάσταση έδειχνε πλέον σημάδια κάμψης άρχισαν να
αναθεωρούν θεωρώντας ότι η δημιουργία ενός αδύναμου κρατιδίου υπό την ηγεμονία
τους… «δεν ήταν κακή ιδέα»…
Βέβαια οι Αυστρογερμανοί παρέμειναν φιλότουρκοι με τον
Μέτερνιχ μάλιστα να πληροφορεί τους Οθωμανούς ότι «μετά την πτώση του Μεσολογγίου, ούτε εγώ πλέον μπορώ να σας στηρίζω
δημόσια» (εν κρυπτώ βέβαια μια χαρά μπορούσε ακόμα να βοηθά…)
4.Είναι μαθηματικώς βέβαιο ότι αν δεν είχε γίνει η
Επανάσταση τότε, θα καθίστατο αβέβαιο αν θα μπορούσε να γίνει αργότερα. Η
αλήθεια είναι ότι είναι άγνωστο αν η ιστορία θα εξακολουθούσε κατά πώς την
γνωρίζουμε σήμερα, με άλλα λόγια εάν υπήρχαν επαναστατικά κινήματα από τη
δεκαετία του 1830 και μετά ή εάν ο Γερμανικός εθνικισμός θα αναπτυσσόταν κατ’
αυτόν τον τρόπο κλπ.
Ασχέτως του τι όμως θα έκαναν Γερμανοί και Σλάβοι,
Έλληνες δεν θα υπήρχαν. Οι εξισλαμισμοί θα άλλαζαν όχι μόνο το θρησκευτικό
υπόβαθρο της περιοχής αλλά και το πολιτισμικό. Η ελληνοφωνία ήταν και είναι το
τελευταίο καταφύγιο των Ελλήνων. Χωρίς αυτό, η οποιαδήποτε συζήτηση για
επανάσταση και αποτίναξη του ζυγού καθίσταται άνευ σημασίας αφού ως Τουρκόφωνοι
πλέον αποκόπτεται οποιαδήποτε σύνδεση με τον Ελληνικό πολιτισμό, ομοίως όπως
συνέβη και με άλλους λαούς της περιοχής, οι οποίοι λόγω εξισλαμισμών, θεωρούν
πιο οικείους τους Σελτζούκους Τούρκους παρά τους προγόνους τους που (τυχόν
κάποτε) πολέμησαν τους Οθωμανούς…
5.Ο παραπάνω λόγος καθόρισε και μια άλλη παράμετρο,
δηλαδή τη φύση του αγώνα ο οποίος διεξήχθη κάτω από συνθήκες συντριπτικής
υπεροχής των Τούρκων. Οι Έλληνες λόγω γενοκτονιών στην ουσία, είχαν μείνει
ελάχιστοι μέσα σε μια αχανή αλλόφυλη και πολυεθνική αυτοκρατορία όπως η
Οθωμανική. Την ώρα λοιπόν που οι Οθωμανοί μπορούσαν να αντλούν δυναμικό αλλά
και συμμάχους ακόμα και από μη Οθωμανούς ή και έξω την περιφέρεια του κράτους
τους (Τουρκαλβανοί, Βέρβεροι πειρατές, Αιγύπτιοι κλπ) οι Έλληνες είχαν να πολεμήσουν
όχι μόνο εναντίον υπερτέρων, αλλά συχνά και με δικούς τους οι οποίοι είτε λόγω
αρχομανίας, είτε απλά γιατί πληρώνονταν, άρα προδοσίας, προτιμούσαν να
συνεργαστούν με τους πλούσιους αφέντες (Οθωμανούς) παρά με τους τσολιάδες
(=κουρελήδες όπως αποκαλούσαν οι Τούρκοι τους επαναστάτες) Έλληνες.
Έτσι οι Έλληνες αναγκάστηκαν να πολεμήσουν με συνθήκες
ανταρτοπολέμου και όχι σε τακτικές μάχες. Ο λόγος αυτός δεν έχει να κάνει με
κάποια αόριστη εμμονή τους ότι ήταν κλέφτες και ληστές και έτσι είχαν μάθει,
όπως σπεύδουν να υιοθετήσουν σήμερα πολλοί από τα σχολικά εγχειρίδια των
Τούρκων αλλά για το λόγο ότι λόγω λειψανδρίας, οι Έλληνες αδυνατούσαν να
αναπληρώσουν κενά, ακόμα και 100 ανδρών, την ώρα που Γάλλοι, Άγγλοι, Ρώσοι,
Γερμανοί, Τούρκοι κλπ μπορούσαν να χάνουν δεκάδες χιλιάδες άνδρες με την
δυνατότητα αναπλήρωσης των κενών από την ανεξάντλητη πληθυσμιακή τους «δεξαμενή».
Ωστόσο και οι ίδιοι που κατηγορούν τους Έλληνες για… «τον
άνανδρο τρόπο τους» πολέμησαν κατά τον ίδιο και χειρότερο τρόπο τόσο τις
Ρωμαϊκές λεγεώνες, όσο και τις Ανατολικορωμαϊκές παίζοντας για αιώνες ένα «κρυφτό»
με στρατούς, τους οποίους δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν όχι τόσο γιατί δεν
είχαν επάρκεια ανδρών (πολλές φορές υπερτερούσαν μάλιστα) αλλά γιατί δεν
διέθεταν τις αναγκαίες στρατιωτικές γνώσεις για να ανταπεξέλθουν. Με απλά λόγια
ήταν βάρβαροι και ανίκανοι και στο μόνο που βασίζονταν ήταν η «γενναιότητά»
τους στο να αψηφούν τον φόβο του θανάτου. Αυτό όμως απέναντι σε επαγγελματίες
ως προτέρημα καθίσταται άχρηστο και για το λόγο αυτό, μετά από πολλές ήττες
επιδίδονταν σε ανταρτοπόλεμο με ενέδρες (βλέπε Γερμανικές εισβολές, Τουρκικές
εισβολές, Σλαβικές εισβολές κλπ)
6.Η έπειτα διαμορφωθείσα πολιτική ταυτότητα, η εξάρτηση
του νέου κράτους από τις ξένες δυνάμεις, τα όποια κακώς κείμενα που αφορούν τα
κοινωνικά ήθη, τα έθιμα αλλά και την όλη λειτουργία του νεοελληνικού κράτους η
οποία χαρακτηρίζεται από παθογένειες, δεν έχουν ουδόλως να κάνουν με το δίκαιο
αλλά και την ορθότητα της κήρυξης του Αγώνα.
Αυτό σημαίνει πολύ απλά ότι το να χτίσεις ένα σπίτι για
να στεγάσεις τον εαυτό σου και την οικογένειά σου αντί να εξαρτάσαι από άλλους
δεν είναι κακό. Κακό όμως είναι το σπίτι αυτό να το εξαρτήσεις υπέρμετρα με
δάνεια τα οποία τα σπατάλησες σε διασκεδάσεις, όπως κακό είναι να το αποκτάς με
χίλιους κόπους, παρατώντας το έπειτα στη βρωμιά, στην ερείπωση, στην μιζέρια
και την αδιαφορία καθιστώντας και τη ζωή των ενοίκων του αβίωτη.
Άρα λοιπόν θεωρώ πως για όλους αυτούς τους λόγους ορθώς
και σωτήρια έγινε η Επανάσταση του 1821. Ωστόσο και παρά τις όποιες κακές ή και
εγκληματικές πολιτικές επιλογές του παρελθόντος και παρά το γεγονός ότι οι
επιβουλείς είναι πολλοί (ίσως λίγο περισσότεροι απ’ όσο για ένα συνηθισμένο
κράτος) αποτελεί όχι μόνο ανάγκη, αλλά και ελάχιστη ανταμοιβή σ’ εκείνους που
θυσιάσθηκαν για την δημιουργία αυτής της πατρίδας να συνεχίσουμε τον καθημερινό
αγώνα μας για την ύπαρξή της, σχεδιάζοντας όμως όλοι μαζί, την πορεία στο
μέλλον βασισμένη πάνω σε μια νέα ίσως Εθνοσυνέλευση και με νέους ηγέτες, που σε
αντιδιαστολή με το τότε και το τώρα, δεν θα είναι ηγέτες επειδή γνωρίζουν μόνο
γραφή και ανάγνωση και ούτε ψηφοσυλλέκτες όπως σήμερα, αλλά πολιτικοί, με την
έννοια του όρου όπως την έθεσαν πρώτοι οι Έλληνες επιστήμονες της κλασσικής
εποχής.


















Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου